Οι Έλληνες τον Πρώτο Αιώνα μ.Χ.
ΤΟΝ καιρό της διακονίας του Ιησού Χριστού και των αποστόλων του, ο όρος Έλληνες χρησιμοποιούταν τόσο στους ντόπιους, όσο και στους Έλληνες της διασποράς. Οι Έλληνες ονόμαζαν όσους ανήκαν σε άλλη φυλή «βάρβαρους», που σημαίνει απλά ξένοι ή όσοι μιλούν ξένη γλώσσα. Ο απόστολος Παύλος, παρόμοια, αντιπαραβάλλει «Έλληνας» και «βαρβάρους» στην Ρωμαίους 1:14.
Όμως σε μερικές περιπτώσεις ο Παύλος χρησιμοποιεί τον όρο Έλληνες με ευρύτερη έννοια. Ιδιαίτερα σε αντίθεση με τους Ιουδαίους, αναφέρεται στους Έλληνες σαν εκπροσώπους όλων των μη Ιουδαϊκών λαών. (Ρωμαίους 1:16· 2:6, 9, 10· 3:9· 10:12· 1 Κορινθίους 10:32· 12:13) Έτσι στην 1 Κορινθίους κεφάλαιο 1, ο Παύλος προφανώς παραλληλίζει τους «Έλληνες» (εδ. 22) με τα «έθνη» (εδ. 23). Αυτό αναμφίβολα οφειλόταν στην υπεροχή και στην πρώτη θέση που κατείχε η Ελληνική γλώσσα και ο πολιτισμός σ’ όλη τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Κατά κάποιο τρόπο ‘ήταν πρώτοι στον κατάλογο’ των μη Ιουδαϊκών λαών. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο Παύλος ή οι άλλοι συγγραφείς των Χριστιανικών Ελληνικών Γραφών χρησιμοποίησαν τον όρο Έλληνες με πολύ χαλαρή έννοια, έτσι ώστε το Έλλην να σημαίνει κατιτί περισσότερο από «Εθνικός», όπως υπαινίσσονται μερικοί σχολιαστές. Δείχνοντας ότι ο όρος Έλληνες χρησιμοποιούταν για να προσδιοριστεί ένας συγκεκριμένος λαός, ο Παύλος, στο Κολοσσαείς 3:11, αναφέρεται στον «Έλληνα» για να τον ξεχωρίσει από τον «βάρβαρο» και από τον «Σκύθη».
Οι σχολιαστές όμως παρουσιάζουν κάποια αποδεικτικά στοιχεία ότι οι Έλληνες συγγραφείς κατά καιρούς εφάρμοζαν τον όρο Έλλην σε άτομα από άλλες φυλές που είχαν «Εξελληνιστεί», που είχαν δεχτεί, δηλαδή, την Ελληνική γλώσσα και πολιτιστική παράδοση. Έτσι, εξετάζοντας τις Βιβλικές αναφορές στους Έλληνες, σε μερικές περιπτώσεις πιθανόν να αναφέρονται σε άτομα που δεν γεννήθηκαν ούτε κατάγονταν από την Ελλάδα.
Η «Ελληνίς, Συροφοίνισσα» που ο Ιησούς θεράπευσε την κόρη της (Μάρκος 7:26-30) πιθανόν να είχε Ελληνική καταγωγή για να αναφέρεται μ’ αυτόν τον τρόπο. Οι «τινές Έλληνες μεταξύ των αναβαινόντων δια να προσκυνήσωσιν» στο Πάσχα και που ζήτησαν να δουν τον Ιησού, ήταν προφανώς Έλληνες προσήλυτοι στην Ιουδαϊκή θρησκεία. (Ιωάννης 12:20· σημειώστε την προφητική δήλωση του Ιησού στο εδάφιο 32 ότι θα ‘προσέλκυε ανθρώπους κάθε είδους κοντά του’.) Ο πατέρας του Τιμόθεου και ο Τίτος αποκαλούνται και οι δύο «Έλληνες» (Πράξεις 16:1, 3· Γαλάτας 2:3) Αυτό μπορεί να σημαίνει ότι κατάγονταν από την Ελληνική φυλή. Έχοντας όμως υπόψη την τάση που υποστηρίζεται ότι είχαν ορισμένοι Έλληνες συγγραφείς να εφαρμόζουν το Έλληνες ακόμη κι όταν αναφέρονταν σε άτομα που απλώς μιλούσαν τα Ελληνικά και είχαν την Ελληνική πολιτιστική παράδοση και έχοντας υπόψη τη χρήση που έκανε ο Παύλος στον όρο αυτό με αντιπροσωπευτική έννοια, όπως είδαμε παραπάνω, θα πρέπει να λάβουμε υπόψη την πιθανότητα όλα αυτά τα άτομα να ήταν Έλληνες με την τελευταία αυτή έννοια. Παρόλ’ αυτά, το γεγονός ότι η Ελληνίδα ζούσε στη Συροφοινίκη ή ότι ο πατέρας του Τιμόθεου κατοικούσε στα Λύστρα της Μικράς Ασίας ή ότι ο Τίτος φαίνεται ότι έμενε στην Αντιόχεια της Συρίας, δεν αποδεικνύει ότι αυτοί δεν ήταν Έλληνες δεν είχαν Ελληνική καταγωγή—γιατί σε όλες αυτές τις περιοχές βρίσκονταν Έλληνες άποικοι και μετανάστες.
Οι κατά γράμμα Έλληνες εννοούνται ασφαλώς στο Πράξεις 17:12 και 18:4, όπου συζητούνται τα γεγονότα που συνέβησαν στη Βέροια και στην Κόρινθο. Το ίδιο πιθανόν αληθεύει και για τους «Έλληνες» της Θεσσαλονίκης (Πράξεις 17:4), της Εφέσου στη δυτική ακτή της Μικράς Ασίας, αρχαίας αποικίας των Ελλήνων και κάποτε πρωτεύουσας της Ιωνίας (Πράξεις 19:10, 17· 20:21), και ακόμη του Ικονίου στην κεντρική Μικρά Ασία. (Πράξεις 14:1) Ενώ ο συνδυασμός «Ιουδαίοι και Έλληνες», που εμφανίζεται σε μερικά από τα εδάφια αυτά, θα μπορούσε να φανερώνει ότι, όπως και ο Παύλος, ο Λουκάς χρησιμοποίησε εκεί τους «Έλληνες» σαν εκπροσώπους των μη Ιουδαϊκών λαών γενικά, στην πραγματικότητα μόνο το Ικόνιο βρίσκεται γεωγραφικά έξω από τη βασική Ελληνική περιοχή.