ΘΕΜΕΝΙ (Θεμενί) [από μια ρίζα που σημαίνει «δεξιά πλευρά· νότος»]. Γιος του Ασχούρ από τη σύζυγό του τη Νααρά, μέλος της φυλής του Ιούδα.—1Χρ 4:1, 5, 6.