ΚΑΛΑΜΙΑ
(Καλαμιά).
Σύμφωνα με τη Βιβλική της χρήση, η καλαμιά φαίνεται ότι αναφέρεται στα υπολείμματα από τα στελέχη των σιτηρών που απομένουν στον αγρό μετά το θερισμό. Καλαμιά αναγκάστηκαν να μαζεύουν οι Ισραηλίτες όταν ο Φαραώ της Αιγύπτου έπαψε να τους παρέχει τη συνηθισμένη ποσότητα άχυρου που χρειάζονταν για να φτιάχνουν πλίθους.—Εξ 5:10-12.
Η καλαμιά χρησιμοποιείται επανειλημμένα σε αλληγορικές εικόνες, όπου γίνεται νύξη του γεγονότος ότι είναι ελαφριά και εύθραυστη (Ιωβ 13:25· 41:1, 28, 29), ότι παρασύρεται εύκολα από τον άνεμο (Ησ 40:24· 41:2· Ιερ 13:24) και ότι καίγεται γρήγορα και με θόρυβο (Ησ 5:24· Ιωλ 2:5· Αβδ 18· Να 1:10). Οι πονηροί, οι εχθροί του Ιεχωβά, καθώς και τα δόλια σχέδια που επρόκειτο οπωσδήποτε να αποτύχουν, παραβάλλονται με καλαμιά. (Εξ 15:7· Ψλ 83:13· Μαλ 4:1· Ησ 33:11) Ο απόστολος Παύλος, μιλώντας για το Χριστιανικό οικοδομικό έργο, ανέφερε την καλαμιά ως το πιο ευτελές υλικό, ένα υλικό που δεν θα άντεχε στη δοκιμή της φωτιάς.—1Κο 3:12, 13.