Απάτη στην Επιστήμη: Μια Ματιά στα Παρασκήνια
ΒΛΕΠΟΝΤΑΣ μέσα από το μικροσκόπιο, ο επιστήμονας αναπήδησε με αυτό που είδε. «Εύρηκα!» ξεφώνισε. Κι έτσι έγινε μια ακόμη μεγάλη επιστημονική ανακάλυψη.
Αυτό είναι εκείνο που μας δίδαξαν να πιστεύουμε σχετικά με τους θριάμβους της επιστήμης. Θυμηθείτε για μια στιγμή το μάθημα τής επιστήμης που κάνατε στο δημοτικό σχολείο. Θυμάστε τους μεγάλους ήρωες της επιστημονικής φήμης; Ανθρώπους σαν το Γαλιλαίο, το Νεύτωνα, το Δαρβίνο και τον Αϊνστάιν εξυψώνονται όχι μόνο για τα επιστημονικά τους επιτεύγματα, αλλά επίσης και για τις αρετές τους αντικειμενικότητα, αφοσίωση, εντιμότητα, ταπεινοφροσύνη, κλπ. Η εντύπωση ήταν ότι, με μόνη τη δύναμη της ανώτερης ευφυΐας τους και της ορθολογικότητας τους, αποκαλύφτηκαν μπροστά τους τα μυστήρια της φύσης και η αλήθεια απλώς ξεπήδησε μπροστά τους.
Στην πραγματικότητα, ωστόσο, τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Στις περισσότερες περιπτώσεις, οι επιστήμονες πρέπει να δαπανήσουν μήνες ή και χρόνια εργαζόμενοι στα εργαστήρια, παλεύοντας με αποτελέσματα τα οποία συχνά προξενούν σύγχυση, είναι αινιγματικά, και ακόμη και αντιφατικά.
Από ιδεαλιστική άποψη, θα περίμενε κανείς ότι ο αφοσιωμένος επιστήμονας θα συνέχιζε ακάθεκτος μέχρις ότου βρεθεί η αλήθεια. Αλλά το γεγονός στο ζήτημα αυτό είναι ότι γενικά γνωρίζουμε πολύ λίγα σχετικά με το τι συμβαίνει πίσω από τις κλειστές πόρτες των εργαστηρίων. Υπάρχει κανένας λόγος να πιστεύουμε ότι εκείνοι που ασχολούνται με τις επιστημονικές επιδιώξεις επηρεάζονται λιγότερο από τα ταπεινότερα ανθρώπινα χαρακτηριστικά, όπως είναι η προκατάληψη, ο ανταγωνισμός, η φιλοδοξία και η απληστία;
«Οι ατομικές προτιμήσεις και τα ανθρώπινα συναισθήματα λέγεται ότι καταστέλλονται από τον επιστήμονα προκειμένου να διασφαλιστεί η αλήθεια», έγραψε ο Μάικλ Μαχόνεϋ στο Ψυχολογία Σήμερα. «Ωστόσο, τα χρονικά τόσο της πρώιμης όσο και της σύγχρονης επιστήμης δείχνουν ότι το πορτραίτο αυτό δεν είναι ακριβές».
Με παρόμοιο πνεύμα, ο αρθρογράφος Άλαν Λάιτμαν έγραψε στο περιοδικό Επιστήμη 83: «Η ιστορία της επιστήμης είναι υπερπλήρης από ατομικές προκαταλήψεις, παραπλανητικά φιλοσοφικά θέματα, ακατάλληλους επιστήμονες. . . . Υποπτεύομαι ότι όλοι οι επιστήμονες είναι κατά καιρούς υπεύθυνοι για προκατάληψη στην έρευνά τους».
Μήπως σας εκπλήσσουν τα σχόλια αυτά; Έχουν τουλάχιστο χαλάσει, αν όχι καταστρέψει, την εικόνα που είχατε για την επιστήμη και τους επιστήμονες; Οι πρόσφατες μελέτες πάνω στο θέμα έχουν αποκαλύψει ότι ακόμη και επιστημονικοί φωστήρες τού παρελθόντος δεν ήταν υπεράνω υποψίας για χρήση ανήθικων μεθόδων προκειμένου να προωθήσουν τις ιδέες και τις θεωρίες τους.
Ο Ισαάκ Νεύτων αποκαλείται συχνά ο πατέρας της σύγχρονης φυσικής για το πρωτοποριακό έργο του πάνω στη θεωρία της παγκόσμιας έλξης. Η ιδέα αυτή, όταν δημοσιεύτηκε στην περίφημη διατριβή του Philosophiae Naturalis Principia Mathematica (Μαθηματικές Αρχές για τη Φυσική Φιλοσοφία), δέχτηκε τη σοβαρή αντίδραση μερικών σύγχρονων επιστημόνων, ανάμεσα στους οποίους του Γερμανού μαθηματικού Γκότφριντ Λάιμπνιτς. Αυτό κατέληξε σε μια εκτεταμένη μακροχρόνια έχθρα ανάμεσα τους που δεν έσβησε μέχρι το τέλος της ζωής τους.
Γράφοντας στο Σάιενς, ο Ρίτσαρντ Σ. Γουέστφολ ισχυρίστηκε ότι, ο Νεύτων για να ισχυροποιήσει τη θέση του, έκανε ορισμένες «προσαρμογές» στο Principia έτσι ώστε οι υπολογισμοί και οι μετρήσεις του να υποστηρίζουν πιο πολύ τη θεωρία του, κάνοντας την πιο πειστική. Σε ένα παράδειγμα, αξίωνε ότι είχε ακρίβεια ένα προς 3.000, και σε ένα άλλο οι υπολογισμοί του ανάχθηκαν μέχρι το έβδομο δεκαδικό ψηφίο, κάτι που ήταν τελείως ανήκουστο για τις μέρες εκείνες. «Αν το Principia καθιέρωσε το ποσοτικό υπόδειγμα τής σύγχρονης επιστήμης», έγραψε ο Γουέστφολ, «υπαινίχθηκε εξίσου μια λιγότερο απόλυτη αλήθεια ότι κανείς δεν μπορεί να χειριστεί τον παράγοντα της παραποίησης τόσο αποτελεσματικά όσο ο ίδιος ο αριστοτέχνης μαθηματικός».
Ο Νεύτων επέτρεψε στον εαυτό του να μπει και σε μια άλλη αντιδικία, η οποία τελικά τον ζημίωσε. Για να αποδείξει ότι βρήκε πριν από το Λάιμπνιτς την εφεύρεση του μαθηματικού λογισμού, σύμφωνα με την Εγκυκλοπαίδεια Μπριτάνικα, ο Νεύτων, σαν πρόεδρος της εκτιμούμενης Βασιλικής Εταιρίας «διόρισε μια ‘αμερόληπτη’ επιτροπή [που αποτελούνταν κυρίως από οπαδούς του] για να διερευνήσουν το ζήτημα, έγραψε μυστικά την έκθεση που επίσημα δημοσίευσε η Εταιρία, και της έκανε ανώνυμα κριτική στο Φιλοσοφικές Διατριβές», αποδίδοντας έτσι κάθε τιμή στον εαυτό του.
Το ότι ένας άνθρωπος του αναστήματος του Νεύτωνα θα κατέφευγε σε τέτοια τακτική είναι πραγματικά παράδοξο. Δείχνει καθαρά ότι όσο ευσυνείδητος και έντιμος κι αν είναι ένας επιστήμονας, ή οποιοσδήποτε άλλος, ίσως σε άλλα πράγματα, όταν βρίσκεται σε κίνδυνο η υπόληψη του ή το συμφέρον του, μπορεί να γίνει τελείως δογματικός, παράλογος, ακόμη και απερίσκεπτος, ή ανειλικρινής.
«Φαίνεται λογική, για να μην πούμε τετριμμένη, η σκέψη ότι οι επιστήμονες είναι άνθρωποι, υπόκεινται στις ίδιες αδυναμίες όπως και όλοι μας, είναι ήρωες, είναι δειλοί, είναι έντιμοι και πανούργοι, είναι ανόητοι και λογικοί περίπου στο ίδιο μέτρο, ειδικοί σε μερικούς τομείς, αλλά όχι ειδικοί σε πολλούς άλλους τομείς», γράφει ο σύμβουλος Ρόυ Χέρμπερτ στο Νιου Σάιεντιστ. Παρ’ ότι η άποψη αυτή μπορεί να μην υποστηρίζεται γενικά στον κόσμο τής επιστήμης, προσθέτει, «δε βρίσκω καμιά δυσκολία να τη δεχτώ».
Τι θα πούμε, όμως, σχετικά με τη δήθεν συμπαγή, αυτοδιορθωτική και αυτορυθμιζόμενη δομή τής επιστήμης τις διαδικασίες τής κριτικής, της αναφοράς, και της αντιγραφής;
Στην αφύπνιση που προξένησε η πλατιά δημοσιευμένη πρόσφατη σειρά από απάτες σε φημισμένα ινστιτούτα ερευνών, ο Σύνδεσμος των Αμερικανικών Ιατρικών Κολεγίων εξέδωσε μια έκθεση που καθόριζε τις κατευθυντήριες γραμμές πάνω στο πώς να αντιμετωπίζει κανείς μια απάτη στην έρευνα. Η έκθεση, ουσιαστικά, υποστήριζε ότι «η συντριπτική δυνατότητα να ανιχνευθούν αμέσως μετά την παρουσίαση τους τα απατηλά δεδομένα» είναι μια εξασφάλιση ενάντια στις ανήθικες μεθόδους.
Ο ισχυρισμός αυτός, ωστόσο, δεν ταιριάζει καλά με πολλούς άλλους, τόσο μέσα όσο και έξω από την επιστημονική κοινότητα. Για παράδειγμα, ένα κύριο άρθρο στην εφημερίδα Νιου Γιορκ Τάιμς, αποκαλούσε την έκθεση «μια επιπόλαιη διάγνωση της επιστημονικής απάτης» υποδεικνύοντας ότι «καμιά από τις απάτες δεν ήρθε αρχικά στο φως μέσω των συνηθισμένων μηχανισμών με τους οποίους οι επιστήμονες ελέγχουν ο ένας την εργασία του άλλου».
Παρόμοια, ένα μέλος της επιτροπής της έκθεσης, ο Δρ Άρνολντ Σ. Ρέλμαν, ο οποίος είναι επίσης εκδότης του Δε Νιου Ήνγκλαντ Τζέρναλ οβ Μέντισιν, διαφώνησε με το συμπέρασμα τής έκθεσης. «Τι είδους προστασία ενάντια στην απάτη προσφέρει ο έλεγχος των συναδέλφων;» ρώτησε. «Λίγη, αν όχι καμιά». Για να υποστηρίξει το επιχείρημα του, ο Ρέλμαν συνέχισε: «Οι απατηλές εργασίες δημοσιεύτηκαν σε περιοδικά τα οποία ελέγχονται από τους συναδέλφους, μερικά με πολύ αυστηρούς κανόνες. Στην περίπτωση των δύο εργασιών που δημοσιεύσαμε, κανένας υπαινιγμός ανεντιμότητας δεν εγέρθηκε από οποιονδήποτε από τους ελεγκτές ή από τους εκδότες».
Όσο για την αποτελεσματικότητα της επανάληψης του πειράματος για την εντόπιση της απάτης, φαίνεται να υπάρχει μεγάλο χάσμα ανάμεσα στη θεωρία και στην πράξη. Στον πάρα πολύ ανταγωνιστικό σήμερα τομέα της επιστημονικής έρευνας, οι επιστήμονες ενδιαφέρονται περισσότερο να ανιχνεύσουν καινούργιους τομείς, παρά να επαναλάβουν κάτι που έχει κάνει κάποιος άλλος. Ακόμη κι αν μια επιστημονική εργασία βασίζεται πάνω στο πείραμα που έγινε από κάποιον άλλον, το πείραμα σπάνια επαναλαμβάνεται με την ίδια ακριβώς μορφή.
Το πρόβλημα της επανάληψης δυσχεραίνεται ακόμη πιο πολύ από κάτι που αποκαλείται τεμαχισμένη επιστήμη. Μερικοί ερευνητές θεληματικά ‘τεμαχίζουν’ τα πειραματικά τους ευρήματα σε μικρά κομμάτια προκειμένου να πολλαπλασιάσουν τον αριθμό των δημοσιεύσιμων εργασιών. Αυτό «προσφέρει μια ευκαιρία για ανεντιμότητα», λέει μια επιτροπή τού Χάρβαρντ, «γιατί οι εκθέσεις αυτές έχουν μικρότερη πιθανότητα να επαληθευτούν από άλλους». Οι ερευνητές γνωρίζουν καλά ότι αν το πείραμα δεν είναι αληθινά σημαντικό, είναι απίθανο να προσπαθήσει να το επαναλάβει κάποιος άλλος. Έχει υπολογιστεί ότι μέχρι μισές από τις εργασίες που εκδίδονται είναι «ανεξέλεγκτες, χωρίς να έχουν επαναληφτεί, και ίσως χωρίς να έχουν καν διαβαστεί».
Αυτό δε σημαίνει, ωστόσο, ότι η επιστήμη, σαν θεσμός, έχει αποτύχει ή ότι δεν έχει καλά αποτελέσματα. Το τελείως αντίθετο, γίνονται μεγάλες σημαντικές έρευνες και πολλές χρήσιμες ανακαλύψεις. Όλα αυτά προσφέρουν τιμή σε αυτό που είναι ουσιαστικά ένα σύστημα τιμής στο ιδανικό ότι η επιστημονική πρόοδος βασίζεται στην αμοιβαία εμπιστοσύνη και στη δημοσίευση της γνώσης μέσα στην επιστημονική κοινότητα.
Αυτό που έχουν καταδείξει οι πρόσφατες περιπτώσεις απάτης είναι το απλό γεγονός ότι το ιδανικό αυτό έχει τους περιορισμούς του και ότι όλα τα μέλη της επιστημονικής κοινότητας δεν είναι εξίσου πρόθυμα να δεσμευτούν από αυτό. Τα γεγονότα δείχνουν ότι μέσα στον αυτοκαθοριστικό και αυτοδιορθωτικό μηχανισμό της επιστήμης υπάρχουν αρκετά παραθυράκια που οποιοσδήποτε θα ήθελε να εξαπατήσει το σύστημα και γνώριζε τον τρόπο, θα μπορούσε να το πετύχει αυτό.
Όπως και σε καθετί άλλο, τα οικονομικά παίζουν μεγάλο ρόλο στον κόσμο της επιστήμης. Οι μέρες των αυτοσυντηρούμενων, επινοητικών διανοητών προφανώς έχουν περάσει. Επιστημονική έρευνα σήμερα σημαίνει πολλά χρήματα, και πολλά από αυτά δίνονται από την κυβέρνηση, τη βιομηχανία ή άλλα ιδρύματα και οργανισμούς. Ωστόσο οι οικονομικές δυσκολίες και οι περικοπές των προϋπολογισμών έχουν κάνει τις χορηγίες ολοένα και δυσκολότερες. Σύμφωνα με τα Εθνικά Ινστιτούτα Υγείας, τα οποία χρηματοδοτούν κάπου το 40 τα εκατό όλης της βιοϊατρικής έρευνας που γίνεται στις Ηνωμένες Πολιτείες με ετήσιο προϋπολογισμό γύρω στα 4 δισεκατομμύρια δολάρια, μονάχα το 30 τα εκατό αυτών που κάνουν αίτηση για χορηγίες από τα Ινστιτούτα τις λαβαίνουν, ενώ στη δεκαετία τού 1950 το ίδιο αυτό ποσοστό ήταν 70 τα εκατό.
Αυτό σημαίνει για τους ερευνητές ότι η έμφαση έχει στραφεί από την ποιότητα στην ποσότητα—στη νοοτροπία ‘ή δημοσιεύεις ή χάνεις’. Ακόμη και καθιερωμένοι επιστήμονες συχνά αφιερώνουν περισσότερο χρόνο στο να βρουν χρήματα προκειμένου να συνεχίσουν να έχουν ανοιχτά τα εργαστήρια τους παρά αφιερώνουν χρόνο μέσα στα εργαστήρια τους. Αυτό ήταν εκείνο που οδήγησε στην πτώση ενός γιατρού ο οποίος λάβαινε πάνω από μισό εκατομμύριο δολάρια σε χορηγίες.
Έδωσαν στον άνθρωπο αυτό μια εργασία για να την ελέγξει, η οποία στάλθηκε στον πολυάσχολο επιθεωρητή του για να την ανασκοπήσει πριν από τη δημοσίευση. Η εργασία συνέβη να πραγματεύεται ένα θέμα στο οποίο είχε εργαστεί κι αυτός επίσης. Αντί να κάνει έναν έντιμο έπαινο της εργασίας και να αντιμετωπίσει τον κίνδυνο να μην είναι πρωτοπόρος στον τομέα αυτό, και ίσως να χάσει και τη χορηγία, ο γιατρός βιαστικά έκανε το πείραμα του, έκανε λογοκλοπή σ’ ένα μέρος της ύλης από την άλλη εργασία και υπέβαλε τη δική του εργασία για έκδοση.
Η πίεση για επιτυχία είναι περισσότερο αισθητή στην αρχή της ζωής των επίδοξων επιστημόνων, ιδιαίτερα εκείνων στον ιατρικό τομέα. «Οι ιστορίες αντιγραφής ανάμεσα στους σπουδαστές της προπαρασκευαστικής τάξης για την ιατρική είναι κοινές», είπε ο Ρόμπερτ Έμπερτ, πρώην πρύτανης της Ιατρικής Σχολής του Χάρβαρντ, «και ο αγώνας για υψηλούς βαθμούς ώστε να εξασφαλιστεί η είσοδος στην ιατρική σχολή δεν ενθαρρύνει βέβαια την ηθική και ανθρωπιστική συμπεριφορά».
Η πρώιμη αυτή κατάσταση μεταφέρεται εύκολα στην επαγγελματική καριέρα όπου η πίεση είναι ακόμη πιο εντατική. «Σε ένα περιβάλλον το οποίο μπορεί να επιτρέψει να γίνει η επιτυχία μάλλον λαχταριστό εμπόρευμα παρά ηθική συμπεριφορά, ακόμη και οι άγγελοι μπορεί να πέσουν», θρήνησε ο Έμπερτ.
Η τρέχουσα κατάσταση συνοψίστηκε καλά από τον Στήφεν Τάουλμιν του Πανεπιστημίου του Σικάγου όταν είπε: «Δεν μπορείς να αλλάξεις κάτι σε μια καλοαμειβόμενη, πάρα πολύ ανταγωνιστική, καλά διαρθρωμένη δραστηριότητα χωρίς να δημιουργήσεις τις ευκαιρίες για να κάνουν οι άνθρωποι πράγματα που ποτέ δε θα έκαναν στην προηγούμενη κατάσταση τους σαν ερασιτέχνες».
Η σύντομη εκδρομή μας στον κόσμο της επιστημονικής έρευνας μάς έχει δώσει μια ματιά της επιστήμης στην πράξη. Έχουμε δει ότι, παρά τη μόρφωση τους, οι επιστήμονες υπόκεινται στις ανθρώπινες ατέλειες ακριβώς όπως έχουν και αρετές. Το γεγονός ότι φορούν τις άσπρες μπλούζες του εργαστηρίου δεν αλλάζει την εικόνα αυτή. Πράγματι οι πιέσεις και ο ανταγωνισμός στον σημερινό κόσμο της επιστήμης κάνουν ευκολότερο να ακολουθήσει κανείς τον κακό δρόμο.
Το φαινόμενο της απάτης στην επιστήμη είναι μια υπόμνηση σε όλους μας ότι και η επιστήμη επίσης, έχει τις ανέντιμες πλευρές της. Παρά το γεγονός ότι τις περισσότερες φορές πολλές δε φαίνονται, παρ’ όλ’ αυτά υπάρχουν. Το ξεσκέπασμά τους από καιρό σε καιρό θα έπρεπε να μας κάνει να συνειδητοποιήσουμε ότι, παρ’ ότι η επιστήμη και οι επιστήμονες συχνά εκθειάζονται, η θέση τους θα έπρεπε να επανεκτιμηθεί προσεχτικά.
[Πρόταση που τονίζεται στη σελίδα 6]
«Υποπτεύομαι ότι όλοι οι επιστήμονες είναι ένοχοι προκατάληψης κατά καιρούς στην έρευνά τους»
[Πρόταση που τονίζεται στη σελίδα 6]
«Τι είδους προστασία ενάντια στην απάτη προσφέρει ο έλεγχος των συναδέλφων;»
[Πρόταση που τονίζεται στη σελίδα 8]
Και η επιστήμη έχει τις ανέντιμες πλευρές της
[Πλαίσιο στη σελίδα 7]
Η Τέχνη της Απατηλής Επιστήμης
Το 1830 ο Άγγλος μαθηματικός Τσαρλς Μπάμπητζ δημοσίευσε ένα βιβλίο με τον τίτλο Σκέψεις πάνω στην Παρακμή της Επιστήμης στην Αγγλία για να συνοψίσει την κατάσταση που παρατήρησε ότι επικρατούσε στις επιστημονικές υποθέσεις. Εκεί, ο Μπάμπητζ ανέφερε αυτά που νόμιζε ότι έκαναν μερικοί επιστήμονες ή ότι έμπαιναν στον πειρασμό να κάνουν όταν τα πράγματα δεν έβγαιναν με τον τρόπο που περίμεναν.
«Περικοπή», όπου υπήρχαν ανωμαλίες εξομαλύνονταν για να κάνουν τα δεδομένα να φαίνονται εξαιρετικά ακριβή.
«Μαγείρεμα», όπου επιλέγονταν μόνο τα αποτελέσματα που ταίριαζαν καλύτερα στη θεωρία και τα υπόλοιπα απορρίπτονταν.
«Πλαστογραφία», το χειρότερο απ’ όλα, όπου, μερικά ή όλα τα δεδομένα, ήταν κατασκευασμένα στα πειράματα που έκανε ή που δεν έκανε κάποιος.
[Εικόνα στη σελίδα 5]
Ακόμη και ο Ισαάκ Νεύτων προσάρμοσε τα δεδομένα του για να υποστηρίζουν τη θεωρία του