ΒΑΚΒΑΚΑΡ (Βακβακάρ) [πιθανώς, Μεγάλη Φιάλη]. Λευίτης που κατοίκησε στην Ιερουσαλήμ μετά τη βαβυλωνιακή εξορία.—1Χρ 9:3, 14, 15, 34.