ΑΦΙΣΗΣ
(Αφισής) [πιθανώς από μια ρίζα που σημαίνει «κατασυντρίβω»].
Ααρωνικός ιερέας ο οποίος, την εποχή του Δαβίδ, κληρώθηκε να υπηρετεί ως αρχηγός της 18ης ιερατικής υποδιαίρεσης.—1Χρ 24:1-7, 15.
Δεν υπάρχει διαθέσιμο βίντεο για αυτή την επιλογή.
Λυπούμαστε, υπήρξε κάποιο σφάλμα στη φόρτωση του βίντεο.
(Αφισής) [πιθανώς από μια ρίζα που σημαίνει «κατασυντρίβω»].
Ααρωνικός ιερέας ο οποίος, την εποχή του Δαβίδ, κληρώθηκε να υπηρετεί ως αρχηγός της 18ης ιερατικής υποδιαίρεσης.—1Χρ 24:1-7, 15.