ΣΑΥΛΟΣ
(Σαύλος) [ελλ. μορφή του εβρ. Σαούλ, που σημαίνει «Αυτός που Έχει Ζητηθεί [από τον Θεό]· Αυτός για τον Οποίο Έχει Ερωτηθεί [ο Θεός]»].
Βενιαμίτης από την Ταρσό, πόλη της Μικράς Ασίας—γνωστός και ως Σαούλ—ο οποίος δίωκε τους ακολούθους του Χριστού αλλά αργότερα έγινε απόστολος του Ιησού Χριστού. (Πρ 9:1, 4, 17· 11:25· 21:39· Φλπ 3:5) Σε όλες τις επιστολές του χρησιμοποιεί το λατινικής προέλευσης όνομά του «Παύλος».—Βλέπε ΠΑΥΛΟΣ.