Αποκτήστε Πνευματική Διάκριση
«Να εμπλησθήτε από της επιγνώσεως του θελήματος αυτού μετά πάσης σοφίας και πνευματικής συνέσεως, δια να περιπατήσητε αξίως του Κυρίου, ευαρεστούντες κατά πάντα.»—Κολ. 1:9, 10.
1. Τι είδους αποφάσεις καλείται ο Χριστιανός να λαμβάνη, και τι απαιτείται για να λαμβάνη ορθές αποφάσεις;
ΚΑΘΕ μέρα ο αφιερωμένος χριστιανός καλείται να λαμβάνη αποφάσεις. Η ζωή σ’ αυτόν τον κόσμο παρουσιάζει πολλά προβλήματα, κι εγείρονται ζητήματα που απαιτούν από τον Χριστιανό να λαμβάνη αποφάσεις. Χρειάζεται να λαμβάνη αποφάσεις στο σπίτι του, που επηρεάζουν την οικογένεια του, στην εργασία του, που επηρεάζουν τη σχέσι του μ’ εκείνους που είναι έξω από την αλήθεια· χρειάζεται να ενεργή σε υποθέσεις που επηρεάζουν τη σχέσι του με τους αδελφούς και τις αδελφές του στην κοινωνία του Νέου Κόσμου, ή που επηρεάζουν τη σχέσι του με τον Ιεχωβά και την οργάνωσί του και την υπηρεσία της Βασιλείας. Πώς να λαμβάνη ορθές αποφάσεις, πώς ν’ ακολουθή πάντοτε την ορθή πορεία, αυτό είναι το πρόβλημα. Για να το κάνη αυτό απαιτείται πνευματική διάκρισις.
2, 3. Πώς πρέπει να βλέπωμε τα πράγματα για να λαμβάνωμε ορθές αποφάσεις, και σε τι καταλήγει αυτό;
2 Το να διακρίνη κανείς τα πράγματα μ’ ένα πνευματικό τρόπο σημαίνει να βλέπη τα πράγματα όπως τα βλέπει ο Ιεχωβά. Ο Ιεχωβά, με την ενέργεια του πνεύματός του, έκανε γνωστή την άποψί του για όλα τα πράγματα μέσα στον εμπνευσμένο Λόγο του. Μας λέγει πώς εκτιμά τα πράγματα, ποια θεωρεί πολύτιμα και αξιόλογα και ποια θεωρεί μάταια και μηδαμινά, ποια έργα και σκέψεις είναι καλά και ενάρετα και ποια είναι κακά και φαύλα. Επειδή βρίσκεται κανείς στην ξεπεσμένη σάρκα, τείνει να βλέπη τα πράγματα από την άποψι του σαρκικού ανθρώπου. Αλλά αν ένα άτομο επιτρέπη στις τάσεις του σαρκικού ανθρώπου, όπως είναι η ιδιοτέλεια, ο φόβος, η υπερηφάνεια ή η ζηλοτυπία, να το επηρεάζουν όταν εγείρωνται ζητήματα, τότε το άτομο αυτό είναι βέβαιο ότι θα λάβη εσφαλμένες αποφάσεις.
3 Για να λαμβάνη ορθές αποφάσεις ο Χριστιανός πρέπει να είναι γεμάτος από πνευματική διάκρισι. Πρέπει να διακρίνη καθαρά το ορθό από το εσφαλμένο. Πρέπει να φθάση ν’ αγαπά εκείνο που είναι ορθό και να μισή εκείνο που είναι εσφαλμένο, όπως το διετύπωσε ο Παύλος στην προς Ρωμαίους επιστολή 12:9, λέγοντας: «Αποστρέφεσθε το πονηρόν, προσκολλάσθε εις το αγαθόν.» Το να δείχνη ένα άτομο ότι έχει πνευματική διάκρισι με το να λαμβάνη ορθές αποφάσεις, είναι κάτι που ευαρεστεί τον Ιεχωβά και καταλήγει στο να περιπατή αξίως ενώπιόν του. Ο ίδιος απόστολος έγραψε στους Κολοσσαείς (1:9, 10, ΜΝΚ): «Ημείς . . . δεν παύομεν προσευχόμενοι δια σας και δεόμενοι να εμπλησθήτε από της επιγνώσεως του θελήματος αυτού μετά πάσης σοφίας και πνευματικής συνέσεως, δια να περιπατήσητε αξίως του Ιεχωβά, ευαρεστούντες κατά πάντα, καρποφορούντες εις παν έργον αγαθόν και αυξανόμενοι εις την επίγνωσιν του Θεού.»
4. Τι σημαίνει «διακρίνω» και ποιο ρόλο παίζει η γνώσις στην πνευματική διάκρισι;
4 Πώς μπορούμε να είμεθα γεμάτοι από πνευματική διάκρισι; Στα λόγια εκείνα προς την εκκλησία των Κολοσσών ο Παύλος τονίζει το πρώτο βασικό ουσιώδες στοιχείο, δηλαδή, το να έχωμε επίγνωσι του θελήματος του Θεού, το να είμεθα γεμάτοι, από τέτοια ακριβή γνώσι. «Διακρίνω» σημαίνει κατά γράμμα «βλέπω» ή «ξεχωρίζω με τα μάτια της διανοίας,» δηλαδή, διακρίνω ένα πράγμα από ένα άλλο, αν είναι ορθό ή εσφαλμένο, σπουδαίο ή ασήμαντο, πολύτιμο ή μηδαμινό. Η γνώσις είναι για τα μάτια της διακρίσεως ό,τι είναι το φως για τα φυσικά μάτια. Διαφωτίζει, κάνει τα πράγματα να εξέχουν καθαρά και με ακρίβεια στην κατάλληλη σχέσι τους το ένα προς το άλλο. Όπως ακριβώς το φως είναι ουσιώδες για να εκλέξη κανείς τον καλύτερο δρόμο πάνω σε ανώμαλο κι επικίνδυνο έδαφος, έτσι και η ακριβής γνώσις χρειάζεται για να διακρίνη κανείς την ορθή και ασφαλή πορεία που πρέπει να λάβη μέσα από τις προδοτικές και επικίνδυνες συνθήκες του παλαιού αυτού συστήματος πραγμάτων. Έτσι η επίγνωσις του θελήματος του Θεού, μαζί με την αγάπη για τον Θεό, που αυτή η επίγνωσις φέρνει, ενεργεί σαν μία ισχυρή δύναμις για δικαιοσύνη στη ζωή ενός ατόμου και είναι ουσιώδης για να λαμβάνη κανείς ορθές αποφάσεις, για να ευαρεστή τον Ιεχωβά.—Εφεσ. 4:23, 24.
5, 6. (α) Ποιο είδος μελέτης απαιτείται; (β) Ποιος είναι ένας τρόπος με τον οποίο μπορούμε να ‘δοκιμάζωμε’ τα όσα μελετούμε;
5 Για να στερεωθή σταθερά στη διάνοια η ακριβής γνώσις του θελήματος του Θεού, απαιτείται μελέτη. Αυτό είναι κάτι τόσο ουσιώδες, ώστε δεν χρειάζεται να τονισθή περισσότερο. Το είδος της μελέτης που απαιτείται είναι εκείνο που στερεώνει τις ιδέες μόνιμα στη διάνοια, και αυτό απαιτεί προσπάθεια και συγκέντρωσι. Πρέπει να ‘κοπιάζωμεν και ν’ αγωνιζώμεθα’ στη Γραφική μας μελέτη. Ναι, μελέτη σημαίνει ακριβώς αυτό—μελέτη! Σημαίνει βαθειά απασχόλησι της διανοίας. Η τροφή πρέπει να μασηθή καλά αν πρόκειται να χωνευθή κατάλληλα. Όταν μασούμε την τροφή, τη γευόμεθα, απολαμβάνομε την πλήρη γεύσι της. Το ίδιο συμβαίνει και με την πνευματική τροφή· αυτή πρέπει να μασηθή, να ανακινηθή κατ’ επανάληψιν στη διάνοια, ώστε να λάβωμε την πλήρη γεύσι της. Ως βοήθημα γι’ αυτό το διανοητικό μάσημα της πνευματικής τροφής θα μπορούσαμε να υποβάλλωμε στον εαυτό μας ερωτήσεις καθώς διαβάζομε (όπως όταν μελετούμε το περιοδικό αυτό), σαν τις εξής, Γιατί συμβαίνει αυτό; Πώς αυτό γίνεται έτσι; Όχι, βέβαια, από πνεύμα επικρίσεως εκείνου που διαβάζομε, αλλ’ έτσι ώστε να εξετάζωμε τις σκέψεις μας για να δούμε ότι συλλαμβάνομε την έννοια των διαφόρων σημείων. Όπως ακριβώς νουθετεί ο απόστολος: «Πάντα δοκιμάζετε, το καλόν κατέχετε,» δηλαδή, να κατανοήτε εκείνο που διαβάζετε και έπειτα να στερεώνετε τα σημεία σταθερά στη διάνοια.—1 Τιμ. 4:10· 1 Θεσ. 5:21.
6 Η πνευματική διάκρισις δεν προέρχεται από το να μάθωμε απλώς πολλά γεγονότα. Πολλοί άνθρωποι έχουν γνώσι, έχουν πληροφορίες στη διάνοιά τους αλλά τους λείπει η πνευματική διάκρισις. Το να έχωμε πνευματική διάκρισι σημαίνει ότι έχομε κατανοήσει και χωνέψει τα γεγονότα, ότι τα έχομε εξετάσει κάτω από το φως άλλης γνώσεως που ήδη κατέχομε, και ότι θέσαμε τη νέα πληροφορία στην ορθή της σχέσι με την άλλη, επιτρέποντας να διευρύνη ή να διορθώση και βελτιώση την κατανόησι των πραγμάτων που έχομε και για τα οποία έλαμψε νέο φως. Μ’ αυτόν τον τρόπο μπορούμε να ‘δοκιμάζωμε τι είναι το θέλημα του Θεού, το αγαθόν και ευάρεστον και τέλειον.’—Ρωμ. 12:2.
7. Γιατί το πνεύμα του Ιεχωβά είναι τόσο ουσιώδες για να εμπλησθούμε με πνευματική διάκρισι; Τι πρέπει, λοιπόν, να γίνεται σε κάθε περίπτωσι προσωπικής μελέτης;
7 Έπειτα, είναι ανάγκη επίσης, να έχωμε τη βοήθεια του Ιεχωβά μέσω του πνεύματός του αν πρόκειται να εμπλησθούμε από πνευματική διάκρισι. Μόνο με το πνεύμα του Ιεχωβά, μαζί με μελέτη και στοχασμό, μπορεί κανείς ν’ αποκτήση ακριβή γνώσι και πλήρη κατανόησι. Δεν πρέπει ποτέ να λησμονήται αυτό το σπουδαίο γεγονός: Είναι αδύνατον να εμπλησθούμε με πνευματική διάκρισι χωρίς τη βοήθεια του πνεύματος του Θεού. Ο Λόγος του Θεού αναφέρει: «Διότι τις των ανθρώπων γινώσκει τα του ανθρώπου, ειμή το πνεύμα του ανθρώπου το εν αυτώ; Ούτω και τα του Θεού ουδείς γινώσκει ειμή το Πνεύμα του Θεού. Αλλ’ ημείς δεν ελάβομεν το πνεύμα του κόσμου, αλλά το πνεύμα το εκ του Θεού, δια να γνωρίσωμεν τα υπό του Θεού χαρισθέντα εις ημάς. Τα οποία και λαλούμεν ουχί με διδακτούς λόγους ανθρωπίνης σοφίας, αλλά με διδακτούς του Πνεύματος του Αγίου, συγκρίνοντες τα πνευματικά προς τα πνευματικά.» Όταν, λοιπόν, μελετάτε, ναι, σε κάθε περίπτωσι που μελετάτε κατ’ ιδίαν στο σπίτι σας, να προσεύχεσθε στον Ιεχωβά για να σας βοηθήση να συλλάβετε το νόημα των όσων διαβάζετε, για να μπορέσετε, ν’ αυξήσετε σε πνευματική διάκρισι.—1 Κορ. 2:11-13.
8. Με ποιον σκοπό υπ’ όψιν πρέπει να μελετούμε και τι πρέπει να φροντίζωμε ν’ αποφεύγωμε;
8 Μαζί με τις προσευχές αυτές για το πνεύμα, πρέπει να υπάρχη η αναγκαία προσπάθεια στην προσωπική μελέτη, με σκοπό τη διεύρυνσι της κατανοήσεως και εκτιμήσεως από μέρους μας του Λόγου του Θεού, ώστε ν’ αυξήσωμε σε πνευματική διάκρισι. Τέτοια μελέτη μπορεί και πρέπει να είναι χαρούμενη κι ευχάριστη. Η συμπτωματική μελέτη προετοιμασίας για τις εκκλησιαστικές συναθροίσεις, όπως για τη μελέτη της Σκοπιάς, δεν οδηγεί σε πνευματική διάκρισι. Μερικοί μπορεί να έχουν τη συνήθεια ν’ αφήνουν για την τελευταία στιγμή την προπαρασκευαστική τους μελέτη, ίσως μία ή δύο ώρες πριν από την καθωρισμένη εκκλησιαστική τους μελέτη. Ίσως υπάρχει καιρός μόνο για εξέτασι μερικών από τις ευκολώτερες ερωτήσεις και αναζήτησι των απαντήσεων στις παραγράφους έτσι ώστε να μπορούν να δοθούν τουλάχιστον μερικά σχόλια στη μελέτη της Σκοπιάς στην Αίθουσα Βασιλείας. Αλλ’ αυτό δεν είναι μελέτη, έτσι δεν είναι; Οι πληροφορίες που μπορεί κανείς να λάβη με τέτοιο τρόπο γρήγορα λησμονούνται, και πιθανώς δεν θα τις θυμάται κανείς μια ή δυο μέρες μετά την εξέτασι της συγκεκριμένης αυτής ύλης.
9, 10. (α) Ποια είναι η ωφέλεια μιας ανασκοπήσεως στην προσωπική μας μελέτη; (β) Γιατί υπάρχει ανάγκη ενός τακτικού προγράμματος για προσωπική μελέτη;
9 Προκαθορίζοντας χρόνο για προσωπική μελέτη και προετοιμασία για τη μελέτη της Σκοπιάς και άλλες συναθροίσεις, πρέπει να παραχωρούμε αρκετό καιρό για σκέψι πάνω στην ύλη καθώς προχωρούμε, αναμασώντας τις πληροφορίες έτσι ώστε να στερεωθούν σταθερά στη διάνοια. Για να δούμε αν αυτό έχη επιτευχθή, είναι καλό να κάνωμε ανασκόπηση έπειτα από κάθε περίοδο προσωπικής μελέτης. Τότε είναι ο καιρός οπότε η πληροφορία είναι νωπή, και ο καλύτερος καιρός για να δούμε αν αυτή έκανε βαθειά εντύπωσι. Το να κάνωμε μια προσπάθεια να επαναφέρωμε την πληροφορία σε συνειδητή σκέψι αμέσως μετά την περίοδο της μελέτης, γυμνάζει την ενέργεια της μνήμης και την ικανότητα να ενθυμούμεθα, και συμβάλλει πολύ στη στερέωσι των διαφόρων σημείων σταθερά στη διάνοια. Η τελική ανασκόπησις θα μπορούσε να γίνη με κλειστό περιοδικό ή βιβλίο. Έχομε τον τίτλο του άρθρου· τώρα, πόσο μπορούμε να θυμούμεθα τα εξέχοντα σημεία, τα κύρια επιχειρήματα; Θυμούμεθα μερικά από τα προς απόδειξιν εδάφια που χρησιμοποιήθηκαν; Μπορούμε να συσχετίσωμε τα κύρια σημεία σε μία σύντομη περίληψι του άρθρου; Αν όχι, χρειάζεται να διαβάσωμε πάλι το άρθρο, αναζητώντας συνειδητά τα εξέχοντα σημεία, τα κύρια επιχειρήματα.
10 Ένας μπορεί να πη στο σημείο αυτό, «Όλ’ αυτά όμως, απαιτούν χρόνο.» Αυτό είναι αλήθεια, αλλά πρόκειται για χρόνο καλά δαπανημένο, χρόνο που πρέπει να δαπανηθή αν πρόκειται να στερεωθή σταθερά στη διάνοια η ακριβής γνώσις του θελήματος του Θεού και να παρασχεθή η κατάλληλη βάσις για να εμπλησθούμε με πνευματική διάκρισι. Δεν είναι περίπτωσις συντομεύσεως. Η μελέτη, η κανονική μελέτη, είναι ουσιώσης για να εμπλησθή κανείς με πνευματική διάκρισι, καθώς έγραψε ο Παύλος στον Τιμόθεο: «Εννόει εκείνα τα οποία λέγω· είθε να σοι δώση ο Κύριος σύνεσιν [διάκρισιν, ΜΝΚ] εις πάντα.»—2 Τιμ. 2:7.
11. Τι θα προκύψη από την αύξησι σε κατανόησι και εκτίμησι της αλήθειας;
11 Καθώς ακολουθείτε αυτή τη σοφή πορεία, θα χαίρετε αυξάνοντας σε κατανόησι κι εκτίμησι της αλήθειας. Αυτή θα βυθισθή βαθιά στη διάνοιά σας και στην καρδιά σας και θα γίνη μέρος του εαυτού σας. Κατόπιν, πράγματι θα είσθε «πάντοτε έτοιμοι εις απολογίαν μετά πραότητος και φόβου, προς πάντα τον ζητούντα από σας λόγον περί της ελπίδος της εν υμίν.» Η διάνοιά σας και η καρδιά σας θα είναι ισχυρή, ώριμη, υγιής. Θα βλέπετε καθαρά τον δρόμο που πρέπει ν’ ακολουθήσετε. Δεν θα πέσετε από το στενό μονοπάτι της αλήθειας και της ορθής διδασκαλίας στο έλεος των ψευδών διδασκαλιών και των αιρετικών ιδεών· θα αποφεύγετε να έχετε απόψεις που οδηγούν σε ακρότητες και θα φυλάγεσθε από το να πέσετε στην πολύ εύκολη για όλους παγίδα του να επιστηρίζεσθε στη σύνεσί σας. Με τη διάνοιά σας γεμάτη από ακριβή γνώσι και τις νοητικές σας ικανότητες οδηγούμενες από το πνεύμα του Ιεχωβά, θα διακρίνετε τον ορθό δρόμο που πρέπει ν’ ακολουθήσετε, το δρόμο που είναι γεμάτος από φως, και θα ελευθερωθήτε από τον κακό δρόμο που οδηγεί στο σκότος. «Εάν η σοφία εισέλθη εις την καρδίαν σου και η γνώσις ηδύνη την ψυχήν σου, ορθή βουλή θέλει σε φυλάττει, σύνεσις θέλει σε διατηρεί· δια να σε ελευθερώνη από της οδού της πονηράς, από ανθρώπου λαλούντος δόλια, οίτινες εγκαταλείπουσι τας οδούς της ευθύτητος, δια να περιπατώσιν εν ταις οδοίς του σκότους.»—1 Πέτρ. 3:15· Παρ. 2:10-13.
12. Τι χρειάζεται να πράξη ο Χριστιανός όταν εγείρωνται ζητήματα στη ζωή του, και τι χρειάζεται να διακρίνη όταν λαμβάνη αποφάσεις;
12 Ο Χριστιανός πρέπει ν’ ασκή πνευματική διάκρισι στο δρόμο που περιπατεί ‘δια να περιπατή αξίως του Ιεχωβά ευαρεστών κατά πάντα.’ Όταν εγείρωνται ζητήματα που επηρεάζουν ένα άτομο προσωπικά, η ατελής σάρκα σπεύδει ν’ αντιδράση και αν κανείς δεν είναι προσεκτικός, αυτό μπορεί να τον οδηγήση σε μία εσφαλμένη πορεία ενεργείας. Πρέπει ν’ αναχαιτίζη κανείς τις σαρκικές παρορμήσεις και τα πάθη και αντιθέτως να οδηγήται από πνευματική διάκρισι. Όταν, λοιπόν, εγείρωνται ζητήματα, υπάρχει ανάγκη να σταθή κανείς και να σκεφθή: Τι λέγουν οι Γραφές σχετικά μ’ αυτό; Πώς θα έβλεπαν το ζήτημα ο Ιεχωβά και ο Χριστός Ιησούς; Συχνά περιλαμβάνονται μερικοί παράγοντες που μπορεί να μη ληφθούν υπ’ όψιν αν κανείς ενεργή βιαστικά· παράγοντες τέτοιοι που επηρεάζουν διάφορα συμφέροντα—τα συμφέροντα των συμμαρτύρων μας και της Χριστιανικής εκκλησίας, θεία συμφέροντα, και, ίσως, συμφέροντα της ατομικής μας ζωής. Εξετάστε την ακόλουθη θεόπνευστη συμβουλή: «Να περισεύση η αγάπη σας έτι μάλλον και μάλλον εις επίγνωσιν και εις πάσαν νόησιν, δια να διακρίνητε τα διαφέροντα, ώστε να ήσθε ειλικρινείς και απρόσκοποι μέχρι της ημέρας του Χριστού, πλήρεις καρπών δικαιοσύνης των δια του Ιησού Χριστού εις δόξαν και έπαινον Θεού.»—Φιλιπ. 1:9-11.
13, 14. (α) Πώς θα ενεργήση εκείνος που έχει πνευματική διάκρισι όταν παρουσιάζεται κάποια δυσκολία στην εκκλησία; (β) Τι θα τον βοηθήση να έχη την ορθή άποψι;
13 Ίσως κάτι σε μια εκκλησία να μην κατευθύνεται ορθά, ή τουλάχιστον έτσι μπορεί να νομίζη κάποιος. Ακόμη και αν κάτι δεν κατευθύνεται ακριβώς με τον τρόπο που έπρεπε να κατευθύνεται, αυτό δεν θα ήταν αιτία για ένα άτομο να ταραχθή, αφήνοντας, πιθανώς, την ψυχική του διάθεσι να ξεφύγη κάπως από τον έλεγχό του. Αν θα συνέβαινε αυτό, ασφαλώς θα έχανε την αίσθησι της ισορροπίας. Το να ενεργήση βιαστικά κάτω από τέτοιες περιστάσεις, θα ήταν αποτέλεσμα της ατελούς σάρκας και όχι ώριμης πνευματικής διακρίσεως. Ακόμη κι αν στην αρχή ένας έχη δίκιο σε κάποια ωρισμένη περίπτωσι, ενεργώντας βιαστικά δεν θα συντελέση σε κάτι, και μπορεί να βρη, επίσης, τον εαυτό του να παίρνη μία εσφαλμένη πορεία, κι αυτό δεν θα τακτοποιούσε τίποτα. Πάντοτε πρέπει να προσέχωμε για να μην προτρέξωμε από τον Ιεχωβά και την οργάνωσί του και γίνωμε ανυπόμονοι, λαμβάνοντας τα ζητήματα στα δικά μας χέρια. Μπορεί να υπάρχουν περιπτώσεις που κάποιος παίρνει κακό δρόμο, και ίσως επειδή κατέχει κάποια θέσι στην εκκλησία, τα πράγματα γίνονται κάπως δύσκολα για ένα διάστημα· αλλ’ αυτές είναι περιπτώσεις που πρέπει να δείξωμε Χριστιανική υπομονή και, αν δεν υπάρχη τίποτα που μπορούμε να κάνωμε θεοκρατικά για να χειρισθούμε την περίπτωσι, τότε πρέπει να περιμένωμε να θεραπεύση ο Ιεχωβά την κατάστασι. Εκείνος που είναι γεμάτος από πνευματική διάκρισι θα ενεργήση έτσι.
14 Είναι ζήτημα του να λάβωμε την ορθή προοπτική, του να δούμε τα πράγματα με μία ορθή αίσθησι αναλογίας. Τοπικές δυσκολίες ή προβλήματα μπορούν να εγερθούν από καιρό σε καιρό λόγω ανθρώπινων ατελειών και μπορεί να καταλήξουν σε στενοχώριες και δοκιμασία της υπομονής μας, και μάλιστα να φέρουν σε έντασι τις στοργικές σχέσεις μας· αλλ’ αν σταθούμε και σκεφθούμε λίγο, τα προβλήματα αυτά γρήγορα θα φανούν μικρά αν συγκριθούν με άλλα πιο σπουδαία πράγματα.
15, 16. (α) Ποια είναι μερικά από τα πιο σπουδαία πράγματα στα οποία πρέπει να προσηλώνωμε την προσοχή μας; (β) Πώς ο Παύλος στην επιστολή του προς Φιλιππησίους ενθαρρύνει αυτό το φρόνημα;
15 Σκεφθήτε για μία στιγμή μερικά απ’ αυτά τα πιο σπουδαία πράγματα. Το γεγονός ότι ζούμε στις έσχατες ημέρες αυτού του συστήματος πραγμάτων· ότι ο Αρμαγεδδών, ο πόλεμος της μεγάλης ημέρας του Θεού του Παντοκράτορος, οπότε ο Θεός θα μεγαλύνη και θα υπερασπίση την παγκόσμια κυριαρχία του, πλησιάζει· ότι ο Χριστός Ιησούς άρχει τώρα με την εξουσία της Βασιλείας και διευθύνει το μεγάλο έργο της διακηρύξεως ‘τούτου του ευαγγελίου της βασιλείας’ σε όλη τη γη· ότι ως αποτέλεσμα αυτού του έργου του κηρύγματος, ειλικρινή άτομα απ’ όλες τις χώρες, τις γλώσσες, τις φυλές και τους λαούς συνάγονται τώρα σε μια ενωμένη, αρμονική κοινωνία Νέου Κόσμου. Καθώς παρατηρεί κανείς αυτά τα πράγματα και το θαυμαστό προνόμιο και την παρ’ αξίαν αγαθότητα να τα γνωρίζη και να μετέχη σ’ αυτά, η καρδιά του πλημμυρίζει από ευγνωμοσύνη στον Ιεχωβά. Πόσο μηδαμινά και μικρά φαίνονται τώρα τα προβλήματά μας, όταν συγκριθούν μ’ αυτά τα τόσο σπουδαιότερα πράγματα! Όταν, λοιπόν, προβάλλουν μικρά προβλήματα, ή και μεγάλα από μια τοπική άποψι, εκείνος που έχει πνευματική διάκρισι δεν θα επιτρέψη σ’ αυτά τα προβλήματα να γίνουν τόσο μεγάλα στη διάνοιά του ώστε να διαστρέψουν την όρασί του. Θα διατηρήση την ισορροπία του και θα βλέπη πάντοτε τα πράγματα στη σχέσι τους με τα πιο σπουδαία πράγματα.
16 Ευτυχώς, προβλήματα και δυσκολίες δεν εγείρονται πάντοτε στην κοινωνία Νέου Κόσμου· πράγματι, αυτά είναι λίγα και αραιά σε σύγκρισι με τις χαρές που είναι πάντοτε παρούσες: πείρες στον αγρό, η ανεύρεσις και διατροφή των προβάτων, η ευτυχής επικοινωνία με τους αδελφούς στην Αίθουσα Βασιλείας. Αυτά είναι τα πράγματα στα οποία πρέπει να έχωμε τη διάνοιά μας. «Όσα δίκαια, . . . όσα προσφιλή, όσα εύφημα, αν υπάρχη τις αρετή και εάν τις έπαινος, ταύτα συλλογίζεσθε.» Ας πλημμυρίζουν τα πράγματα αυτά τη διάνοιά σας και θα διατηρήτε πάντοτε την αίσθησι της αναλογίας. Θα έχετε πνευματική διάκρισι.—Φιλιπ. 4:8.
17. Πώς έφθασαν μερικοί να προσκόψουν και να βρεθούν έξω από την αλήθεια για μικρά πράγματα;
17 Ένας που έχει υπερβολική τάσι να επικρίνη, βλέποντας πάντοτε τους άλλους από την άποψι των ατελειών της σάρκας, παραβλέπει τα πιο σπουδαία πράγματα. Ένας τέτοιος είναι πιθανόν να βρη τον εαυτό του να γίνεται ένας δυστυχισμένος γογγυστής. Μερικοί, πράγματι, επέτρεψαν σε μηδαμινά πράγματα να τους κάνουν να προσκόψουν και να βρεθούν έξω από την αλήθεια. Πώς; Επέτρεψαν σ’ ένα μικρό πράγμα να γίνη μεγάλο πράγμα στη ζωή τους, τόσο μεγάλο ώστε απώθησε κάθε άλλο. Έχασαν την πνευματική τους διάκρισι. Αντί να σταματήσουν για να εξετάσουν τα πράγματα από την άποψι του Λόγου του Θεού, επέτρεψαν να τους υποκινήσει κάποιο σαρκικό πάθος, όπως υπερηφάνεια, φόβος ή ζηλοτυπία. Ωδηγήθηκαν από την ατομική τους σύνεσι σε μια πορεία που καταλήγει σε πνευματική συμφορά.
18. Πώς μπορούμε να φυλαγώμαστε από μια τέτοια πορεία προσκόμματος;
18 Ασφαλώς όλοι εμείς θέλομε να φυλαγώμαστε από τέτοια πορεία, έτσι δεν είναι; Θα το πράττωμε αυτό αν έχωμε αυξήσει και εξακολουθούμε ν’ αυξάνωμε σε ακριβή γνώσι του ποιο είναι το θέλημα του Θεού για μας, αν κρατούμε στη διάνοιά μας και στην καρδιά μας τα πιο σπουδαία πράγματα και αν, όταν εγείρονται ζητήματα, προσέχωμε τον τρόπο με τον οποίο βλέπει τα πράγματα ο Ιεχωβά, όπως εκτίθεται στο Λόγο του και δεν φανταζώμεθα σοφό τον εαυτό μας. Σχετικά μ’ αυτό σημειώστε την επίκαιρη συμβουλή που μας δίνει ο Ιεχωβά στις Παροιμίες 3:1-7, ΜΝΚ: «Υιέ μου, μη λησμονής τους νόμους μου, και η καρδιά σου ας φυλάττη τας εντολάς μου· διότι μακρότητα ημερών και έτη ζωής και ειρήνην θέλουσι προσθέσει εις σε. Έλεος και αλήθεια ας μη σε εγκαταλίπωσι· δέσον αυτάς περί τον τράχηλόν σου· εγχάραξον αυτάς επί την πλάκα της καρδίας σου· ούτω θέλεις ευρεί χάριν και εύνοιαν ενώπιον Θεού και ανθρώπων. Έλπιζε επί τον Ιεχωβά εξ όλης σου της καρδίας και μη επιστηρίζεσαι εις την σύνεσίν σου· εν πάσαις ταις οδοίς σου αυτόν γνώριζε, και αυτός θέλει διευθύνει τα διαβήματά σου. Μη φαντάζεσαι σε αυτόν σοφόν· φοβού τον Ιεχωβά, και έκκλινον από κακού.»
19. Πώς δείχνομε ότι εμπιστευόμεθα στον Ιεχωβά με όλη την καρδιά μας;
19 Ακόμη και όταν νομίζη κανείς ότι έχει δίκιο για κάτι, πρέπει να φυλάγεται να μη γίνη πάρα πολύ δίκαιος, σοφός στους οφθαλμούς του, και παρασυρθή έτσι από την αυτοδικαίωσί του. Ο Χριστιανός πρέπει να διατηρή την ισορροπία του, έχοντας το πνεύμα του υπό τον έλεγχό του, μη δίνοντας στον Σατανά καμμιά ευκαιρία να τον καταβάλη και να τον οδηγήση σε κακό δρόμο. Πρέπει να διατεθή χρόνος για να εξετάση κανείς μια υπόθεσι, χρησιμοποιώντας πνευματική διάκρισι με το να ανατρέξη στο Λόγο του Θεού για να έχη τον νουν του Κυρίου πάνω στα διάφορα ζητήματα. Δεν υπάρχει σχεδόν κανένα πρόβλημα στη ζωή του Χριστιανού, για το οποίο ο Λόγος του Ιεχωβά να μη δίδη σοφή συμβουλή και καθοδηγία. Ο Χριστιανός δείχνει ότι εμπιστεύεται στον Ιεχωβά με όλη την καρδιά του με το να ζητή τη συμβουλή Του και έπειτα να την ακολουθή πάντοτε, με το να αφήνη ‘το πνεύμα [η ωθούσα δύναμις, ΜΝΚ] του νοός του’ να τον οδηγή σε αρμονία με την ακριβή γνώσι του θελήματος του Θεού, και με το να ενδυθή έτσι «τον νέον άνθρωπον, τον κτισθέντα κατά Θεόν εν δικαιοσύνη και οσιότητι της αληθείας.»—Εφεσ. 4:23, 24.
20.(α) Πώς η πνευματική διάκρισις μας φυλάττει από το να οργισθούμε ή ν’ αναστατωθούμε; (β) Ποια ορθή πορεία συμπεριφοράς προς έναν που μας αδικεί συνέστησε ο Ιησούς;
20 Η πνευματική διάκρισις μάς οδηγεί στην ορθή σχέσι με τους αδελφούς μας και τις αδελφές μας στην κοινωνία Νέου Κόσμου. Παραδείγματος χάριν, αν ένας αδελφός νομίζη ότι αδικήθηκε, δεν θα ενεργήση με βιαστική οργή και δεν θα αναστατωθή για ό,τι ο αδελφός του μπορεί να έκανε σ’ αυτόν ή να είπε γι’ αυτόν. Τι είναι εκείνο που θα έκανε ένα άτομο να αναστατωθή και να οργισθή κάτω από τέτοιες περιστάσεις; Δεν γίνεται μήπως αυτό επειδή ακριβώς σκέπτεται τον εαυτό του, δεν ταράσσεται ίσως επειδή το καλό του όνομα κακοπαραστάθηκε; Αλλά δεν περιλαμβάνεται στην υπόθεσι αυτή και κάτι πιο σπουδαίο; Αν κάποιος στην εκκλησία ενήργησε εσφαλμένα, ο Χριστιανός που έχει πνευματική διάκρισι βλέπει ότι η εσφαλμένη πορεία του αδελφού του αποτελεί απόδειξη κάποιας πνευματικής αδυναμίας από μέρους του και ότι, επομένως, η πνευματική του ζωή βρίσκεται σε κίνδυνο, και ότι υπάρχει ασφαλώς κάτι περισσότερο για να ενδιαφερθή από οποιοδήποτε πραγματικό ή φανταστικό κακό που μπορεί να έκαμε σ’ αυτόν ο αδελφός του. Αντί να «διαλογίζεται το κακόν», μάλλον ο ώριμος Χριστιανός πηγαίνει στον αδελφό του που έσφαλε, όχι με οργή, όχι για να λάβη προσωπική ικανοποίησι για την αδικία που μπορεί να έκανε , αλλ’ από αγάπη γι’ αυτόν, για να τον βοηθήση ώστε να μην προσκόψη, αν είναι δυνατόν, προτού να είναι πολύ αργά. Δεν έδωσε μήπως ο Ιησούς αυτήν ακριβώς τη συμβουλή: «Εάν δε αμαρτήσει εις σε ο αδελφός σου, ύπαγε και έλεγξον αυτόν μεταξύ σου και αυτού μόνου· εάν σου ακούση, εκέρδησας τον αδελφόν σου»;—1 Κορ. 13:4, 5· Ματθ. 18:15.
21. Πώς θεωρεί τον εαυτό του ο ώριμος δούλος του Ιεχωβά;
21 Έχοντας πνευματική διάκριση, οι πιστοί δούλοι του Θεού θεωρούν τον εαυτό τους εκείνο που είναι, απλώς χωμάτινα σκεύη, που έχουν μικρή αξία αυτά καθ’ εαυτά· όμως, με την παρ’ αξίαν αγαθότητα του Ιεχωβά, περιέχουν πολύτιμους θησαυρούς γνώσεως που προορίζεται να χρησιμοποιηθή στην υπηρεσία του. Αυτό τους κρατεί ταπεινούς, ώστε να εκτιμούν πάντοτε πως ό,τι πολύτιμο έχουν δόθηκε από τον Ιεχωβά και δεν αποτελεί αιτία να καυχώνται για τον εαυτό τους. Στα εδάφια 1 Κορινθίους 4:6, 7 ο απόστολος έγραψε : «Να μην φρονήτε υπέρ ό,τι είναι γεγραμμένον , δια να μη επαίρησθε εις υπέρ του ενός κατά του άλλου. Διότι τις σε διακρίνει από του άλλου; Και τι έχεις , το οποίον δεν έλαβες, εάν δε και έλαβες, τι καυχάσαι ως μη λαβών;» Το να έχει κανείς αυτή τη Γραφική άποψι θα τον φυλάξη από το να γίνει υπερήφανος και εγωκεντρικός, ή εύθικτος και μνησίκακος, ώστε να δυσκολεύεται να συμβαδίζη με τους άλλους. Θα είναι γεμάτος από εκτίμησι για την αγαθότητα του Ιεχωβά και το προνόμιο να γνωρίζη Αυτόν και τον Υιό του Ιησού Χριστό, και θα λησμονή τον εαυτό του και θα ενδιαφέρεται μόνο για να μεταδίδη στους άλλους τα αγαθά πράγματα που έχει.
22. Ενώ παραμένομε ταπεινοί, ποιες ακρότητες πρέπει ν’ αποφεύγωμε και πώς;
22 Εν τούτοις, ενώ παραμένομε ταπεινοί, υπάρχει ανάγκη να φυλαγώμαστε από αντίθετη ακρότητα του να έχωμε ένα σύμπλεγμα κατωτερότητας, με το να είμεθα απολογητικοί και να νοιώθωμε δυσαρεστημένοι με τον εαυτό μας ως το σημείο αποθαρρύνσεως. Αναγνωρίζοντας κανείς τη δύναμι του πνεύματος του Ιεχωβά, διακρίνη με υγιή διάνοια ότι, με τη βοήθεια του Ιεχωβά, μπορεί να εκτελέσει εκείνο που είναι το θέλημα του Θεού γι’ αυτόν κι έτσι αναλαμβάνει οποιαδήποτε υπηρεσία που του ανατίθεται με πίστι, όπως διαβάζομε στην προς Ρωμαίους επιστολή 12:3: «Διότι λέγω δια της χάριτος της εις εμέ δοθείσης προς πάντα όστις είναι μεταξύ σας, να μη φρονή υψηλότερα παρ’ ότι πρέπει να φρονή, αλλά να φρονή ώστε να σωφρονή, κατά το μέτρον της πίστεως, το οποίον ο Θεός εμοίρασεν εις έκαστον.»
23. Πώς η πνευματική διάκρισις συντελεί στην ενότητα μεταξύ των αδελφών;
23 Αυτή η ταπεινή αλλ’ όμως ρεαλιστική άποψις για τον εαυτό μας καθιστά ικανό τον Χριστιανό να έχει μια τίμια, ειλικρινή και ρεαλιστική στάσι απέναντι των αδελφών του, η οποία συντελεί σε ευχάριστη επικοινωνία και θεοσεβή αρμονία. Η πνευματική διάκρισις μάς καθιστά ικανούς να συνεργαζώμεθα με ενότητα, εκτιμώντας τις ανάγκες ο ένας του άλλου, και μας καθιστά ικανούς να δίνωμε πρακτική έκφρασι στην ιδιότητα της αγάπης. Εμπλησθήτε, λοιπόν, με πνευματική διάκρισι, λαμβάνετε ορθές αποφάσεις, «δια να περιπατήσητε αξίως του Ιεχωβά ευαρεστούντες κατά πάντα, καρποφορούντες εις παν έργον αγαθόν, και αυξανόμενοι εις την επίγνωσιν του Θεού.»