Η Παρ’ Αξίαν Αγαθότης του Θεού Είναι Αρκετή
Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ Παύλος κάποτε προσηυχήθη στον Θεό κατ’ επανάληψιν για ν’ απαλλαγή από κάποια πάθησι. Αλλ’ ο Θεός, αντί να του δώση το αίτημά του, είπε στον Παύλο: «Αρκεί εις σε η χάρις μου· διότι η δύναμίς μου εν αδυναμία δεικνύεται τελεία.» Το ότι ο Παύλος έμαθε πλήρως αυτό το μάθημα καταφαίνεται από όσα έγραψε στους Χριστιανούς Φιλιππησίους μετά από λίγα χρόνια: «Έμαθον να ήμαι αυτάρκης εις όσα έχω. Τα πάντα δύναμαι δια του ενδυναμούντός με.»—2 Κορ. 12:9· Φιλιππησ. 4:11, 13.
Το ότι η παρ’ αξίαν αγαθότης του Ιεχωβά Θεού είναι αρκετή για τους Χριστιανούς σήμερα, όπως ήταν για τον Παύλο πριν από δεκαεννέα αιώνες, μπορεί να παρατηρηθή από την κατωτέρω πείρα:
Πριν από δύο έτη περίπου ένας μάρτυς του Ιεχωβά εχτύπησε μια πόρτα, όπου η νοσοκόμος τον εκάλεσε μέσα. Τον ωδήγησε κοντά στο κρεββάτι της οικοδεσποίνης, μιας μητέρας, η οποία εφαίνετο ότι δεν ήταν ακόμη τριάντα ετών, και η οποία ζούσε με τεχνητό πνεύμονα, διότι είχε προσβληθή από πολιομυελίτιδα. Τόσο βαριά την είχε πλήξει αυτή η νόσος, ώστε ήταν παράλυτη από τον λαιμό και κάτω. Ό,τι μπορούσε να κινήση ήταν το κεφάλι της, κι αυτό μπορούσε μόνο να το στρέψη από τη μια πλευρά ως την άλλη. Όταν άκουσε τι είχε να της πη ο Μάρτυς, εξεδήλωσε την επιθυμία της να λάβη τα περιοδικά Η Σκοπιά και Ξύπνα! που της προσεφέρθησαν και είπε ότι ευχαρίστως θα τα εδιάβαζε.
Ο Μάρτυς, μαζί μ’ ένα σύντροφο, έκαμε σύντομα επανεπίσκεψι σ’ αυτή την ανάπηρη. Εκείνη εχάρη που τους είδε, είχε Γραφικές ερωτήσεις να κάμη και χαρούμενη τους εκάλεσε να επανέλθουν. Εγίνοντο, λοιπόν, τακτικές επισκέψεις, οι οποίες, όμως, διαρκούσαν μόνο δεκαπέντε ως είκοσι λεπτά, διότι εκείνη εκουράζετο εύκολα. «Ποτέ άλλοτε δεν είχα ακούσει τίποτα σαν αυτό,» είπε κάποτε. Είπε ότι στη διάρκεια της επταετούς νοσηλείας της την είχαν επισκεφθή πολλοί θρησκευτικοί εκπρόσωποι, από τους οποίους οι περισσότεροι ήσαν δια πίστεως θεραπευταί. «Αλλά,» είπε, «όσες σκληρές προσπάθειες κι αν κατέβαλα, ποτέ δεν κατώρθωσα τίποτα.» Αυτοί οι θεραπευταί είπαν στο τέλος ότι ή αυτή η ίδια δεν είχε πίστι ή ο Θεός την τιμωρούσε για τις περασμένες αμαρτίες της. Γι’ αυτόν τον λόγο απεθαρρύνθη από τις θρησκείες όλων των ειδών και στην αρχή είχε θέσει τους Μάρτυρας στην ίδια κατηγορία με όλους τους άλλους.
Γρήγορα, όμως, διεπίστωσε ότι οι μάρτυρες του Ιεχωβά διέφεραν, αλλά δεν μπορούσε να πη ακριβώς το γιατί. Σύντομα διέκρινε την ελπίδα του νέου κόσμου του Ιεχωβά· το ότι δε ο Σατανάς ήταν ο υπαίτιος των δεινών του ανθρώπου της έκαμε αίσθησι. Μεγάλη εντύπωσι, επίσης, της επροξένησε το γεγονός ότι οι μάρτυρες του Ιεχωβά ήθελαν ν’ ανοίγουν τη Γραφή και να την αφήνουν να διαβάζη η ίδια τις απαντήσεις στις πολλές ερωτήσεις της. Αυτό δεν είχε γίνει από κανένα θρησκευτικόν εκπρόσωπο, που την είχε επισκεφθή προηγουμένως.
Τώρα έχει το βιβλίο Από τον Απολεσθέντα Παράδεισο στον Αποκαταστημένο Παράδεισο και το διαβάζει στα δύο της τέκνα, καθώς αυτά το φυλλομετρούν. Έχει στερεωμένο στο κρεββάτι της ένα μεγάλο αναλόγιο με λαβίδες που συγκρατούν τα βιβλία. Εκεί μένει κι αναγινώσκει και χαίρει εν τη αληθεία. Έμαθε, επίσης, ότι πρέπει κανείς να κάμη ομολογία με το στόμα για σωτηρία. Έχει δε και ειδικό τηλέφωνο, με το οποίον μπορεί να καλή τους φίλους της και να τους λέγη για τα καλά πράγματα που έχει μάθει για τον Ιεχωβά και τον νέο του κόσμο. Τα παιδιά της τής δίνουν αριθμούς τηλεφώνων των ξένων, τους οποίους αυτή, επίσης, καλεί και οι οποίοι έτσι λαμβάνουν τη μαρτυρία.
Ερώτησε αν θα μπορούσε να συγκαταλεχθή μεταξύ του λαού του Ιεχωβά και να δίνη δελτίο της δράσεώς της στην εκκλησία. Πόσο ευτυχής ήταν όταν της ελέχθη ότι κι αυτή μπορούσε να είναι ένα από τα «άλλα πρόβατα» του Χριστού! Πάντοτε μειδιά κι ακτινοβολεί την ελπίδα και τη νέα της πίστι στον Ιεχωβά. Όσοι την είχαν γνωρίσει από πριν μπορούν να ιδούν την αλλαγή που επήλθε σ’ αυτήν λόγω της νέας θρησκείας της. Επίσης δίνει χαρά το να βλέπη κανείς πόσο ανυπόμονη είναι στο να μετέχη τακτικά στην κήρυξι των αγαθών νέων της βασιλείας τον Θεού.
Λέγει ότι στο παρελθόν άδικα εμέμφετο τον Θεό για πολλά πράγματα. Τώρα θέλει να κάμη ό,τι μπορεί για να υπερασπίση τον Θεό ενώπιον των οφθαλμών των ανθρώπων. Είναι πλήρως άγρυπνη και νοήμων με κάθε τρόπο. Δίνει τακτικά μαρτυρία στους άλλους και διεξάγει μια οικιακή Γραφική μελέτη—ωστόσο ό,τι μπορεί να κινήση είναι το κεφάλι της, από τη μια πλευρά ως την άλλη. Αναμένει με διακαή πόθο να βαπτισθή, παρά την κατάστασί της, διότι, όπως είπε, «Τώρα επί τέλους βρήκα την αλήθεια!»
Τι εύγλωττη απόδειξι παρέχει αυτή η ανάπηρη νεαρή μητέρα για το ότι η παρ’ αξίαν αγαθότης του Θεού είναι αρκετή για τους δούλους του!