ΚΑΝΕΛΑ
[εβρ. κείμενο, κινναμών, ελλ. κείμενο, κιννάμωμον].
Το κανελόδεντρο (κιννάμωμο το κεϋλανικό [Cinnamomum zeylanicum]) είναι μέλος της οικογένειας Δαφνίδες, στην οποία ανήκουν τόσο η κασσία όσο και το καμφορόδεντρο. Ευδοκιμεί σε ελαφρά, αμμώδη, υγρά εδάφη και είναι διαδεδομένο στη Σρι Λάνκα και στην Ιάβα. Η εβραϊκή του ονομασία ίσως είναι ξενικής προέλευσης, και το προϊόν του φαίνεται ότι ήταν εισαγόμενο στην Υποσχεμένη Γη.
Το κανελόδεντρο φτάνει σε μέγιστο ύψος περίπου 9 μ. και έχει λείο, σταχτή φλοιό και πολύ απλωτά κλαδιά. Τα λογχοειδή φύλλα αυτού του αειθαλούς φυτού είναι πράσινα από πάνω και λευκά από κάτω, έχουν δε περίπου 20 ως 23 εκ. μήκος και περίπου 5 εκ. πλάτος. Τα μικρά, λευκά ή κιτρινωπά λουλούδια του σχηματίζουν ταξιανθίες. Ο εξωτερικός φλοιός είναι σχεδόν άοσμος και μικρής αξίας. Η κανέλα του εμπορίου λαμβάνεται από τον πιο σκούρο, εσωτερικό φλοιό. Από το φλοιό εξάγεται επίσης ένα αιθέριο έλαιο.
Η κανέλα χρησιμοποιήθηκε για να παρασκευαστεί το λάδι του αγίου χρίσματος ως ένα από «τα εκλεκτότερα αρώματα». (Εξ 30:23) Με κανέλα ράντιζαν τα κρεβάτια. (Παρ 7:17) Επίσης, η κανέλα χρησιμοποιήθηκε μεταφορικά στην περιγραφή της αγαπημένης Σουλαμίτισσας (Ασμ 4:13, 14), περιλαμβάνεται δε στα προϊόντα που οι περιοδεύοντες έμποροι πουλούν στη “Βαβυλώνα τη Μεγάλη” πριν από την καταστροφή της.—Απ 18:2, 11-13.