ΧΕΡΕΣ (Χερές) [Κουφός· Σιωπηλός]. Λευίτης του οποίου το όνομα εμφανίζεται σε έναν κατάλογο ατόμων που επέστρεψαν από την εξορία στη Βαβυλώνα.—1Χρ 9:1, 14, 15.