ΡΟΔΗ
(Ρόδη) [πιθανώς, Ρόδο].
Μέλος της Χριστιανικής εκκλησίας της Ιερουσαλήμ την εποχή που ο απόστολος Πέτρος απελευθερώθηκε θαυματουργικά από τη φυλακή το 44 Κ.Χ. περίπου. Η Ρόδη ήταν υπηρέτρια, πιθανώς στο σπίτι της Μαρίας, της μητέρας του Μάρκου. Ούτως ή άλλως, ήταν ανάμεσα σε αυτούς που διανυκτέρευσαν εκεί προσευχόμενοι για τον Πέτρο. Όταν χτύπησε η πόρτα της εισόδου, η Ρόδη πήγε να δει ποιος είναι και, μόλις αναγνώρισε τη φωνή του Πέτρου, σάστισε τόσο από τη χαρά της ώστε, αντί να του ανοίξει να μπει, έτρεξε μέσα να το πει στους άλλους. «Είσαι τρελή», της είπαν εκείνοι, αλλά αυτή επέμενε. Στο μεταξύ ο Πέτρος συνέχισε να χτυπάει την πόρτα μέχρις ότου τελικά του άνοιξαν να μπει.—Πρ 12:3, 5, 12-16.