Επιδιώκοντας τον Σκοπό μου στη Ζωή
Αφήγησις της Έστερ Μ. Ρίντελ
ΣΤΙΣ 25 Δεκεμβρίου 1948 επάτησα στο έδαφος του διορισμού μου στο εξωτερικό ως ιεραπόστολος στη Βενεζουέλα της Νοτίου Αμερικής. Τόσο γρήγορα διέρρευσε ο χρόνος ώστε θυμούμαι τώρα την ευτυχή εκείνη μέρα σαν να ήταν χθες· και καθώς ανατρέχω στα περασμένα εκείνα χρόνια κατανοώ πόσον αγαθός υπήρξε για μένα ο Ιεχωβά και πόσο πλούσιες ήσαν οι ευλογίες που έλαβα απ’ Αυτόν μέσα στον αγρό του εξωτερικού. Έχομε τύχει καλής φροντίδος μέσω της ορατής οργανώσεως του Ιεχωβά και έχει γίνει ό,τι είναι δυνατόν για να διατηρηθούμε ευτυχείς στους τόπους διορισμού μας.
Επί του παρόντος είμαι τόσο απασχολημένη στο έργον μου, ώστε να λησμονώ τελείως ότι δεν ήμουν πάντοτε ιεραπόστολος. Όπως σε όλα τ’ άλλα πράγματα, άρχισα μεν αλλά δεν έγινα ιεραπόστολος εντός της περασμένης νύχτας. Αυτό έγινε βαθμιαίως. Αυτό μ’ επαναφέρει περίπου είκοσι χρόνια πίσω, στις 15 Απριλίου 1936, οπότε άρχισα έργον σκαπανέως. Τη μέρα εκείνη ποτέ δεν θα την ξεχάσω, διότι ήταν μια από τις πιο ευτυχείς μέρες της ζωής μου. Επί πολύν καιρό σκεπτόμουν να γίνω σκαπανεύς, και κάθε φορά που έστελλε η Εταιρία μια απ’ αυτές τις επιστολές για να ενθαρρύνη ευαγγελιζομένους να γίνουν σκαπανείς, ελυπούμην πραγματικά που δεν ήμουν κι εγώ σκαπανεύς. Αφιέρωσα, βέβαια, τη ζωή μου στην υπηρεσία του Ιεχωβά πολλά χρόνια πριν· αλλά ενόμιζα, φαίνεται, πώς το έργον του σκαπανέως δεν ήταν για μένα, διότι δεν ήμουν ισχυρής ιδιοσυγκρασίας. Τελικά, όμως, αφού άκουσα την ανάγνωσι μιας απ’ αυτές τις επιστολές και κατενόησα πόσο με έθλιβε το ότι δεν διέθετα τόσο χρόνο στην υπηρεσία του αγρού όσο θα έπρεπε, έλαβα οριστική απόφασι να κανονίσω τις υποθέσεις μου και να γίνω σκαπανεύς. Εγκατέλειψα την εργασία μου ως γραμματέως και το ιδιωτικό μου γραφείο σ’ έναν αριστοκρατικόν ουρανοξύστη της Νέας Υόρκης. Ήταν εύκολο να τ’ αποχαιρετήση κανείς όλ’ αυτά, διότι πάντοτε καθόμουν και ωνειρευόμουν ότι εβάδιζα σ’ έναν ωραίο δρόμο της υπαίθρου κάθε μέρα με μια τσάντα βιβλία στη μασχάλη και προσβλέποντας σε σπίτια όπου θα μπορούσα να προσφέρω σε κάποιον να πιή από το ύδωρ της ζωής. Εβάδιζα θαρρετά την πρώτη μέρα που άρχισα το έργον του σκαπανέως, διότι εγνώριζα ότι ο Ιεχωβά μ’ εβοήθησε να επιτύχω αυτόν τον σκοπό. Είχα πίστιν ότι αυτός θα άκουε την προσευχή μου για βοήθεια προς εκτέλεσιν της καταλλήλου αποφάσεως, και το έπραξε.
Ενώ έκανα έργον σκαπανέως σε διάφορα μέρη των Ηνωμένων Πολιτειών, οι ευλογίες ήσαν αναρίθμητες. Η εκπαίδευσις που έλαβα συναντώντας διαφόρων ειδών ανθρώπους, οι οποίοι κατοικούσαν σε διάφορα μέρη της χώρας, φυλακιζομένη και αποφυλακιζομένη εδώ κι εκεί, όλα αυτά προσέθεσαν στο να γίνη ενδιαφέρον το έργον σκαπανέως, για να πούμε το λιγώτερο. Αλλά το σπουδαιότερο απ’ όλα ήταν το προνόμιο του να διδάσκω σε τόσους ανθρώπους την αλήθεια των βουλών του Ιεχωβά γι’ αυτούς, θυμούμαι πολλά άτομα που είπαν: «Δίδαξε με να προσεύχωμαι· εγώ δεν ξέρω τον τρόπο.» «Διάβασέ μου από την Αγία Γραφή· δεν μπορώ να ιδώ.» «Ο Θεός πρέπει να σε έστειλε σε μένα.» «Σ’ ευχαριστώ που ήλθες στην πόρτα μου· το άγγελμά σου έχει πολλή σημασία για μένα.» Θα μπορούσα να προχωρήσω πολύ καθώς κάθομαι εδώ και ανακαλώ στη μνήμη μου αυτά τα πρόσωπα. Σήμερα αυτοί οι ίδιοι δοκιμάζουν τις ευλογίες που έλαβα εγώ τότε. Λυπήθηκα ποτέ που έλαβα την απόφασι να γίνω σκαπανεύς; Όχι, ποτέ· ούτε για μια στιγμή.
Ήμουν τόσο ευτυχής που ήμουν σκαπανεύς, ώστε μπορούσα να εξακολουθήσω να είμαι σκαπανεύς στην ιδιαιτέρα μου πατρίδα, αλλά συνέβη κάτι πιο θαυμαστό. Προσεκλήθην να πάω στη σχολή Γαλαάδ την άνοιξι του έτους 1945. Αυτό υπερέβαινε και τα πιο προσφιλή μου όνειρα. Θυμούμαι ως παιδί το πώς καθόμουν επί ώρες διαβάζοντας τις «εκθέσεις των συνελεύσεων» (όπως τις ελέγαμε τότε στην εποχή των «πίλγκριμς»), και πάντοτε επιθυμούσα να πάω σε διάφορα μέρη και να κηρύξω. Οι λίγες εκθέσεις από τις ξένες χώρες με κατέθελξαν. Λίγο μόνο καταλάβαινα ότι μια μέρα θα είχα την ευκαιρία να πάω σε κάποιο άλλο μέρος του κόσμου ως ιεραπόστολος. Μ’ ευχαριστούσε αυτό.
Η πέμπτη σειρά σπουδαστών της σχολής Γαλαάδ περιελάμβανε κι εμένα. Δεν είχα ακούσει πολλά πράγματα για τη σχολή Γαλαάδ από κανένα, εκτός από το ότι ήταν θαυμάσια. Και ήταν περισσότερο απ’ αυτό: Μου φαινόταν σαν να βγήκα αμέσως έξω απ’ αυτόν τον παλαιό κόσμο και μπήκα στον Νέο Κόσμο. Τα δέχθηκα όλ’ αυτά σαν ένα θαυμάσιο δώρο απ’ τον Ιεχωβά και θα είμαι πάντοτε ευγνώμων σ’ Αυτόν για την εκπαίδευσι που έλαβα εκεί. Αυτό μ’ εβοήθησε να λάβω μια πολύ βαθύτερη εκτίμησι της οργανώσεως του Ιεχωβά, αοράτου και ορατής. Μου κατέδειξε την υποχρέωσί μου να υπηρετήσω τον Ιεχωβά αποτελεσματικά με αγαθότητα κι αγάπη, διότι μόνον η αγάπη και η αγαθότης μου επεδείχθησαν εκεί. Μου υπέδειξε πώς να μελετώ τη Γραφή και να ωφελούμαι όσο το δυνατόν περισσότερο απ’ αυτήν. Μου έδειξε πώς να εκφράζωμαι σαφώς, και το σπουδαιότερο απ’ όλα πώς να τηρώ τον νουν και την καρδιά μου συγκεντρωμένα στην υπηρεσία του Ιεχωβά και γεμάτα με άξια λόγου πράγματα. Από τότε, προσεπάθησα πάντοτε επιμελώς ν’ ακολουθήσω αυτό το υπόδειγμα. Η σχολή Γαλαάδ θα είναι πάντοτε αγαπητή στην καρδιά μου· αγάπησα κάθε λεπτό της παραμονής μου σ’ αυτή. Πρέπει να φρονώ ότι κάθε σκαπανεύς που μπορεί να το πράξη πρέπει να αγαπά το να πάη στη σχολή Γαλαάδ και να εκπαιδευθή για ιεραποστολικό έργον στο εξωτερικό. Χαίρω που το έπραξα εγώ. Κυττάξτε πού βρίσκομαι σήμερα: στη Βενεζουέλα της Νοτίου Αμερικής. Μήπως λυπήθηκα που έλαβα την απόφασι να πάω στη σχολή Γαλαάδ; Όχι, διότι και αυτή την απόφασι την έλαβα με τη βοήθεια του Ιεχωβά, με τη βεβαιότητα ότι αυτός θα με βοηθούσε σε όλο αυτό το διάστημα της εκπαιδεύσεως.
Τον Ιούλιο του έτους 1945 απεφοίτησα και είχα τον ζήλο να μπω σ’ έναν αγρό του εξωτερικού και να θέσω σ’ εφαρμογή όλα όσα έμαθα. Δεν πήγα ευθύς αμέσως, αλλ’ ασχολήθηκα και ήμουν ευτυχής που εργάσθηκα ως ιεραπόστολος στις Ηνωμένες Πολιτείες ώσπου τελικά, τον Δεκέμβριο του έτους 1948, έγινα μέλος ενός εξαμελούς ευτυχισμένου ομίλου ιεραποστόλων που επρόκειτο ν’ αναχωρήση με ατμόπλοιο της Γκρέης Λάιν για το Μαρακαΐμπο της Βενεζουέλας. Ήμεθα τόσο συγκινημένοι ώστε ανυπομονούσαμε να βγούμε έξω απ’ το λιμάνι της Νέας Υόρκης· τότε μπορούσαμε να καταλάβωμε ότι ήμεθα πραγματικά στο δρόμο μας.
Ύστερ’ από οκτώ μέρες ναυσιπλοΐας, αρχίσαμε να διακρίνωμε την ξηρά. Ήταν ο τόπος διορισμού μας στο εξωτερικό! Ο θερμός αέρας που φυσούσε στα πρόσωπά μας εφαίνετο σαν να προήρχετο από ένα καμίνι. Εκατοντάδες στέγες από σιδερόφυλλα έλαμπαν στον ήλιο. Εφαίνετο σαν μια πόλις ερημωμένη μέσα σε μια αμμοθάλσσσα. Ήμουν τόσο περιχαρής που έφευγα απ’ το πλοίο, ώστε όλα μου εφαίνοντο καλά και ήμουν ευγνώμων στον Ιεχωβά ότι εφθάσαμε σώοι. Το τι μου επεφύλασσε το μέλλον στην παράξενη αυτή χώρα δεν εγνώριζα· ούτε και ανησυχούσα, διότι είχα αρκετή πίστι στον Ιεχωβά ότι, καθώς εξακολουθούσα να επιδιώκω τον σκοπό μου στη ζωή, αυτός θα εφρόντιζε για μένα.
Καθώς τα γράφω αυτά, μειδιώ όταν σκέπτωμαι και τους έξη μας που βγαίναμε απ’ το πλοίο, ο καθένας φορτωμένος τη βαλίτσα του, κουτιά με ζαχαρωτά και γλυκίσματα, χειμερινά πανωφόρια, καπέλλα, γάντια, κάλτσες—και τη θερμοκρασία των 100 βαθμών. Ο ιδρώς έτρεχε από πάνω μας, κι αρχίσαμε όλοι να γελάμε τόσο που δύσκολα μπορούσαμε να κρατηθούμε. Πουθενά δεν υπήρχε ούτε ίχνος σκιάς. Μας συνήντησε ένας ιθαγενής αδελφός μαζί μ’ έναν αδελφό άλλης πόλεως που ήξερε τ’ Αγγλικά. Ήμεθα εδώ μ’ ένα μικρό λεξιλόγιο που περιείχε λίγες Ισπανικές λέξεις, δεν είχαμε τόπο να μείνωμε, δεν καταλαβαίναμε ούτε το έν δέκατον από όσα ο εντόπιος αδελφός έλεγε κι εψηνόμασθε σχεδόν στον τροπικό ήλιο. Ο αδελφός που ήξερε τ’ Αγγλικά μάς είπε για μια οικογένεια που θα μπορούσε να μας δεχθή. Είχε μικρό σπίτι αλλά εσκέφθη πως θα μπορούσε να μας τακτοποιήση όλους. Ο σύζυγος τότε μόλις ενδιαφέρθηκε, η δε σύζυγος δεν ήταν αντίθετη. Είχαν δύο παιδιά· έτσι μ’ εμάς τους έξη εγίνοντο δέκα. Πήγαμε να βρούμε το μικρό αυτό σπίτι και το βρήκαμε πάνω σ’ ένα σωρό από άμμο. Εγίναμε περισσότερο από ευπρόσδεκτοι για να μοιρασθούμε το σπίτι μαζί τους, αλλά, όταν εναποθέσαμε τις 15 και πλέον βαλίτσες μας, τα 40 χαρτοκιβώτια έντυπα και όλα τα βαριά μας ρούχα και δέματα εκεί μέσα, δεν απέμεινε χώρος για να κινηθούμε. Αυτοί δεν στενοχωρήθηκαν. Αλλά πού επρόκειτο να κοιμηθούμε; Αυτό ήταν εύκολο. Προσέδεσαν άλλες τέσσερες κούνιες εδώ κι εκεί, η δε αδελφή μου κι εγώ εκάμαμε ένα ωραίο κρεββάτι από χαρτοκιβώτια βιβλίων. Μήπως ήταν ταλαιπωρία αυτό; Όχι, ήταν μια πραγματική πείρα. Ποτέ δεν είχαμε καταλύματα σαν αυτά, και ποτέ δεν συμμερισθήκαμε μια κατοικία με αγαθώτερα πρόσωπα απ’ αυτά. Αν και ήσαν πολύ φτωχοί, και ο σύζυγος ήταν άνεργος, το πρόσωπά των ακτινοβολούσαν από ευτυχία που μας είχαν μαζί τους. Η συνομιλία μας ήταν πολύ περιωρισμένη, αλλά ύστερα από ένα μήνα, όταν μεταφερθήκαμε σε δικό μας ιεραποστολικό οίκο, αυτοί εφώναζαν, όπως κι εμείς. Δεν μπορούσαν να καταλάβουν γιατί δεν ήταν δυνατόν να εξακολουθήσωμε να συγκατοικούμε μαζί τους. Εγνωρίζαμε ότι ο Ιεχωβά θα ευλογούσε αυτή την οικογένεια για την καλωσύνη της προς εμάς. Στο 1953 ο πατέρας και η μητέρα παρακολούθησαν τη Συνέλευσι της Κοινωνίας Νέου Κόσμου στο Στάδιο Γιάγκη της Νέας Υόρκης, και το επόμενο έτος η μητέρα και τα δύο της παιδιά ήσαν σκαπανείς θερινών διακοπών. Οι αγαπητοί αυτοί φίλοι ποτέ δεν θα γνωρίσουν πόσο μεγάλη σημασία είχε για μας η καλωσύνη τους. Με χαρά δεχθήκαμε την ταπεινή αυτή προμήθεια ως προερχόμενη από τον Ιεχωβά και γι’ αυτό μας άρεσε ο διορισμός μας απ’ την πρώτη μέρα που εβάλαμε πόδι σ’ εκείνο τον τόπο.
Σε λίγο επιπλώσαμε άνετα τον ιεραποστολικό μας οίκο. Ωργανώσαμε μια εκκλησία που απετελέσθη από έναν αδελφό, μερικούς ανθρώπους καλής θελήσεως κι εμάς τους έξη. Η εκκλησία ηύξησε γρήγορα, και στο έτος 1954 υπήρχαν δύο μονάδες σ’ αυτή την πόλι.
Δύο μέρες μετά την απόβασί μας στο Μαρακαΐμπο αρχίσαμε να επεξεργαζώμεθα τους τομείς, διαθέτοντας πολλά έντυπα. Σε κάθε πόρτα εδίναμε μια σύντομη μαρτυρία, αλλ’ εμείς δεν καταλαβαίναμε ούτε λέξι απ’ όσα μας έλεγαν οι άνθρωποι. Φρονώ ότι αυτοί ενόμιζαν πώς ήταν ευκολώτερο να προμηθευθούν τα έντυπα παρά να προσπαθήσουν να μας κάνουν να καταλάβωμε ότι δεν τα θέλουν. Δύο εβδομάδες μετά την άφιξί μας οι Καθολικοί ιερείς ανήγγειλαν ότι είχαμε έλθει. Περιέγραψαν τον καθένα μας απ’ το ραδιόφωνο, λέγοντας στον λαό να μη λαμβάνη τίποτε από μας. Ωραίο ήταν αυτό! Τώρα όλοι μέσα στην πόλι ήξεραν ποιοι ήμεθα και πολλές ήσαν οι περιπτώσεις που οι άνθρωποι ήρχοντο σ’ εμάς να ζητήσουν βιβλία και Γραφές. Συχνά διεθέταμε το πρώτο μας βιβλίο στις 7 το πρωί. Λόγω της ζέστης οι άνθρωποι εσηκώνοντο νωρίς, κι εκάναμε κι εμείς το ίδιο.
Εργαζόμεθα σκληρά και βρήκαμε πολλούς ανθρώπους καλής θελήσεως με τους οποίους εκάναμε μελέτες με την πενιχρή μας γνώσι της Ισπανικής γλώσσης. Πάντοτε θα θυμούμαι με μεγάλη ευχαρίστησι μια από τις πρώτες μελέτες που είχα διεξαγάγει. Η κυρία με την οποία συμμελετούσα δεν ήξερε να διαβάση και γι’ αυτό έπρεπε εγώ να της τα διαβάζω. Κι εγώ δεν ήξερα να διαβάσω πολύ καλά, αλλά μεταξύ μας συμπεραίναμε τι έλεγαν οι παράγραφοι. Σε λίγο αυτή έγινε ευαγγελιζομένη, ο δε σύζυγός της ήθελε να του διαβάζη κάποιος το βιβλίο. Τότε πια μπορούσα να διαβάζω λίγο καλύτερα και να εξηγώ λίγο περισσότερα πράγματα· αλλά καθώς περνούσε ο καιρός, καταλάβαινα πως έπρεπε να καταβάλω μια πραγματική προσπάθεια να μάθω γρήγορα τη γλώσσα, διότι εδώ υπήρχαν πρόβατα που ήθελαν αμέσως πληροφορίες και δεν μπορούσα να περιμένω ώσπου διέθεσα αρκετόν δικό μου χρόνο για την εκμάθησι της γλώσσης. Το να μάθω μια ξένη γλώσσα δεν μου ήταν εύκολο πράγμα, αλλ’ ήταν ενδιαφέρον και πιο ικανοποιητικό διότι έφθανα στο σημείο να καταλαβαίνω τι έλεγαν οι άνθρωποι. Κάθε μέρα αγοράζαμε μια εφημερίδα και προσπαθούσαμε να τη διαβάσωμε. Εμελέτησα βιβλία περί της χώρας αυτής και βρήκα τη Βενεζουέλα πολύ ενδιαφέρουσα χώρα για να παραμείνη κανείς. Ίσαμε σήμερα μένω με την εντύπωσι των γεγονότων και των συμβάντων της, όλα δε αυτά με κάνουν να αισθάνωμαι ότι ανήκω σ’ αυτή τη χώρα.
Αφού εργασθήκαμε επί τριάμισυ χρόνια στη ζέστη του Μαρακαΐμπο, μετακομίσαμε στο Μπαρκισιμέτο, μια μεσόγεια πόλι, πολύ πιο δροσερή. Ήταν μια πολύ διαφορετική πόλις, ο λαός της ήταν πολύ φανατικός, φτωχός, και πολύ περισσότεροι απ’ τους μισούς κατοίκους δεν ξέρουν να διαβάσουν. Αυτό εσήμαινε ότι έπρεπε να εργασθούμε λίγο σκληρότερα για να βρούμε τα πρόβατα, και τώρα έχομε εδώ μια δυνατή, προοδευτική, καθαρή οργάνωσι. Η καρδιά μας είναι μ’ αυτούς τους ανθρώπους· είναι πολύ τυφλωμένοι απ’ τους Καθολικούς ιερείς οι οποίοι συνεχώς τους προειδοποιούν να φυλάγωνται από μας κι από την Αγ. Γραφή. Μια μέρα, ενώ έδινα μαρτυρία σ’ ένα κατάστημα, μπήκε μέσα ένας Καθολικός ιερεύς, άρπαξε ένα βιβλιάριο απ’ το χέρι μου, το έκαμε τέσσερα κομμάτια και προσπάθησε να μου το δώση πίσω. Του είπα ότι είναι πράγμα δικό μου κι έπρεπε να μου το πληρώση. Έψαξε μέσα στα ρούχα του κι έβγαλε να μου δώση την τιμή του βιβλιαρίου. Δεν επρόφερε ούτε λέξι.
Όταν οι «άγιοι» μεταφέρωνται από τη μια εκκλησία στην άλλη, χιλιάδες άνθρωποι βαδίζουν στους δρόμους, φέροντας αναμμένα κεριά. Οι περισσότεροι ποτέ δεν είδαν Αγία Γραφή, ούτε ξέρουν ποιος είναι ο Ιεχωβά. Μια γυναίκα μου είπε ότι είχε τον δικό της θεό κι έτρεξε στο σπίτι της και βγήκε κατόπιν με μια εικόνα της Μαρίας. Είπε: «Αυτός είναι ο θεός μου.»
Ποια καλύτερη σταδιοδρομία θα μπορούσα να εκλέξω για την επιδίωξι του σκοπού μου στη ζωή από το να είμαι ιεραπόστολος στο εξωτερικό, και να έχω το προνόμιο να συνιστώ την Αγία Γραφή, τον Θείον άγιο λόγο της αληθείας, σ’ αυτούς τους ανθρώπους; Πού θα ελάμβανα περισσότερες ευλογίες απ’ αυτές που έλαβα σ’ αυτόν τον τόπο διορισμού μου ως ιεραποστόλου; Συχνά σκέπτομαι τις πλούσιες ευλογίες που θα έχανα αν παρίστατο ανάγκη να επιστρέψω στον τόπο της ιδιαιτέρας μου πατρίδος τους πρώτους λίγους μήνες ή το πρώτον έτος του διορισμού μου. Δεν θα είχα μάθει μια νέα γλώσσα, ούτε θα εμάθαινα να ζω σε τροπικές χώρες, όπου μπορώ ν’ απολαύσω τα ωραία λουλούδια που ανθίζουν καθ’ όλον το έτος, να τρώγω νέες τροφές, να βλέπω ν’ αναπηδούν εκκλησίες απ’ εκεί όπου η αλήθεια ποτέ άλλοτε δεν είχε ακουσθή, και να είμαι συνταυτισμένη με τα «άλλα πρόβατα» μιας διαφορετικής φυλής.
Θα μπορούσα να προχωρήσω και να γράψω ένα βιβλίο περί της χαράς του να είναι κανείς ιεραπόστολος, αλλά φρονώ ότι ο χρόνος μπορεί καλύτερα να δαπανηθή από μένα στο να κηρύττω και θ’ αφήσω να είναι οι σελίδες αυτές τα «άλλα πρόβατα» και θα τις δέσω με άγάπη και θα χρυσώσω τις άκρες μ’ ευτυχία. Ευχαριστώ τον Ιεχωβά που μου έδωσε το προνόμιο του να είμαι ιεραπόστολος.