ΕΛΙΑΚΕΙΜ
(Ελιακείμ) [Ο Θεός μου Εγείρει].
1. Γιος του Χελκία. Αξιωματούχος που διαχειριζόταν τις υποθέσεις του σπιτικού του Εζεκία, του βασιλιά του Ιούδα, όταν ο Ασσύριος βασιλιάς Σενναχειρείμ εισέβαλε στον Ιούδα το 732 Π.Κ.Χ.
Ενώ ο Σεβνά ήταν ακόμη «υπεύθυνος για το σπιτικό», ο προφήτης Ησαΐας προείπε ότι θα καθαιρούνταν από τη θέση του και θα αντικαθίστατο από τον Ελιακείμ, τον οποίο ο Ιεχωβά αποκάλεσε «υπηρέτη» Του. Η αλλαγή αυτή θα γινόταν με το να ντύσουν τον Ελιακείμ με τον επίσημο χιτώνα και το περίζωμα του Σεβνά. Επίσης, στον ώμο του Ελιακείμ θα τοποθετούνταν «το κλειδί του οίκου του Δαβίδ», πράγμα που υποδήλωνε ότι επρόκειτο να του ανατεθεί η επίβλεψη των διαμερισμάτων του βασιλιά, καθώς και η εξουσία να αποφασίζει ποιος θα γινόταν δεκτός στην υπηρεσία του βασιλιά.—Ησ 22:15-24.
Ασκώντας αυτό το επίσημο αξίωμα, ο Ελιακείμ, μαζί με τον Σεβνά το γραμματέα και τον Ιωάχ, προφανώς τον υπομνηματογράφο, βγήκε να μιλήσει με τον Ραβσάκη, ο οποίος είχε έρθει στην Ιερουσαλήμ με ισχυρή στρατιωτική δύναμη για να απαιτήσει την παράδοση της πόλης. Κατόπιν, με σκισμένα τα ενδύματά τους, οι τρεις άντρες ανέφεραν τα λόγια των εκπροσώπων του Σενναχειρείμ στον Βασιλιά Εζεκία, ο οποίος έστειλε τότε τον Ελιακείμ, τον Σεβνά και τους πρεσβυτέρους των ιερέων στον Ησαΐα για να ρωτήσουν τον Ιεχωβά.—Ησ 36:11, 22· 37:1, 2· 2Βα 18:17, 18, 26, 36, 37· 19:1, 2.
2. Βασιλιάς του Ιούδα (628-618 Π.Κ.Χ.) τον οποίο εγκατέστησε στο θρόνο ο Φαραώ Νεχαώ μετονομάζοντάς τον σε Ιωακείμ. Ο Ελιακείμ ήταν γιος του Βασιλιά Ιωσία.—2Βα 23:34· βλέπε ΙΩΑΚΕΙΜ.
3. Ένας από τους Λευίτες ιερείς οι οποίοι κρατούσαν τις σάλπιγγες στην πομπή που διοργάνωσε ο Νεεμίας κατά την εγκαινίαση του ανοικοδομημένου τείχους της Ιερουσαλήμ.—Νε 12:31, 41.
4. Πρόγονος του Ιωσήφ, του θετού πατέρα του Ιησού.—Ματ 1:13.
5. Πρόγονος της Μαρίας, της επίγειας μητέρας του Ιησού.—Λου 3:30.