ΣΕΙΣΤΡΟ
Η εβραϊκή λέξη μενα‛αν‛ίμ (σείστρα) εμφανίζεται μόνο μία φορά στη Γραφή και φαίνεται ότι παράγεται από μια ρίζα που σημαίνει «πάλλομαι» ή «σείομαι». (2Σα 6:5) Εφόσον το σείστρο παίζεται με αυτόν το χαρακτηριστικό τρόπο, όπως παίζεται η κουδουνίστρα, πολλοί λεξικογράφοι και ιστορικοί της μουσικής υποστηρίζουν αυτή την απόδοση, την οποία έχουν υιοθετήσει και αρκετοί μεταφραστές της Αγίας Γραφής.—Ro· Vg· ΜΝΚ· ΒΑΜ.
Το σείστρο αποτελούνταν γενικά από ένα μικρό, ωοειδές μεταλλικό πλαίσιο στο οποίο ήταν προσαρμοσμένη μια λαβή. Το μήκος ολόκληρου του οργάνου κυμαινόταν περίπου από 20 ως 46 εκ., όπως φαίνεται από σωζόμενα αρχαία δείγματα, καθώς επίσης από παραστάσεις σε αιγυπτιακά και άλλα μνημεία. Το πλαίσιο συγκρατούσε χαλαρά λίγες μεταλλικές εγκάρσιες ράβδους οι οποίες, όταν κάποιος έσειε το όργανο, παρήγαν δυνατά κουδουνίσματα. Οι οριζόντιες ράβδοι μπορεί να είχαν διαφορετικά μήκη ώστε να παράγουν ποικίλους τόνους. Ένας άλλος τύπος σείστρου έφερε κρίκους στις ράβδους, οι οποίοι κουδούνιζαν όταν κάποιος κουνούσε το όργανο. Μολονότι η μοναδική αναφορά αυτής της λέξης στην Αγία Γραφή εμφανίζεται στην περιγραφή μιας μεγάλης γιορτής, οι παραδοσιακές Ιουδαϊκές πηγές δηλώνουν ότι το σείστρο παιζόταν και σε θλιβερές περιστάσεις επίσης.