ΛΑΔΑΝΟ
Μαλακό, μαύρο ή σκουροκάστανο κόμμι που εκκρίνεται από τα φύλλα και τα κλαδιά αρκετών ποικιλιών του φυτού κίστος (Cistus), της κοινώς ονομαζόμενης λαδανιάς. Το κόμμι αυτό έχει πικρή γεύση αλλά ευωδιαστή οσμή. Χρησιμοποιείται στην αρωματοποιία και κάποτε χρησιμοποιούνταν ευρέως και στην ιατρική. Αναφορικά με αυτή την ουσία, ο αρχαίος ιστορικός Ηρόδοτος (Γ΄, 112) έγραψε: «Συλλέγεται από τα γένια των τράγων, όπου σχηματίζεται σαν κόλλα, προερχόμενο από τους θάμνους στους οποίους βόσκουν. Χρησιμοποιείται στην παρασκευή πολλών αλοιφών, και αυτό κυρίως καίνε οι Άραβες ως θυμίαμα».
Η εβραϊκή λέξη νεχό’θ προσδιορίζει εκείνο το προϊόν το οποίο μετέφερε το καραβάνι των Ισμαηλιτών που αγόρασαν τον Ιωσήφ, καθώς και ένα από τα καλά προϊόντα που ο Ιακώβ είπε στους γιους του να πάνε ως δώρο στον κυβερνήτη της Αιγύπτου. (Γε 37:25· 43:11) Η λέξη νεχό’θ έχει αποδοθεί με διάφορους τρόπους: «μυρωδικά» (KJ), «κόμμι» (AT, RS), «τραγακάνθινο κόμμι» (Da), «ρητίνη» (Mo), «αρώματα» (ΒΑΜ), «θυμιάματα» (ΚΛΠ) και, όπως ορίζεται από τους Κέλερ και Μπαουμγκάρτνερ, «λάδανο» (ΜΝΚ).—Λεξικό των Βιβλίων της Παλαιάς Διαθήκης (Lexicon in Veteris Testamenti Libros), Λέιντεν, 1958, σ. 615.