ΙΕΡΕΜΑΪ
(Ιερεμαΐ) [συντετμημένη μορφή του Ιερεμώθ ή του Ιερεμίας].
Ισραηλίτης της μεταιχμαλωσιακής περιόδου, ένας από τους εφτά γιους ή απογόνους του Ασούμ που πήραν αλλοεθνείς συζύγους αλλά τις εξαπέστειλαν.—Εσδ 10:25, 33, 44.
Δεν υπάρχει διαθέσιμο βίντεο για αυτή την επιλογή.
Λυπούμαστε, υπήρξε κάποιο σφάλμα στη φόρτωση του βίντεο.
(Ιερεμαΐ) [συντετμημένη μορφή του Ιερεμώθ ή του Ιερεμίας].
Ισραηλίτης της μεταιχμαλωσιακής περιόδου, ένας από τους εφτά γιους ή απογόνους του Ασούμ που πήραν αλλοεθνείς συζύγους αλλά τις εξαπέστειλαν.—Εσδ 10:25, 33, 44.