ΙΩΖΑΒΑΔ
(Ιωζαβάδ) [συντετμημένη μορφή του Ιεχωζαβάδ, που πιθανότατα σημαίνει «Ο Ιεχωβά Έχει Προικίσει»].
1. Πολεμιστής που συντάχθηκε με τον Δαβίδ στη Σικλάγ, Γεδηραθίτης.—1Χρ 12:1-4.
2, 3. Δύο άτομα με αυτό το όνομα ήταν ανάμεσα στους επικεφαλής του Μανασσή οι οποίοι αυτομόλησαν στον Δαβίδ, ενόσω αυτός βρισκόταν στη Σικλάγ, και έγιναν αρχηγοί του στρατεύματός του.—1Χρ 12:20, 21.
4. Επίτροπος τον οποίο ο Βασιλιάς Εζεκίας διόρισε να βοηθήσει στη διαχείριση των δεκάτων, των συνεισφορών και των αγίων πραγμάτων που έφερνε ο λαός. Χωρίς αμφιβολία επρόκειτο για Λευίτη.—2Χρ 31:12, 13.
5. Λευίτης αρχηγός ο οποίος συνεισέφερε πολλά πρόβατα και βόδια για το μεγάλο εορτασμό του Πάσχα που τέλεσε ο Βασιλιάς Ιωσίας.—2Χρ 35:1, 9, 18.
6. Ένας από τους Λευίτες της μεταιχμαλωσιακής περιόδου στο χέρι του οποίου ο Έσδρας και οι σύντροφοί του έβαλαν όλα τα πολύτιμα αντικείμενα που είχαν φέρει μαζί τους από τη Βαβυλώνα στην Ιερουσαλήμ το 468 Π.Κ.Χ., αφού πρώτα τα ζύγισαν. (Εσδ 8:33, 34) Βλέπε Αρ. 8, 9 και 10.
7. Γιος ή απόγονος του Πασχώρ και ένας από τους ιερείς που απέπεμψαν τις αλλοεθνείς συζύγους τους και τους γιους τους.—Εσδ 10:22, 44.
8. Ένας από τους Λευίτες τους οποίους παρακίνησε με επιτυχία ο Έσδρας να εξαποστείλουν τις αλλοεθνείς συζύγους τους. (Εσδ 10:10, 11, 23, 44) Πιθανώς το ίδιο πρόσωπο με τους Αρ. 6, 9 και 10.
9. Ένας από τους Λευίτες για τους οποίους αναφέρεται ότι μαζί με τον Έσδρα και τον Νεεμία διάβαζαν και εξηγούσαν το Νόμο στο λαό. (Νε 8:7-9) Πιθανώς το ίδιο πρόσωπο με τους Αρ. 6, 8 και 10.
10. Λευίτης, “υπεύθυνος για τις εξωτερικές υποθέσεις” του ανοικοδομημένου ναού. (Νε 11:15, 16) Πιθανώς το ίδιο πρόσωπο με τους Αρ. 6, 8 και 9.