ΧΑΜΑΙΛΕΟΝΤΑΣ
[εβρ., τινσέμεθ].
Η ονομασία αυτού του ερπετού περιλαμβάνεται μεταξύ «των πολυπληθών πλασμάτων» που ήταν “ακάθαρτα” υπό το Μωσαϊκό Νόμο. (Λευ 11:29, 30) Αυτή η ονομασία θεωρείται ότι παράγεται από τη ρίζα νασάμ, που σημαίνει «αγκομαχώ». (Παράβαλε Ησ 42:14.) Οι Κέλερ και Μπαουμγκάρτνερ, κάνοντας σύγκριση με την αραβική γλώσσα, πιστεύουν ότι η έννοια του όρου είναι «αυτός που ξεφυσάει». (Λεξικό των Βιβλίων της Παλαιάς Διαθήκης [Lexicon in Veteris Testamenti Libros], Λέιντεν, 1958, σ. 1035) Μολονότι ο προσδιορισμός δεν είναι αδιαμφισβήτητος, η εν λόγω ονομασία μπορεί να εφαρμόζεται στο χαμαιλέοντα. Ο χαμαιλέων ο κοινός (Chamaeleo chamaeleon) συναντάται συχνά στην Αίγυπτο και στην Παλαιστίνη.
Ο χαμαιλέοντας είναι αργοκίνητη, δενδρόβια σαύρα που φημίζεται για την ικανότητά της να αλλάζει χρώματα. Η αλλαγή χρωματισμού καθορίζεται πρωτίστως από τη θερμοκρασία, την ένταση του φωτός και τη διάθεση του ζώου.
Στο εδάφιο Λευιτικό 11:18 η ίδια εβραϊκή λέξη εφαρμόζεται στον κύκνο ως ένα από τα “ακάθαρτα” πτηνά.