ΑΜΟΥΛ (Αμούλ) [σημαίνει «Αυτός που του Έχει Δειχτεί Συμπόνια· Αυτός που τον Έχουν Λυπηθεί»], ΑΜΟΥΛΙΤΕΣ (Αμουλίτες). Ο νεότερος γιος του Φαρές και εγγονός του Ιούδα, από τον οποίο κατάγονταν οι Αμουλίτες.—Γε 46:12· Αρ 26:21· 1Χρ 2:5.