ΒΟΥΝΝΙ
(Βουννί) [συντετμημένη μορφή του Βεναΐας, που σημαίνει «Ο Ιεχωβά Έχει Οικοδομήσει»].
1. Λευίτης του οποίου κάποιος απόγονος κληρώθηκε να ζει στην Ιερουσαλήμ μετά την ανοικοδόμηση του τείχους από τον Νεεμία.—Νε 11:1, 15.
2. Σημαίνων Λευίτης των ημερών του Έσδρα και του Νεεμία, ο οποίος ήταν μεταξύ εκείνων που στέκονταν στην εξέδρα “κραυγάζοντας με δυνατή φωνή” προς τον Ιεχωβά σε ένδειξη μετάνοιας.—Νε 9:4.
3. Ένας από τους επικεφαλής του λαού, του οποίου κάποιος απόγονος, αν όχι ο ίδιος, συναίνεσε στη διαθήκη πιστότητας που εισηγήθηκε ο Νεεμίας.—Νε 10:1, 14, 15.