ΣΗΛΩΝΙΤΗΣ
(Σηλωνίτης) [Του (Από τη) Σηλώ].
1. Παραλλαγή (χρησιμοποιούμενη στον πληθυντικό) του ονόματος της οικογένειας η οποία προήλθε από τον Σηλά, τον τρίτο γιο του Ιούδα.—1Χρ 9:5· Γε 46:12· βλέπε ΣΗΛΑ Αρ. 2· ΣΗΛΑΝΙΤΕΣ.
2. Ο κάτοικος της Σηλώ, μιας σπουδαίας πόλης στην ιστορία του Ισραήλ. Η επωνυμία αυτή εφαρμόζεται στις Γραφές μόνο στον προφήτη Αχιά που ήταν από τη Σηλώ.—1Βα 11:29· 12:15· 15:29· 2Χρ 9:29· 10:15.