ΟΠΛΟΦΟΡΟΣ
Στρατιωτικός υπηρέτης που μετέφερε τα όπλα ενός βασιλιά ή άλλου ηγέτη, έστεκε δίπλα του σε στιγμές κινδύνου και εκτελούσε τις εντολές του. Η λέξη «οπλοφόρος» αποτελεί απόδοση της εβραϊκής έκφρασης νοσέ’ κελίμ, που σημαίνει κατά κυριολεξία «αυτός που μεταφέρει τα όπλα». (1Σα 14:6· παράβαλε 1Σα 14:1.) Οι εχθροί τους οποίους τραυμάτιζε ένας εξέχων πολεμιστής μπορεί να δέχονταν το τελειωτικό θανατηφόρο πλήγμα από τον οπλοφόρο του. (1Σα 14:13) Αυτοί οι υπηρέτες επιλέγονταν ανάμεσα από γενναίους στρατιώτες, και μερικοί ήταν προφανώς πολύ αφοσιωμένοι στους διοικητές τους.—1Σα 14:6, 7· 31:5.
Ο θανάσιμα τραυματισμένος Αβιμέλεχ ζήτησε από τον υπηρέτη που βάσταζε τα όπλα του να τον θανατώσει για να μην πουν: «Γυναίκα τον σκότωσε». (Κρ 9:52-54) Ο Δαβίδ υπηρέτησε κάποτε ως οπλοφόρος του Βασιλιά Σαούλ (1Σα 16:21), ενώ ένας μεταγενέστερος οπλοφόρος, που αρνήθηκε να θανατώσει τον ετοιμοθάνατο Σαούλ, τον ακολούθησε στην αυτοκτονία. (1Σα 31:3-6) Οπλοφόροι υπηρετούσαν επίσης τον Ιωνάθαν και τον Ιωάβ (1Σα 14:6-14· 2Σα 18:15· 23:37· 1Χρ 11:39), καθώς επίσης μεγάλους πολεμιστές διαφόρων αρχαίων εθνών, όπως τον Φιλισταίο γίγαντα Γολιάθ.—1Σα 17:7, 41.