ΜΑΤΤΑΝ
(Ματτάν) [Δώρο].
1. Ιερέας του Βάαλ ο οποίος θανατώθηκε μπροστά στα θυσιαστήρια που βρίσκονταν στον οίκο αυτού του ψεύτικου θεού. Αυτό συνέβη όταν ο λαός, υπό την καθοδηγία του Ιωδαέ, του ιερέα του Ιεχωβά, γκρέμισε τον οίκο του Βάαλ και κατέστρεψε τα θυσιαστήριά του καθώς και τις εικόνες του. Σε εκείνη την περίσταση θανατώθηκε η σφετερίστρια Γοθολία και ενθρονίστηκε βασιλιάς του Ιούδα ο Ιωάς.—2Βα 11:16-21· 2Χρ 23:17.
2. Ο πατέρας του Σεφατία, διώκτη του Ιερεμία.—Ιερ 38:1, 4-6.