ΣΙΣΑΡΑ
(Σισάρα).
1. Στρατιωτικός αρχηγός υπό τον Χαναναίο Βασιλιά Ιαβίν. Ο Σισάρα, που ζούσε στην Αρωσέθ και όχι στην Ασώρ, την πόλη του Ιαβίν, παίζει σημαντικότερο ρόλο στη συγκεκριμένη αφήγηση από ό,τι ο Βασιλιάς Ιαβίν. Αφού ο Κριτής Αώδ ανέτρεψε τη μωαβιτική κυριαρχία, σε κάποια μεταγενέστερη περίοδο ο Σισάρα και ο Ιαβίν καταδυνάστευσαν τον Ισραήλ επί 20 χρόνια.—Κρ 4:1-3· 1Σα 12:9.
Όταν ο Σισάρα άκουσε ότι η Δεββώρα και ο Βαράκ είχαν συνάξει τους Ισραηλίτες για να τον πολεμήσουν, συγκέντρωσε τις δυνάμεις του, στις οποίες περιλαμβάνονταν και τα 900 δρεπανηφόρα άρματά του, και αντιμετώπισε τον Ισραήλ στην κοιλάδα του χειμάρρου Κισών. Αλλά ο Ιεχωβά πολέμησε τον Σισάρα και επέφερε σύγχυση σε όλο το στρατό του, πράγμα που είχε ως αποτέλεσμα την ολοκληρωτική τους ήττα.—Κρ 4:7, 12-16, 23· 5:20, 21· Ψλ 83:9.
Τα άρματά του βούλιαξαν στη λάσπη (παράβαλε Κρ 5:21) και ο Σισάρα τράπηκε σε φυγή με τα πόδια, φτάνοντας στη σκηνή της Ιαήλ, της συζύγου του Χέβερ του Κεναίου, ο οποίος διατηρούσε ειρηνικές σχέσεις με τον Ιαβίν. Εκείνη τον προσκάλεσε μέσα. Εξαντλημένος από τη μάχη και τη φυγή, ο αποκαμωμένος Σισάρα βασίστηκε στην ασφάλεια που του παρείχε η σκηνή της Ιαήλ και αποφάσισε να ξεκουραστεί. Η Ιαήλ τού έδωσε να πιει γάλα και εκείνος της ζήτησε να φυλάει τη σκηνή. Όταν ο Σισάρα κοιμήθηκε βαθιά, αυτή τον πλησίασε αθόρυβα και διατρύπησε τους κροτάφους του καρφώνοντας έναν πάσσαλο της σκηνής στη γη. Όταν έφτασε ο Βαράκ, η Ιαήλ τού παρουσίασε το νεκρό εχθρό. (Κρ 4:9, 17-22· 5:25-27) Μάταια περίμεναν η μητέρα του Σισάρα και το σπιτικό της να τον δουν να επιστρέφει με πολλά λάφυρα.—Κρ 5:28-30.
2. Προπάτορας μιας οικογένειας Νεθινίμ που επέστρεψε στην Ιερουσαλήμ μαζί με τον Ζοροβάβελ το 537 Π.Κ.Χ. (Εσδ 2:1, 2, 43, 53· Νε 7:55) Στους Νεθινίμ περιλαμβάνονταν και αιχμάλωτοι πολέμου και, μολονότι κάποια άτομα μπορεί να αιχμαλωτίστηκαν όταν νικήθηκε ο Σισάρα (Αρ. 1) και να έγιναν υπηρέτες του ναού, δεν υπάρχει βάση για να συμπεράνουμε ότι οι Νεθινίμ που επέστρεψαν από τη Βαβυλώνα κατάγονταν από τον Σισάρα της εποχής του Βαράκ.