Ερωτήσεις Από Αναγνώστας
● Το εδάφιο Γαλάτας 3:17 λέγει ότι η διαθήκη του Νόμου έγινε 430 έτη μετά την Αβρααμιαία διαθήκη. Το εδάφιο Έξοδος 12:40 λέγει ότι ο Ισραήλ παρέμεινε στην Αίγυπτο 430 έτη, και κατόπιν έγινε η διαθήκη του Νόμου. Εν τούτοις, η Αβρααμιαία διαθήκη είχε γίνει με τον Αβραάμ αιώνες προτού ο εγγονός του Ιακώβ, ή Ισραήλ, εισέλθη στην Αίγυπτο με τους απογόνους του για να διαμείνη εκεί. Πώς, λοιπόν, ο χρόνος μεταξύ της εκτελέσεως των δύο διαθηκών μπορούσε να είναι ο ίδιος με τον χρόνον διαμονής στην Αίγυπτο;—Ρ. Ντ., Μαίρυλαντ.
Αν ανατρέξετε στον «Πίνακα των Αξιοσημειώτων Ιστορικών Χρονολογιών», που εδημοσιεύθη στη Σκοπιά της 1ης Απριλίου 1951 (στην Αγγλική), θα παρατηρήσετε ότι τα Γραφικά εδάφια δείχνουν ότι η Αβρααμιαία διαθήκη έγινε στο έτος 1943 π.Χ., οπότε και ο Αβραάμ επίσης μπήκε στη γη Χαναάν κι άρχισε να διαμένη εκεί. Τότε εσημειώθη η έναρξις της περιόδου των 430 ετών. Μετά 30 έτη, όταν ο Ισαάκ εχλευάσθη και ωνειδίσθη από τον Ισμαήλ, άρχισε η 400 ετών περίοδος θλίψεως. (Γέν. 15:13· 21:8, 9· Πράξ. 7:6) Στο έτος 1728 π.Χ. ο Ιακώβ και όλη η οικογένειά του ενώθηκε με τον γυιό του Ιωσήφ στην Αίγυπτο, για ν’ αρχίση η διαμονή στην Αίγυπτο, ύστερ’ από μια περίοδο 215 ετών διαμονής στη γη Χαναάν, που άρχισε με τον Αβραάμ. Κατόπιν θα περνούσαν άλλα 215 έτη προτού ο Ισραήλ απελευθερωθή από την Αιγυπτιακή διαμονή και θλίψι, στο έτος 1513 π.Χ., οπότε συνήφθη η διαθήκη του Νόμου με τον Ισραήλ. Το Γραφικό εδάφιο που υποστηρίζει αυτή τη χρονολογία βρίσκεται στον πίνακα που μνημονεύεται ανωτέρω.
Διασαφηνίζεται, λοιπόν, από την αφήγησι της Γραφής ότι από τότε που έγινε η Αβρααμιαία διαθήκη ως την ίδρυσι της διαθήκης του Νόμου πέρασαν 430 έτη, σύμφωνα με ό,τι λέγεται στο Γαλάτας 3:17. Διασαφηνίζεται, επίσης, απ’ αυτό ότι υπάρχει μια περίοδος διαμονής που φθάνει τα 430 έτη, της οποίας το ήμισυ ήταν στη γη Χαναάν και το άλλο ήμισυ στην Αίγυπτο. Αλλ’ αυτό φαίνεται να συγκρούεται με το Έξοδος 12:40, το οποίον λέγει: «Ο καιρός δε της παροικίας των υιών Ισραήλ, την οποίαν παρώκησαν εν Αιγύπτω, ήτο τετρακόσια και τριάκοντα έτη.» Η σύγκρουσις συνάγεται από μια εσπευσμένη και μόνο εξέτασι του ζητήματος. Το κείμενον δεν λέγει ότι παρέμειναν στην Αίγυπτο 430 έτη, αλλ’ ότι παρώκησαν εκείνη τη χρονική περίοδο. Στο δεύτερο ήμισυ της περιόδου εκείνης κατώκησαν στην Αίγυπτο, αλλ’ όχι σε όλη τη διάρκειά της. Η απόδοσις του εδαφίου αυτού από τη Μετάφρασι των Εβδομήκοντα παρουσιάζει:την ακριβή σκέψι: «Η δε κατοίκησις των υιών Ισραήλ, ην κατώκησαν εν γη Αιγύπτω και εν γη Χαναάν, έτη τετρακόσια τριάκοντα.»
Η Μετάφρασις των Εβδομήκοντα είναι μια μετάφρασις που έγινε στον δεύτερο και στον τρίτον αιώνα προ Χριστού, το δε τμήμα της Εξόδου αναμφιβόλως συνεπληρώθη στον τρίτον αιώνα, κι εβασίσθη σε Εβραϊκά χειρόγραφα παλαιότερα από το παραδεδεγμένο Μασοριτικό Εβραϊκό κείμενο. Γι’ αυτόν τον λόγο μπορεί να είναι σε πολλές από τις αποδόσεις της πιο ακριβής από το στερεότυπο Μασοριτικό κείμενο. Η Σαμαρειτική Πεντάτευχος, μεταγραμμάτισις του Εβραϊκού κειμένου σε Σαμαρειτικούς χαρακτήρας με εγκατεσπαρμένους μερικούς Σαμαρειτικούς ιδιωματισμούς, έγινε τον πέμπτον αιώνα προ Χριστού και περιλαμβάνει επίσης τη διαμονή στη Χαναάν μαζί με τη διαμονή στην Αίγυπτο. Ήταν λοιπόν η διαμονή στην Αίγυπτο και στη Χαναάν μαζί που έφθανε συνολικά τα 430 έτη και όχι ο χρόνος που εδαπανήθη στην Αίγυπτο μόνο. Ο χρόνος, λοιπόν, μεταξύ της εκτελέσεως των δύο διαθηκών (430 έτη) δεν ήταν ο ίδιος με τον χρόνον της διαμονής στην Αίγυπτο (215 έτη), και δεν υπάρχει σύγκρουσις μεταξύ του Γαλάτας 3:17 και Έξοδος 12:40 όταν το δεύτερο νοηθή ορθά.
● Η πίστις στην έμφυτη αθανασία της ανθρωπίνης ψυχής είναι βασική στις θρησκείες του κόσμου, είτε Χριστιανικές είναι, είτε Ιουδαϊκές είτε ειδωλολατρικές. Γιατί οι μάρτυρες του Ιεχωβά πιστεύουν ότι η ψυχή δεν είναι αθάνατη;
Διότι δεν υπάρχει χωρίον μέσα στην Αγ. Γραφή που να λέγη ότι η ψυχή είναι αθάνατη, και διότι υπάρχουν διάφορα χωρία που λέγουν ότι δεν είναι αθάνατη. Η ψυχή που αμαρτάνει, πεθαίνει: «Η ψυχή η αμαρτήσασα, αυτή θέλει αποθάνει.» Ακόμη και για τον αναμάρτητο άνθρωπο Ιησού είναι γραμμένο: «Παρέδωκε την ψυχήν αυτού εις θάνατον.» Η ψυχή δεν είναι καμμιά άψαυστη, αόρατη πνευματική ύπαρξις, χωρισμένη από το σώμα ενός πλάσματος, αλλά «ψυχή» σημαίνει «ζωή». Είτε άνθρωπος είναι είτε κτήνος, ένα πλάσμα που έχει ζωή μπορεί να λεχθή ότι έχει ψυχή. Για τα υδρόβια πλάσματα που έγιναν πριν από τον άνθρωπο, η Γραφή λέγει στη Γένεσι 1:20: «Ας γεννήσωσι τα ύδατα εν αφθονία» νηκτά έμψυχα.» Ούτε τα ζώα ούτε οι άνθρωποι έχουν αθάνατες ψυχές· και τα δύο είναι ζώσες ψυχές και γίνονται νεκρές ψυχές: «Διότι το συνάντημα των υιών των ανθρώπων είναι και το συνάντημα του κτήνους· και έν συνάντημα είναι εις αυτούς· καθώς αποθνήσκει τούτο, ούτως αποθνήσκει και εκείνος· και η αυτή πνοή είναι εις πάντας· και ο άνθρωπος δεν υπερτερεί κατ’ ουδέν το κτήνος· διότι τα πάντα είναι ματαιότης. Τα πάντα καταντώσιν εις τον αυτόν τόπον· τα πάντα έγειναν εκ του χώματος, και τα πάντα επιστρέφουσιν εις το χώμα.» Είναι καθαρός μύθος των θρησκειών να λέγουν ότι ο άνθρωπος έχει αθάνατη, συνειδητή ψυχή η οποία επιζή του θανάτου του σώματος: «Διότι οι ζώντες γνωρίζουσιν ότι θέλουσιν αποθάνει· αλλ’ οι νεκροί δεν γνωρίζουσιν ουδέν, ουδέ έχουσι πλέον απόλαυσιν· επειδή το μνημόσυνον αυτών ελησμονήθη. Πάντα όσα εύρη η χειρ σου να κάμη, κάμε κατά την δύναμίν σου· διότι δεν είναι πράξις, ούτε λογισμός, ούτε γνώσις, ούτε σοφία, εν τω άδη όπου υπάγεις.» Ο θάνατος τερματίζει τη συναίσθησι του ανθρώπου: «Το πνεύμα αυτού εξέρχεται· αυτός επιστρέφει εις την γην αυτού· εν εκείνη τη ημέρα οι διαλογισμοί αυτού αφανίζονται.»—Ιεζ. 18:4· Ησ. 53:12· Εκκλησ. 3:19, 20· 9:5, 10· Ψαλμ. 146:4.
Θα ελέγετο στους ακολούθους του Χριστού να ζητούν αθανασία αν την είχαν ήδη; Και όμως λέγεται σ’ αυτούς: «Εις μεν τους ζητούντας δι’ υπομονής έργου αγαθού δόξαν και τιμήν και αφθαρσίαν, ζωήν αιώνιον,» και «πρέπει . . . το θνητόν τούτο να ενδυθή αθανασίαν.»—Ρωμ. 2:7· 1 Κορ. 15:53.