Επιδιώκοντας τον Σκοπό μου στη Ζωή
Αφήγησις της Βικτωρίας Ντούγκαλουκ
ΣΤΑ περασμένα λίγα χρόνια, μελετώντας στα σπίτια των ανθρώπων καλής θελήσεως ή συναναστρεφομένη γενικά τον λαόν του Ιεχωβά, συχνά άκουα την εξής παρατήρησι: «Με τις τόσες πείρες σου πρέπει να συγγράψης ένα βιβλίο για την ιεραποστολική σου ζωή.» Αφού εγώ ήμουν κάθε μέρα έξω στην υπηρεσία και είχα ένα πληρέστατο πρόγραμμα, αυτό ήταν, φυσικά, εντελώς ακατόρθωτο. Εν τούτοις, προσφάτως μου έγινε σύστασις να γράψω, όχι ένα βιβλίο, αλλά μερικά ζωτικά σημεία που προεξέχουν επί έτη κατά τα οποία επεδίωκα τον σκοπό μου στη ζωή ως ιεραποστόλου. Εμπιστευτικά, φρονώ ότι ένα βιβλίο θα ήταν απλούστερο, διότι υπάρχουν πολλά που μπορούν να λεχθούν.
Λοιπόν, ήταν το έτος 1939, οπότε η μητέρα μου, κάτοικος της Τσιπάουα, του Οντάριο, Καναδά, αφού επεσκέφθη επανειλημμένως όλες τις εκκλησίες της περιφερείας αναζητώντας την αλήθεια, τελικά βρήκε στην Αγία Γραφή, με τη βοήθεια των εκδόσεων της Σκοπιάς, ό,τι την ικανοποιούσε κι εξακολουθεί να την ικανοποιή. Παρά το ότι μας έδειχνε υπομονητικά την αντίθεσι μεταξύ της αληθινής και της ψευδούς θρησκείας, εγώ εξακολουθούσα να πηγαίνω στη Ρωμαιοκαθολική εκκλησία, όπου ήμουν μέλος του χορού των ψαλτών, της οργανώσεως νέων και της κατηχητικής τάξεως. Την θυμάμαι που επέμενε ευγενικά να με διδάσκη να διαβάζω τη μητρική της Ουκρανική γλώσσα, ενώ συγχρόνως εξέλεγε Γραφικά εδάφια που περιείχαν επαγγελίες ευλογιών της Βασιλείας για να τις διαβάζω. Η υπομονή της αντημείφθη όταν μια Κυριακή, από δική μου ελευθέρα θέλησι, βγήκα απ’ την εκκλησία κι επερίμενα έξω να τελειώση η λειτουργία για να πάω στο σπίτι με τις αδελφές μου. Ο υπηρέτης της εκκλησίας και άλλοι αδελφοί περνούσαν ακριβώς τότε, παίρνοντας τη μητέρα μου στο από θύρα σε θύρα έργον. Όταν με είδαν στα σκαλοπάτια της εκκλησίας τόσο νωρίς, εσταμάτησαν και μ’ ερώτησαν αν ήθελα να τους συνοδεύσω. Ήμουν πολύ ευτυχής να το πράξω αυτό. Ήταν στο αυτοκίνητο τότε ένα κορίτσι της ηλικίας μου, το όποιο μ’ ενεθάρρυνε πάρα πολύ και μου είπε ότι έκαμα ό,τι έπρεπε που έφυγα απ’ εκεί, διότι δεν μπορούσα να μετέχω σε δύο τράπεζες.
Τότε ήμουν δώδεκα ετών, και εξετίμησα από τότε την ενεργητικότητα, την υπομονή και τον χρόνον που εδαπάνησαν οι αδελφοί της περιφερείας εκείνης για να μ’ εκπαιδεύσουν, χωρίς ποτέ να φρονούν ότι ήμουν πολύ μικρή για ν’ απασχοληθούν για μένα. Τον Σεπτέμβριο του έτους 1940, αφιερώθηκα στον Ιεχωβά, μαζί με τη μητέρα μου και μια νεώτερη αδελφή μου.
Μετά από λίγον καιρό, ένας σκαπανεύς από τη Νέα Γη ήλθε να επισκεφθή τον υπηρέτη της εκκλησίας μας. Ωδηγήθη στο σπίτι μας κι έτσι μπορούσαμε ν’ ακούσωμε μερικές από τις πείρες του. Θυμάμαι που εκάθησα εκεί καταγοητευμένη κι έλεγα, Μια μέρα θα ήθελα κι εγώ να είμαι έτσι ιεραπόστολος. Οι ενθαρρυντικοί λόγοι του αδελφού αυτού μου έμειναν στη μνήμη και απέκτησαν έμφασι, όταν, στο έτος 1942, παρακολούθησα την πρώτη μου συνέλευσι στο Κλήβελαντ, Οχάιο. Εκεί συνήντησα πολλούς ολοχρονίους εργάτας και όλοι έχαιραν για την ευτυχή αυτή μερίδα των. Τους ερώτησα, λοιπόν, για τη δράσι τους και απεφάσισα να υποβάλω, όσο το δυνατόν ταχύτερα, την αίτησί μου για ολοχρόνια υπηρεσία σκαπανέως.
Τον Οκτώβριο του 1943, σε ηλικία 16 ετών, άρχισα να επιδιώκω τον σκοπό μου στη ζωή, τη νέα μου σταδιοδρομία. Αφού εργάσθηκα μόνη επί μικρό διάστημα στην ύπαιθρο με το ποδήλατό μου, έλαβα διορισμό στο Τορόντο, Καναδά, μαζί με μια άλλη αδελφή—εντελώς ξένη σ’ εμένα. Δεν επρόκειτο να μείνω έτσι για πολύν καιρό.
Επιθυμώ να επαναφέρω στη μνήμη μου την καλωσύνη του γραφείου του τμήματος Τορόντο, που μ’ εβοήθησε να εγκατασταθώ, και την αγάπη που μου επέδειξαν οι αδελφοί στο να με διατρέφουν, να με ενδύουν και να με στεγάζουν. Εφόσον ήμουν μακριά απ’ το σπίτι μου και πολύ νεαρή, είχα πολλά να μάθω κι εξετίμησα τις συμβουλές των παλαιοτέρων στην αλήθεια αδελφών.
Το να φέρνω τους σπουδαστάς της Γραφής στις συναθροίσεις και να τους παρακολουθώ να εξελιχθούν σε ευαγγελιζομένους ήταν τ’ όνειρό μου που επαλήθευσε. Τι προνόμιο να χρησιμοποιούμαι έτσι από τον Ιεχωβά! Ήμουν πολύ ευτυχής που είχα έτσι μια μερίδα στη διεκδίκησι του ονόματος του Ιεχωβά.
Ύστερ’ από ένα έτος η αδελφή μου ενετάχθη κι αυτή στην ολοχρόνια υπηρεσία, ενθαρρημένη από τις πείρες που αφηγούμην στις επιστολές μου. Αυτό το γεγονός επέφερε αλλαγή διορισμού σε άλλη εκκλησία. Τότε η αδελφή μου ήταν 15 ετών· αναφέρω, λοιπόν, και πάλι τι βοήθεια απετέλεσαν για μας οι παλαιότεροι αδελφοί, βοηθώντας μας να φθάσωμε σε ωριμότητα. Είχαμε πολλές ενδιαφέρουσες Γραφικές μελέτες σ’ αυτόν τον τόπο του διορισμού μας, το δε βιβλίο της μελέτης μας τότε ήταν το Παιδία. Μια μελέτη εγίνετο με μια οικογένεια κωφαλάλων. Στην αρχή εφαίνετο σαν ένας πραγματικός φραγμός, διότι δεν μπορούσαμε να μιλήσωμε μεταξύ μας· αλλά γρήγορα διεπίστωσα ότι ήταν πολύ απλό το να μιλώ με τα χέρια μου και να γίνωμαι καταληπτή. Η οικογένεια αυτή εδέχθη την αλήθεια και ήλθε κι αυτή στο έργον από θύρα σε θύρα, χρησιμοποιώντας μικρές κάρτες που εξηγούσαν τον σκοπό της επισκέψεώς των. Μετεκόμισαν μετά από λίγον καιρό και ήταν συγκινητικό το να μάθω ότι παρακολούθησαν τη συνέλευσι του έτους 1953 στο Στάδιο Γιάγκη της Νέας Υόρκης, έχοντας ταξιδέψει γι’ αυτόν τον σκοπό 2.000 μίλια. Αφού απέκτησα το νέον αυτό μέσον μεταβιβάσεως της σκέψεως, μπόρεσα αργότερα να διεξαγάγω μελέτες με άλλες τέσσερες οικογένειες κωφαλάλων.
Μετά από έξη μήνες έλαβα μια πρόσκλησι να ενταχθώ στις τάξεις των ειδικών σκαπανέων. Ο τόπος διορισμού μας ήταν μια μεμονωμένη έκτασις στα προάστια του Τορόντο, Οντάριο. Επειδή μας είπαν να πάμε όσο το δυνατόν ταχύτερον, εζητήσαμε αμέσως πληροφορίες για καταλύματα. Το ίδιο εκείνο απόγευμα μετεκομίσαμε κι εκανονίσαμε να παραμείνωμε σε μια οικογένεια για μια εβδομάδα. Το σπίτι τους έγινε κατοικία μας επί ενάμισυ έτος.
Το έργον ειδικού σκαπανέως απαιτούσε πιο πολλές ώρες, πιο πολλές επανεπισκέψεις, και αυτό είχε ως αποτέλεσμα περισσότερες πείρες, περισσότερες ευλογίες. Έπρεπε να φεύγωμε πολύ νωρίς το πρωί, να παίρνωμε το φαγητό μας, που το ετρώγαμε μέσα στο παρακείμενο πελώριο νεκροταφείο, και να επιστρέφωμε μόνο μετά το σούρουπο. Συχνά εδίναμε μαρτυρία στους φύλακας του νεκροταφείου και θυμούμεθα την έκπληξί τους για την αφοβία μας μέσα σ’ έναν τέτοιο τόπο. Ένας εργάτης εγράφη συνδρομητής στη Σκοπιά και πήρε τη διεύθυνσι της Αιθούσης Βασιλείας που είναι πλησιέστερα στο σπίτι του.
Η αδελφή, με την οποία συγκατοικούσαμε, ήρχετο συχνά και περνούσε όλη τη μέρα μαζί μας, προσθέτοντας ποικιλία και ευχάριστη συντροφιά. Πραγματικά, η συντροφιά ολοκλήρου της εκκλησίας όπου επηγαίναμε τότε έκαμε πολλά για να μας εποικοδομήση πνευματικώς σε ό,τι θα επακολουθούσε ακόμη.
Στον τόπο του διορισμού μας ήμεθα πολύ ευχαριστημένες, τίποτα δεν μας έλειπε· θα ομολογήσω, όμως, ότι μυστικά διατηρούσαμε τη διασκεδαστική σκέψι ότι μια μέρα θα μας έστελλαν στην Επαρχία Κουεμπέκ. Είχαμε μάθει για τον διωγμό των εκεί αδελφών, λόγω του κηρύγματός των, ότι πολλοί απ’ αυτούς υπέστησαν οχλοκρατικές επιθέσεις, εδάρησαν και εφυλακίσθησαν. Αρχίσαμε να σκεπτώμεθα έτσι: Έχομε τα νιάτα μας, τη δύναμι και την υγεία μας· ένας τέτοιος διορισμός, βέβαια, θα μας ήταν ιδεώδης, διότι θέλομε να έχωμε μια πραγματική μερίδα στον αγώνα υπέρ της ελευθερίας μαζί με τους αδελφούς που ήσαν ήδη εκεί.
Φαντάζεσθε τη συγκίνησί μας, όταν μια μέρα όχι μόνον η αδελφή μου έλαβε πρόσκλησι για έργον ειδικού σκαπανέως, αλλά και οι δυο μας. εκλήθημεν να πάμε στο Μόντρεαλ του Κουεμπέκ για να συνεχίσωμε εκεί τη διακονία μας. Εμάθαμε, επίσης, ότι η νεώτερη αδελφή μας άρχιζε το τρίτο κατά σειράν έτος της ως σκαπανεύς θερινών διακοπών, με σκοπό να ενωθή εν καιρώ μ’ εμάς.
Προτού αναχωρήσωμε για το Μοντρεάλ, εκλήθησαν και άλλοι να πάνε στο Κουεμπέκ, εμείς δε προσεκλήθημεν στο τμήμα του Τορόντο. Ετονίσθη η σπουδαιότης του να μάθωμε Γαλλικά· μας εξηγήθησαν τα έθιμα του λαού, και ενεθαρρύνθημεν γενικά. Αυτό μας έδωσε ένα καλό ξεκίνημα.
Την 1η Μαΐου 1946, δύο αδελφές σε κάπως νευρική έξαψι έμπαιναν μέσα στη μεγάλη αυτή πόλι της επαρχίας Κουεμπέκ. Ευτυχώς συναντήσαμε έναν αδελφό ο οποίος ήταν τότε αρμόδιος για τις νομικές υποθέσεις του Μοντρεάλ. Μας ωδήγησαν στην τραπεζαρία για γεύμα και κατόπιν επήγαμε στην εβδομαδιαία συνάθροισι υπηρεσίας της εκκλησίας στην οποίαν ήμεθα διωρισμένες. Τότε, μια μόνο εκκλησία έκανε συναθροίσεις, και ποτέ δεν θα λησμονήσω ότι όταν έβγαινα απ’ την αίθουσα, αισθανόμουν ότι το κεφάλι μου είχε μέγεθος κολοκύνθης λόγω της δυσκόλου προσπαθείας μου να καταλάβω όλα όσα ελέγοντο στη Γαλλική γλώσσα. Θυμάμαι που άκουα έναν Αγγλόφωνο σκαπανέα ν’ απαντά σε ερωτήσεις Γαλλιστί, και πόσο τον εθαύμαζα που είχε κάμει τόση πρόοδο. Απεφάσισα κι εγώ να κάμω το ίδιο.
Δεν πέρασε πολύς καιρός και υπέστημεν ό,τι είχαμε διαβάσει άλλοτε. Η αδελφή μου συνελήφθη και παρεπέμπετο τακτικά στο δικαστήριο ανηλίκων, εγώ δε έγινα τακτική θαμών του δικαστηρίου, τόσον ώστε ο δικαστής μια μέρα μού είπε ότι είχα γίνει το πιο οχληρό άτομο που είχε έλθει ποτέ σ’ εκείνον τον τόπο. Είχαμε πολλές ευκαιρίες μαρτυρίας, όχι μόνο στο προσωπικό των δικαστηρίων αλλά και στους άλλους συγκρατουμένους. Ένας μεγάλος δεσμός αγάπης ανεπτύχθη μεταξύ των αδελφών, οι οποίοι έλαβαν μέρος στις πείρες των φυλακών· μια περίπτωσι θυμάμαι ειδικά: Μερικοί από μας ωδηγήθημεν μαζί στο κρατητήριο, κι επειδή επρόκειτο να κατατεθή εγγύησις, οι γηραιότεροι, ή όσοι είχαν οικογένειες, απελύθησαν πρώτοι. Στο τέλος εμείναμε δύο. Πέρασαν έξη μέρες χωρίς να ξέρωμε πότε θα έλθη η σειρά μας. Τελικά ήλθε η εγγύησις, αλλά για τον ένα μόνο. Η Γαλλίς αδελφή, που ήταν μαζί μου, είπε, ‘Ή και οι δύο ή κανένας’ έτσι παρητήθη της αμέσου ελευθερίας για να παραμείνη μαζί μου. Αυτό εξετιμήθη περισσότερο από όσο μπορούν τα λόγια να το εκφράσουν. Τελικά οι μάρτυρες του Ιεχωβά έφθασαν στο να εκτιμώνται πάρα πολύ για τον αγώνα των υπέρ της ελευθερίας, διότι όλες οι απόπειρες που έγιναν για να μας αποθαρρύνουν απέτυχαν. Οι προσπάθειές των να απονεκρώσουν τον ζήλο μας μάς έκαμαν όλους να είμεθα ακόμη πιο αποφασισμένοι να συνεχίσωμε και να βρούμε τα πρόβατα της περιφερείας εκείνης.
Αλλά το μεγαλύτερο μας πρόβλημα δεν ήταν αυτό. Ήταν η Γαλλική γλώσσα. Καταλαβαίναμε ότι ο μόνος τρόπος του να μπορέσωμε να βοηθήσωμε τους Γάλλους, θα ήταν να τους μιλήσωμε στη δική τους γλώσσα· αφού, λοιπόν, μετοικήσαμε σε μια οικογένεια που δεν είχε γνώσεις Αγγλικής, αρχίσαμε αύτη την προσπάθεια. Εφθείραμε λεξικά. Θέλαμε να χρησιμοποιήσουμε κάθε νέα λέξι που μαθαίναμε, ώσπου σιγά-σιγά οι λέξεις έφθασαν πια στο ν’ αποδίδουν νόημα, κατόπιν εσχηματίζαμε φράσεις και ύστερα διατυπώναμε σκέψεις και ιδέες. Εγίνοντο και αβίαστα γέλια με τις προσπάθειές μας, αλλά οι Γάλλοι ήσαν πολύ εξυπηρετικοί στο να μας εξηγούν ό,τι θέλαμε να μάθωμε.
Η επίσκεψις του Αδελφού Νορρ στο Μοντρεάλ το δεύτερο εξάμηνο του έτους 1946 εσήμαινε πολλά στους σκαπανείς του Κουεμπέκ. Εξήντα έξη από μας εκλήθημεν στη σχολή Γαλαάδ για την ενάτη σειρά σπουδαστών (1947), για να εκπαιδευθούμε για ειδικόν ιεραποστολικόν έργον στην Επαρχία Κουεμπέκ.
Στη σχολή Γαλαάδ εμάθαμε Γαλλική γραμματική, μαζί με όλα τα άλλα ουσιώδη θέματα. Ήταν ακριβώς η ώθησις που εχρειαζόμεθα για να ξαναπάμε στον αγρό, με ανανεωμένες δυνάμεις, με νέους τρόπους αντιμετωπίσεως πραγμάτων και αυξημένη γνώσι. Η ενότης και η αγάπη που ήταν έκδηλη εκεί μας εξεπαίδευαν στο πώς να περνούμε, ακόμη και την καθημερινή μας ζωή. Το νεαρό κορίτσι, που με είχε ενθαρρύνει όταν για πρώτη φορά εγκατέλειψα τα σκαλοπάτια της εκκλησίας, για να μην ξαναγυρίσω ποτέ σ’ αυτήν, παρακολούθησε μαθήματα στην ίδια σειρά μ’ έμενα. Το ότι ήμεθα στη σχολή Γαλαάδ εσήμαινε ότι τώρα απητούντο περισσότερα από μας· αλλά με το να έχωμε το πνεύμα του Ιεχωβά και τον λόγον Του και να είμεθα στην οργάνωσί Του (για τα οποία πάντοτε ευγνωμονούμε), όλα τα εμπόδια υπερενικήθησαν κι εξακολουθούσαμε ν’ απολαμβάνωμε τις ευλογίες του ολοχρονίου έργου σκαπανέως.
Τον Οκτώβριο του 1949, η αδελφή μου κι εγώ απεστάλημεν στην πόλι Σαιντ Υασίνθ, του Κουεμπέκ, μια μεμονωμένη περιοχή τριάντα πέντε μίλια έξω από το Μοντρεάλ. Ένας φίλος μας ωδήγησε για να ανεύρωμε καταλύματα. Οπουδήποτε και αν ερωτήσαμε, οι κάτοικοι έλεγαν: «Πρέπει να τηλεφωνήσω στον εφημέριό μου να ιδώ αν επιτρέπεται να κάμω ενοικίασι σε μη Καθολικούς.» Αφού εζητήσαμε πληροφορίες σε διάφορα μέρη, τελικά βρήκαμε μια γυναίκα, η οποία εδέχθη να μας νοικιάση το πρόσθιο δωμάτιό της με την πρόθεσι, όπως αργότερα ωμολόγησε, να μας προσηλυτίση στην Καθολική πίστι.
Την εποχή εκείνη εζητούσαμε από τους ανθρώπους την συμπλήρωσι μιας αιτήσεως για Συνταγματικά Δικαιώματα για τον Καναδά. Την πρώτη εβδομάδα οι περισσότεροι το υπέγραψαν, συμφωνώντας ότι η ελευθερία της θρησκείας αποτελούσε δικαίωμα του καθενός. Η ομιλία της Κυριακής επέφερε αλλαγή της σκηνής. Ο ιερεύς της ενορίας ανήγγειλε ότι κανείς δεν έπρεπε να υπογράψη, ότι ήμεθα «Κομμουνισταί», ότι ήμεθα ‘αι μωραί παρθένοι της παραβολής’, κλπ. Η νοικοκυρά μας ειδοποιήθη να μας εξώση μετά δύο εβδομάδες. Ένα πρωί μας είπε να φύγωμε από το σπίτι σε δυο ώρες, διότι αλλιώς θα πετούσε τα πράγματά μας στο δρόμο. Φωνασκούσε καθώς μας το έλεγε αυτό, προσθέτοντας ότι δεν επρόκειτο περί δικής της ιδέας. Αφού πήγαμε τα πράγματά μας στις αποθήκες του σιδηροδρομικού σταθμού, αρχίσαμε άλλη αναζήτησι καταλύματος, αλλά ματαίως. Αναγκασθήκαμε να επιστρέψωμε στο Μοντρεάλ και τις επόμενες τρεις μέρες ο χρόνος μας εδαπανήθη στο να πηγαινοερχώμεθα μεταξύ των δύο αυτών πόλεων, αναζητώντας άλλη κατοικία. Βρήκαμε μια κατοικία στα προάστια της πόλεως, σε μια ευρείας αντιλήψεως οικογένεια, η οποία μάλιστα, αν και υβρίσθη από τις τοπικές εφημερίδες, αρνήθηκε να μας εξώση.
Ύστερ’ από λίγον καιρό συνελήφθημεν με την κατηγορία ότι πωλούσαμε Γραφές. Στη δίκη απηλλάγημεν. Αυτό το γεγονός ετερμάτισε τις οχλοκρατίες που είχαν γίνει καθημερινή συνήθεια και επέτρεψε να τύχωμε αστυνομικής προστασίας. Αργότερα μας συνήντησαν δύο άλλοι ιεραπόστολοι και στον ωρισμένο καιρό είχαμε τη χαρά να ιδρύσωμε μια νέα εκκλησία. Διάφορα άτομα έλαβαν σταθερή στάσι υπέρ της αληθείας, και αναγκάσθηκαν να φύγουν απ’ την πόλι για να φροντίσουν αλλού για έργον. Σ’ εμάς, όμως, έγινε μια πραγματική κατοικία, κι επειδή η περιφέρεια ήταν εξ ολοκλήρου σχεδόν Γαλλική, μπορέσαμε να προοδεύσωμε στη γλώσσα. Σε πολλές περιπτώσεις, οι άνθρωποι μας πήγαν για να μιλήσωμε στους εντοπίους ιερείς στο πρεσβυτέριό τους, μη πιστεύοντας ότι εμείς είχαμε την ‘καλή Αγία Γραφή’. Αυτές οι συζητήσεις μάς ενίσχυσαν, διότι διεπιστώσαμε πόσο λίγα πράγματα ήξεραν από τις Γραφές αυτοί οι άνθρωποι, που εξεπαιδεύθησαν εκκλησιαστικώς και θεολογικώς. Ένας μάλιστα είπε την εξής αντίρρησι: «Πώς θέλετε να συζητήσω πάνω στην Αγία Γραφή; Εγώ είμαι εφημέριος, δεν είμαι σπουδαστής των Γραφών.» Ένας άλλος, Δομινικανός «Πατήρ», μας κατηράσθη στη διάρκεια συζητήσεως μέσα σ’ ένα κλειστό απόμερο κτίριο, όταν του εδείξαμε στη δική του Γραφή ότι η απόδειξίς του περί «τριάδος» που ελήφθη από το εδάφιο 1 Ιωάννου 5:7 ήταν παρείσακτη. Ο νεαρός, που μας ωδήγησε ως εκεί, απηλλάγη από την πλάνη του, διότι είχε ισχυρισθή στην αρχή ότι ενώ αυτός δεν ήξερε τις απαντήσεις στα ερωτήματά μας, ασφαλώς οι «Πατέρες» θα τις ήξεραν.
Τον Σεπτέμβριο (του 1951) άρχισε μια νέα περιπέτεια στην ιεραποστολική μας ζωή. Διωρισθήκαμε μαζί μ’ έναν συσπουδαστή μας στο Τρουά Ριβιέρ του Κουεμπέκ, ογδόντα τρία μίλια βορείως του Μοντρεάλ, μαζί με άλλους πέντε ιεραποστόλους της δεκάτης εβδόμης σειράς σπουδαστών της σχολής Γαλαάδ, που μόλις είχαν αποφοιτήσει. Στην αρχή, αυτοί μας ήσαν ξένοι, αλλ’ αφού εμείς μπορέσαμε να βρούμε μόνο δύο δωμάτια για να καταλύσωμε οι οκτώ, σε λίγον καιρό εγίναμε γνωστοί. Η πρώτη μας μέρα υπηρεσίας άρχισε με μια επίσκεψι στον εκεί διευθυντή της αστυνομίας. Έγινε για να τον πληροφορήσωμε για την άφιξι και τους σκοπούς μας, έτσι ώστε ν’ απαλλάξη τα όργανά του από την ανάγκη τού να κάνουν περιττές έρευνες για ψευδείς κατηγορίες, που θα μετεδίδοντο ενδεχομένως από τηλεφώνου, ότι είμεθα «Κομμουνισταί». Αφού του εξηγήσαμε τον τρόπο του έργου μας, αυτός μας ευχήθηκε καλή επιτυχία. Οκτώ ιεραπόστολοι εργαζόμενοι κάθε μέρα σύντομα επροκάλεσαν σχόλια ότι ένα στράτευμα επέδραμε στην πόλι. Στην αρχή οι ιερείς προσεπάθησαν με διάφορα μέσα να σταματήσουν το έργον μας εκεί, ακολουθώντας μας μάλιστα από πόρτα σε πόρτα για να ειδοποιούν το κοινόν. Μια μέρα που εκλήθη η αστυνομία να μας συλλάβη, εματαιώθη η σύλληψις, διότι ο αστυνομικός, όταν είδε περί τίνος επρόκειτο, αντιπαρήλθε αμέσως. Όταν βρήκαμε μεγαλύτερο κατάλυμα, η κατοικία μας έγινε Αίθουσα Βασιλείας.
Πολλοί τους οποίους επισκεφθήκαμε εσχολίασαν το γεγονός ότι συγκατοικούσαν εν ειρήνη οκτώ κορίτσια. Αυτό και μόνο τους είχε αποδείξει ότι είχαμε μια ειρηνική οργάνωσι και ότι το πνεύμα του Θεού κυριαρχούσε. Επειδή κατοικούσαμε σε πολύ στενό διαμέρισμα, ο καθείς μας εμάθαινε πολλά και διεπίστωνε ότι ο ατομικός μας τρόπος ενεργείας σε ωρισμένα πράγματα δεν ήταν πάντοτε ο ορθός τρόπος· ο καθένας λοιπόν με τη σειρά του προσπαθούσε να κάμη το καλύτερο. Διεπιστώσαμε ότι, όταν υπήρχε οργάνωσις, υπήρχε ειρήνη. Το να συγκατοικούμε πάνω από δύο χρόνια μάς ένωσε σαν μια πραγματική οικογένεια, κι όταν ήλθε ο καιρός ν’ αναχωρήσωμε, κατενοήσαμε τι ισχυρός δεσμός είχε σχηματισθή.
Τώρα κάτι νέο μας ανέμενε: μια καθιδρυμένη εκκλησία. Πιστοί σκαπανείς εργασθήκανε πολύ σκληρά για να καταρτίσουν αυτή την ομάδα υπό περιστάσεις πολύ καταθλιπτικές. Όπως και ο Μωυσής, αισθανθήκαμε ότι ήμεθα πολύ ανίκανοι να ανταποκριθούμε, αλλά γνωρίζοντας ότι η ισχύς μας είναι εν τω Ιεχωβά, με προσευχή ανελάβαμε τις ευθύνες μας. Σε λίγο βρήκαμε τους ευαγγελιζομένους ν’ ανταποκρίνωνται και να συνεργάζωνται για την προαγωγή των συμφερόντων της Βασιλείας, και το βουνό των δυσκολιών μας διελύθη κι έγινε μικρός σωρός χώματος. Μετά ένα έτος είχαμε μεγαλύτερη αύξησι και απελαμβάναμε πάρα πολύ τη συναναστροφή μας μ’ αυτά τα «άλλα πρόβατα» που έχουν τόσο μεγάλη ανάγκη διατροφής, αν και ανεπτύσσοντο βαθμηδόν σε ωριμότητα.
Η αδελφή μου, που με συνώδευε επί δέκα και πλέον έτη, ανεχώρησε τώρα για άλλον τόπο διορισμού μαζί μ’ ένα άλλο μέλος της οικογενείας, τον γαμβρό μου· αλλά στη θέσι της ήλθε στην Επαρχία Κουεμπέκ η νεώτερη αδελφή μου (σκαπανεύς επί τριετίαν) μαζί με τον σύζυγό της (ολοχρόνιον υπηρέτην επί πέντε έτη). Ήμουν πολύ ευτυχής που είχα έτσι το προνόμιο να χρησιμοποιηθώ απ’ τον Ιεχωβά. Η επιδίωξις του σκοπού μου στη ζωή ως ιεραποστόλου το απέδειξε αυτό.
Τώρα επιδιώκω τον σκοπό μου στη ζωή με διάφορη ιδιότητα. Αφού εργάσθηκα λίγον καιρό στον Οίκον Μπέθελ του Τορόντο, ενυμφεύθην κι έγινα μέλος του Οίκου Μπέθελ του Μπρούκλυν, όπου τώρα κατοικώ και υπηρετώ ως Κα Κ. Α. Στηλ.