Εδάφια της Ημέρας για τον Μήνα Οκτώβριο
16 Ας κρατώμεν την ομολογίαν της ελπίδος ασάλευτον· διότι πιστός ο υποσχεθείς.—Εβρ. 10:23. Σ 1/10/58 25-27
17 Πάτερ ημών . . . μη φέρης ημάς εις πειρασμόν, αλλά ελευθέρωσον ημάς από του πονηρού.—Ματθ. 6:9, 13. Σ 15/1/59 18α
18 Παν ό,τι αν πράττητε, εκ ψυχής εργάζεσθε, ως εις τον Ιεχωβά, και ουχί εις ανθρώπους· εξεύροντες ότι από του Ιεχωβά θέλετε λάβει την ανταπόδοσιν.—Κολ. 3:23, 24, ΜΝΚ. Σ 1/6/58 18-20α
19 Θέλω εμβάλει εν υμίν το πνεύμα μου, και σας κάμει να περιπατήτε εν τοις διατάγμασί μου, και να φυλάττητε τας κρίσεις μου, και να εκτελήτε αυτάς.—Ιεζ. 36:27. Σ 15/5/58 4-6α
20 Ο παθών κατά σάρκα έπαυσεν από της αμαρτίας· δια να ζήσητε τον εν σαρκί επίλοιπον χρόνον, ουχί πλέον εν ταις επιθυμίαις των ανθρώπων, αλλ’ εν τω θελήματι του Θεού.—1 Πέτρ. 4:1, 2. Σ 15/7/58 5-7α
21 Τότε έρχεται ο Ιησούς από της Γαλιλαίας εις τον Ιορδάνην προς τον Ιωάννην, δια να βαπτισθή υπ’ αυτού.—Ματθ. 3:13. Σ 1/12/58 3α
22 Η σωτηρία είναι του Θεού ημών του καθημένου επί του θρόνου, και του Αρνίου.—Αποκάλ. 7:10. Σ 1/4/59 19, 20α
23 Ουδέποτε ελάλησεν άνθρωπος ούτω.—Ιωάν. 7:46. Σ 1/2/59 11α
24 Προσέχετε, αγρυπνείτε, . . . (διότι δεν εξεύρετε πότε έρχεται ο Κύριος της οικίας, . . . ) μήποτε ελθών εξαίφνης, σας εύρη κοιμωμένους. . . . Προς πάντας λέγω, Αγρυπνείτε.—Μάρκ. 13:33-37. Σ 15/12/58 18, 19
25 Έλθετε προς με, πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι, και εγώ θέλω σας αναπαύσει. Άρατε τον ζυγόν μου εφ’ υμάς, και μάθετε απ’ εμού· διότι πράος είμαι και ταπεινός την καρδίαν· και θέλετε ευρεί ανάπαυσιν εν ταις ψυχαίς υμών.—Ματθ. 11:28, 29. Σ 1/1/58 10, 8α
26 Προς εσάς και προς τους λοιπούς τους εν Θυατείροις, . . . οίτινες δεν εγνώρισαν τα βάθη του Σατανά, ως λέγουσι, Δεν θέλω βάλει εφ’ υμάς άλλο βάρος.—Αποκάλ. 2:24. Σ 1/3/58 19, 21α
27 Κύριε, θέλεις να είπωμεν να καταβή πυρ από του ουρανού, και να αφανίση αυτούς; Στραφείς δε [ο Ιησούς] επέπληξεν αυτούς.—Λουκ. 9:54, 55. Σ 1/2/59 16, 17α
28 Ετρέχετε καλώς· τις σας εμπόδισεν ώστε να μη πείθησθε εις την αλήθειαν;—Γαλ. 5:7. Σ 1/11/58 19, 20
29 Σεις είσθε μάρτυρές μου, λέγει ο Ιεχωβά, και ο δούλός μου, τον οποίον εξέλεξα, δια να μάθετε και να πιστεύσητε εις εμέ, και να εννοήσητε ότι εγώ αυτός είμαι· προ εμού άλλος Θεός δεν υπήρξεν, ουδέ θέλει υπάρχει μετ’ εμέ.—Ησ. 43:10, ΜΝΚ. Σ 15/11/58 6-8α
30 Εφέρθησαν τα σκεύη τα χρυσά, τα οποία αφηρέθησαν εκ του ναού [του Ιεχωβά]· . . . και έπινον εν αυτοίς ο βασιλεύς και οι μεγιστάνες αυτού, αι γυναίκες αυτού, και αι παλλακαί αυτού. Έπινον οίνον, και ήνεσαν τους θεούς [αυτών].—Δαν. 5:3, 4. Σ 15/12/58 11α
31 Αυτός ο Πατήρ σάς αγαπά.—Ιωάν. 16:27. Σ 15/1/59 20, 21α