Εγκατέλειψα την Εκκλησία, Εγκατέλειψα το Κάπνισμα, Εγκατέλειψα το Εμπόριο
Ο Έντουαρντ Τζωρτζ λέει γιατί
ΤΟ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟ διάστημα της ζωής μου ήμουν Πρεσβυτεριανός. Άρχισα ν’ ασχολούμαι μ’ αυτά από τότε που ήμουν τεσσάρων χρόνων. Έγινα διάκονος. Δίδασκα δεκαπέντε χρόνια στο Κατηχητικό. Έψελνα στη χορωδία. Ήμουν βαθιά αναμιγμένος σ’ αυτά. Έπειτα τα εγκατέλειψα.
Το 1943 συνεχιζόταν ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος. Ήμουν περίπου είκοσι χρόνων, είχα καταταχτεί στην Αεροπορία, και είχα αρχίσει να καπνίζω. Κάπνιζα για τριάντα χρόνια, όταν έφτασα στο σημείο να καπνίζω τριάμισι με τέσσερα πακέτα τη μέρα. Κατόπιν τα εγκατέλειψα.
Ο πατέρας μου άρχισε μια επιχείρηση με καπνά πριν από πενήντα και πλέον χρόνια. Μετά από τριάντα χρόνια έγινα συνεταίρος του. Ήταν επικερδής η επιχείρηση, και βγάζαμε τρία με τέσσερα εκατομμύρια δολάρια το χρόνο. Όταν πέθανε έγινα εγώ ο αποκλειστικός ιδιοκτήτης, και διαχειριζόμουν την επιχείρηση για χρόνια. Κατόπιν τα εγκατέλειψα.
Εγκατέλειψα την εκκλησία και το κάπνισμα και την επιχείρηση, όχι γιατί δεν μου αρέσει η δουλειά, αλλά επειδή άρχισα κάτι άλλο. Άρχισα να μελετώ τη Βίβλο.
Πολλά πράγματα, όμως, με οδήγησαν να τα εγκαταλείψω όλ’ αυτά. Άρχισα να καπνίζω όταν κατατάχτηκα στην Αεροπορία. Ήμουν πολύ πατριώτης. Για τριάμισι χρόνια ήμουνα ομαδάρχης στους προσκόπους. Και η εκκλησία ήταν πολύ πατριωτική. Αναγνώριζε ιδιαίτερα εκείνους που βρίσκονταν στην στρατιωτική υπηρεσία. Έβαζαν το όνομά σου σ’ ένα αστέρι που βρισκόταν ψηλά, πάνω σ’ ένα μεγάλο πίνακα, για να μπορούν να το βλέπουν όλοι.
Υπηρέτησα εκεί τρία χρόνια. Το 1944 βγήκαμε στο εξωτερικό. Μας ζήτησαν να πετάξουμε σε πενήντα αποστολές. Στην τεσσαρακοστή μου έκτη με πυροβόλησαν και μ’ έριξαν στον Μέλανα Δρυμό στη Γερμανία. Πετούσα μ’ ένα Β-24, τετρακινητήριο βομβαρδιστικό. Υπήρχαν δέκα στο πλήρωμα και εγώ ήμουν ο πιλότος.
Πολλές φορές μόλις που γλιτώναμε. Σε μια βομβαρδιστική αποστολή αχρηστεύτηκαν οι δύο κινητήρες μας και έπρεπε να κάνω αναγκαστική προσγείωση στην Κορσική. Μείναμε εκεί μέχρις ότου επιδιορθώθηκε το αεροπλάνο μας. Ο μεγαλύτερός μας κίνδυνος ήταν το αντιαεροπορικό πυρ. Ελάχιστες φορές μας επιτέθηκαν αεροπλάνα διώξεως. Οι Γερμανοί είχαν πάρα πολλά απ’ αυτά, αλλά δεν είχαν πετρέλαιο για να πετάξουν—τα βομβαρδιστικά των Ηνωμένων Πολιτειών είχαν χτυπήσει τις πετρελαιοπηγές τους πολύ άσχημα. Και όμως κάτι τρομερό συνέβαινε: οι Γερμανοί ήταν οι πρώτοι που έφτιαξαν αεριωθούμενα καταδιωκτικά. Ήταν φοβερό να βλέπεις τα αεροπλάνα αυτά να περνάνε σαν αστραπή, πάρα πολύ γρήγορα! Ευτυχώς, ο χρόνος πτήσεώς τους ήταν μονάχα δεκαπέντε λεπτά περίπου—αρκετός χρόνος για να σε πυροβολήσουν μια φορά, να προσπαθήσουν να σε χτυπήσουν και κατόπιν να προσγειωθούν πάλι.
Όπως είπα, το αντιαεροπορικό πυρ ήταν το μεγαλύτερό μας πρόβλημα. Πετούσαμε ανάμεσα στα είκοσι με είκοσι πέντε χιλιάδες πόδια, και από το ραντάρ ήξεραν πού ακριβώς βρισκόμασταν—κάτι που μας δυσκόλευε! Το αντιαεροπορικό πυρ ήταν βλήματα—88 ή 105 χιλιοστών—με ωρολογιακό πυροδότη. Μια απ’ αυτές έφτανε σ’ ένα ορισμένο ύψος και εκρηγνυόταν, και το βολιδοφόρο βλήμα της ψέκαζε προς όλες τις κατευθύνσεις. Αν εκρηγνυόταν μπροστά σου, προξενούσε πολύ μεγάλη ζημιά ή συνέτριβε ακόμη και το αεροπλάνο.
Αυτά συνέβησαν στην τεσσαρακοστή έκτη αποστολή μας. Ένα βλήμα έπληξε το φτερό μας, πέρασε μέσα από τη δεξαμενή των καυσίμων μας, αλλά εξερράγη από πάνω μας. Αν είχε εκραγεί στην πρόσκρουση τότε δεν θα μπορούσα να σας αφηγηθώ αυτή την ιστορία.
Στη διάρκεια του πολέμου πήγαινα σε εσπερινούς που διεξήγαν στρατιωτικοί ιερείς. Οι ιερείς έμοιαζαν περισσότερο με ψυχιάτρους παρά με κληρικούς. Ωστόσο, έψαχνα για θρησκευτική παρηγοριά· ποτέ δεν ήξερα αν θα γύριζα ή όχι από την επόμενη αποστολή μου.
Και δεν ξαναγύρισα στη βάση μου μετά απ’ αυτή την τεσσαρακοστή έκτη αποστολή. Το βλήμα είχε πλήξει τη δεξαμενή των καυσίμων μας και είχε αχρηστεύσει τον έναν από τους κινητήρες μας. Αυτό συνέβη στα σύνορα Τσεχοσλοβακίας—Γερμανίας, όχι πολύ μακριά από τα Ρωσικά σύνορα. Λίγο μετά απ’ αυτό έδωσα τη διαταγή, «Ανοίξτε τις πόρτες της αποθήκης των βομβών, περάστε από το στενό διάδρομο και πηδήξτε!» Επτά πήδησαν. Τρεις από μας έμειναν στο αεροπλάνο.
Τώρα πια βρισκόμασταν πάνω από τα σύνορα Ρωσίας—Γερμανίας, και η μάχη από κάτω ήταν σκληρή και εμείς είχαμε χτυπηθεί βαριά. Τα πάντα είχαν αχρηστευτεί. Αρχίσαμε να κατεβαίνουμε σπειροειδώς και γρήγορα. Δεν μπορούσαμε να ελέγξουμε τίποτα, οι τροχοί δεν λειτουργούσαν, και όπως κατεβήκαμε το αεροπλάνο ισοπεδώθηκε, χτύπησε στο έδαφος και ντελαπάρησε. Όταν ξέσπασε σε φλόγες εμείς πηδήσαμε από την πόρτα που βρισκόταν στην κορυφή.
Οι Γερμανοί με φυλάκισαν. Για μένα ο πόλεμος συνεχιζόταν. Πέρασα έξι μήνες σαν αιχμάλωτος πολέμου και μετά με ελευθέρωσαν οι Ρώσοι. Όταν ξεμπέρδεψα από την αεροπορία, ξαναγύρισα στο Τζάκσονβιλ στη Φλώριδα. Αυτό έγινε το 1946.
Η οικογένειά μου και η οικογένεια Μπέλοϊτ ζούσαν στο Τζάκσονβιλ. Οι δυο οικογένειες είχαν συνδεθεί μεταξύ τους στη διάρκεια του πολέμου. Μετά τον πόλεμο συνάντησα την Ιβόν Μπελόιτ και παντρευτήκαμε. Μέλη της οικογένειάς της ήταν Μάρτυρες του Ιεχωβά, αλλά εκείνη δεν είχε βαπτιστεί. Είχα σχέσεις με την οικογένειά της, αλλά της είχα πει να μην τους αφήσει να μου μιλήσουν για τη θρησκεία τους.
Εγώ συνέχισα τη δράση μου με την Πρεσβυτεριανή εκκλησία· η Ιβόν εξακολούθησε να συναναστρέφεται με τους Μάρτυρες. Δεν υπήρχαν μεταξύ μας θρησκευτικές λογομαχίες, αλλά με τον καιρό η Ιβόν άρχισε ν’ απομακρύνεται από τους Μάρτυρες. Σταμάτησε να μελετάει μαζί τους, έγινε πολύ κοσμικιά, άρχισε να γιορτάζει Χριστούγεννα, τη Μέρα των Ευχαριστιών, το Νέο Έτος, και άλλες γιορτές, και μάλιστα αναμιγνυόταν και στην πολιτική.
Εκείνα τα χρόνια λίγο είχα ακούσει για τους Μάρτυρες. Τότε ένας απ’ αυτούς έκανε κάποια δουλειά για μένα και για ένα φίλο μου επίσης, τον Δρ Άιβυ. Αυτός ο τεχνίτης είπε στον Δρ Άιβυ για την επερχόμενη μάχη του Αρμαγεδδώνα. Ο γιατρός ήξερε την Ιβόν από τότε που ήταν παιδάκι, γι’ αυτό τη φώναξε και τη ρώτησε: «Ιβόν, εσύ μεγάλωσες σαν Μάρτυρας. Γιατί δεν μου μίλησες για τον Αρμαγεδδώνα;» «Θα φωνάξω τον αδελφό μου τον Ντον,» είπε εκείνη, «και θα σου εξηγήσει γι’ αυτόν.» Το αποτέλεσμα ήταν ν’ αρχίσουμε να μελετούμε τη Βίβλο με τους Μάρτυρες του Ιεχωβά ο Δρ Άιβυ και η σύζυγός του, η Ιβόν και εγώ, και τη μελέτη τη διεξήγε ο Ντον Μπέλοϊτ.
Έτσι άρχισαν τα πράγματα, και αυτή τη φορά ήθελα να μάθω. Είχα γίνει δυστυχισμένος με μερικά πράγματα που συνέβαιναν στην εκκλησία μου. Ήμουν διάκονος και μέρος της δουλειάς μου ήταν να εκλιπαρώ υποσχέσεις για χρήματα. Αυτό δεν μου άρεσε. Έβλεπα ανθρώπους που δεν ήξεραν αν θάχουν το βράδυ να φάνε, κι εγώ τους ζητούσα χρήματα.
Πληρώναμε το λειτουργό μας 12.000 δολάρια το χρόνο, και τότε τα χρήματα αυτά ήταν περισσότερα απ’ όσα έπαιρνε ο καθένας σχεδόν μέσα στην εκκλησία. Ένας από τους διακόνους ήταν αηδιασμένος απ’ αυτό και είπε: «Γιατί οι κήρυκες προτιμούν να εργάζονται πάντοτε στις μεγαλύτερες εκκλησίες; Ποτέ δεν πηγαίνουν σε μικρότερες. Πάνε πάντοτε σε μεγαλύτερες για να έχουν μεγαλύτερο μισθό!»
Οι εκκλησιαστικές δοξασίες είχαν αρχίσει επίσης να μ’ ενοχλούν. Συνήθως παίρναμε το Πρεσμπυτέριαν Σέρβεϋ, και αυτή τη φορά είχε εκδοθεί μ’ ένα μεγάλο άρθρο σχετικά με την κόλαση που έλεγε ότι είναι ένας τόπος αιωνίων βασάνων για τους πονηρούς. Ήξερα ότι αυτό δεν ήταν σωστό, ότι η ψυχή δεν ήταν κάτι το αθάνατο, αλλ’ ότι οι άνθρωποι στο θάνατο παύουν τελείως να υπάρχουν. Αν θα ξαναζούσαν ποτέ πάλι αυτό θα γινόταν με ανάσταση.—Ιεζεκιήλ 18:4, 20· Εκκλησιαστής 9:5, 10· Ρωμαίους 6:23· Ιωάννης 5:28, 29.
Έτσι, άρχισα τη Γραφική μελέτη και γι’ αυτό άρχισα να εγκαταλείπω όλ’ αυτά. Πρώτ’ απ’ όλα έπρεπε να διακόψω τις σχέσεις μου με την Πρεσβυτεριανή Εκκλησία.
Ο Ντον Μπέλοϊτ ευσυνείδητα ερχόταν στο σπίτι μας κάθε εβδομάδα τέσσερα με πέντε χρόνια, και μελετούσε μαζί μας τρεις ώρες κάθε φορά. Είχαμε μελετήσει αρκετά βιβλία, μαζί και τη Βίβλο και πάντα υποστήριζε το καθετί από τη Βίβλο. Επίσης, η Ιβόν και εγώ αρχίσαμε να πηγαίνουμε στην Αίθουσα Βασιλείας για να συναθροιζόμαστε με την εκκλησία των Μαρτύρων που συγκεντρωνόταν εκεί. Εντυπωσιάστηκα από την ειλικρίνειά τους και τη φιλικότητά τους. Ένα απόγευμα απέκοψαν ένα Μάρτυρα που είχε διαπράξει βαρύ αμάρτημα, και είπα στον εαυτό μου, «Οι Πρεσβυτεριανοί ποτέ δεν θα έκαναν κάτι τέτοιο.» Οι Μάρτυρες προσπαθούν σκληρά να κρατούν τις εκκλησίες τους ηθικά καθαρές.
Τώρα ήμουν έτοιμος ν’ αφιερώσω τη ζωή μου στον Ιεχωβά και να βαπτιστώ. Εξακολουθούσα όμως το κάπνισμα, αλλά κατάφερα να μειώσω τα τσιγάρα σε δυο με τρία στη διάρκεια της μελέτης. Ήξερα ότι αυτή τη συνήθεια την αποδοκίμαζαν οι Μάρτυρες, αλλά δεν ήταν απαγορευμένη. Τώρα, όμως, που ήθελα να βαπτιστώ, άλλαξαν τα πράγματα και απαγορεύτηκε τελείως!
Φανταστείτε πώς αισθάνθηκα! Είναι βέβαιο ότι το κάπνισμα ήταν βλαβερό για την υγεία μου. Το ήξερα αυτό. Ήμουν, όμως, για δεκαετίες μανιώδης καπνιστής, και όταν σηκωνόμουν το πρωί έβηχα επί μιάμιση ώρα. Καθώς περνούσαν τα χρόνια προσπάθησα πολύ σκληρά να το κόψω—οκτώ με δέκα φορές τουλάχιστον, και κάθε φορά αποτύγχανα.
Τέλος πάντων, αποφάσισα να ξαναπροσπαθήσω. Το ελατήριο ήταν πιο ισχυρό αυτή τη φορά. Τώρα γνώριζα τον Ιεχωβά. Είχα μελετήσει τα λόγια του Ιησού, ‘αγάπα τον Ιεχωβά με όλη σου την καρδιά’ και—κάτι που εφαρμόζεται ειδικά στο κάπνισμα—«θέλεις αγαπά τον πλησίον σου ως σεαυτόν.» (Ματθαίος 22:37-39) Στα σαράντα πέντε χρόνια μου σαν Πρεσβυτεριανός ποτέ δεν είχα διδαχθεί ν’ αγαπάω τον πλησίον μου σαν τον εαυτό μου σ’ αυτόν τον τομέα.
Έτσι, αυτή τη φορά έπρεπε να ενισχυθώ πνευματικά στον αγώνα μου να κόψω το τσιγάρο. Προσευχήθηκα στον Ιεχωβά για βοήθεια. Και η οικογένειά μου προσευχήθηκε στον Θεό να με βοηθήσει να κερδίσω τη μάχη. Ένα απόγευμα συγκινήθηκα βαθιά όταν άκουσα την τετράχρονη κόρη μου την Κέλλυ, να προσεύχεται στον Ιεχωβά, «Παρακαλώ, βοήθησε τον Μπαμπά να κόψει το τσιγάρο.»
Έβαλα μια προθεσμία. Το 1975 επρόκειτο να γίνει μια μεγάλη συνέλευση των Μαρτύρων του Ιεχωβά. Το προηγούμενο βράδυ από τη συνέλευση θα κάπνιζα το τελευταίο μου τσιγάρο! Δυο μήνες πριν κάπνιζα ολοένα και περισσότερο, τέσσερα με πέντε πακέτα τη μέρα. Αυτό δεν ήταν συνετό, αλλά πιστεύω ότι ήταν ένα τελευταίο ξέσπασμα, ένας αποχαιρετισμός, ένα είδος ψυχολογικού τέλους. Το προηγούμενο βράδυ από τη συνέλευση του 1975 κάπνισα το τελευταίο μου τσιγάρο. Από τότε δεν ξανακάπνισα.
Δεν γύρισα πάλι στα ίδια. Αλλά η επιθυμία υπάρχει. Ακόμη και μετά από επτά χρόνια. Αν κάποιος πει ότι το κάπνισμα δεν εθίζει, μη το πιστέψετε! Τον πρώτο χρόνο, κάθε βράδυ, ονειρευόμουν ότι κάπνιζα. Ακόμη και τώρα το παθαίνω αυτό μερικές φορές. Στο αυτοκίνητο έχω μαζί μου μια τσάντα με καραμέλες για να τις χρησιμοποιώ όταν αισθάνομαι αυτή την πίεση. Περιέργως, όταν συμβαίνει αυτό, η ένταση είναι τόσο μεγάλη όπως και τη μέρα που το έκοψα, αλλά ευτυχώς διαρκεί μόνο λίγα δευτερόλεπτα. Πρόκειται για αλλεπάλληλες μάχες, αλλά με την παρ’ αξίαν αγαθότητα του Ιεχωβά κέρδισα τον πόλεμο.
Τώρα ήρθα αντιμέτωπος με την τρίτη πρόκληση: Αν δεν έπρεπε σαν Χριστιανός να καπνίζω, θα μπορούσα να πουλάω τσιγάρα στους άλλους; Μήπως θα έπρεπε να πουλήσω την προσοδοφόρο επιχείρηση καπνού που είχα; Ήξερα Μάρτυρες που είχαν αφήσει τις δουλειές τους γιατί δεν ταίριαζαν για Χριστιανούς—δουλειές που απέδιδαν δέκα με δεκαπέντε χιλιάδες δολάρια το χρόνο. Αλλά η δικιά μου επιχείρηση καπνού απέδιδε αρκετά εκατομμύρια το χρόνο. Ο φόρος μου για τις πωλήσεις στο κράτος κυμαινόταν από 100 ως 110 χιλιάδες δολάρια το μήνα.
Στην επιχείρησή μου ήμουν ο μεσάζων. Οι μεγάλοι βιομήχανοι αγόραζαν καπνό από τους αγρότες, τον επεξεργάζονταν, τον έφερναν στην τελική του κατάσταση και τον πακετάριζαν. Εγώ τον αγόραζα απ’ αυτούς και τον πουλούσα σε εμπόρους λιανικής πωλήσεως. Η επιχείρηση με τα καπνά είναι τεράστια. Όχι μόνο τα τσιγάρα, αλλά και τα πούρα, ο καπνός για τις πίπες, ο καπνός για μάσημα και για ρούφηγμα. Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν το κατανοούν αυτό. Αλλά ο καπνός για ρούφηγμα μόνο, είναι τεράστια επιχείρηση. Πουλούσα τόνους απ’ αυτό. Και σ’ αυτή την επιχείρηση δεν υπάρχει κάμψη. Μάλιστα, όταν έρχονται δύσκολοι καιροί, οι άνθρωποι γίνονται πιο ανήσυχοι και καπνίζουν περισσότερο από άλλοτε.
Τι θα γινόταν με την εταιρία καπνού; Αποφάσισα να την πουλήσω, και αυτό έκανα. Έτσι τέλειωσαν και οι τρεις μου δοκιμασίες.
Και όλ’ αυτά επειδή μελετούσα τη Γραφή με τους Χριστιανούς Μάρτυρες του Ιεχωβά! Το αποκορύφωμα αυτής της μελέτης ήρθε το 1975 όταν και οι τέσσερις μαθητές, ο Δρ και η κυρία Άιβυ, η Ιβόν και εγώ, βαπτιστήκαμε σε μια συνέλευση των Μαρτύρων του Ιεχωβά.
[Πρόταση που τονίζεται στη σελίδα 18]
Έδωσα τη διαταγή, «Ανοίξτε τις πόρτες της αποθήκης βομβών, περάστε από το στενό διάδρομο και πηδήξτε!»
[Πρόταση που τονίζεται στη σελίδα 18]
Είχα σχέσεις με την οικογένειά της, αλλά της είχα πει να μην τους αφήσει να μου μιλήσουν για τη θρησκεία τους
[Πρόταση που τονίζεται στη σελίδα 19]
Έβλεπα ανθρώπους που δεν ήξεραν αν θα ‘χουν το βράδυ να φάνε, κι εγώ τους ζητούσα χρήματα
[Πρόταση που τονίζεται στη σελίδα 20]
Η τρίτη μου πρόκληση: Αν δεν πρέπει σαν Χριστιανός να καπνίζω, θα έπρεπε να προμηθεύω καπνό στους άλλους;
[Πρόταση που τονίζεται στη σελίδα 20]
Συγκινήθηκα βαθιά όταν άκουσα την τετράχρονη κόρη μου, την Κέλλυ, να προσεύχεται στον Ιεχωβά, «Παρακαλώ, βοήθησε τον Μπαμπά να κόψει το τσιγάρο»
[Εικόνα του Έντουαρντ Τζορτζ στη σελίδα 17]