Ποια Είναι η Άποψις της Βίβλου
Είναι Αμαρτία η Έπαρσις ή Υποστολή της Σημαίας;
ΕΝΑΣ πυροσβέστης, σε μια πόλι του Οχάιο (Η.Π.Α.) διετάχθη από τον ανώτερο αξιωματικό του ν’ ανεβάζη και να κατεβάζη τη σημαία στον πυροσβεστικό σταθμό. Εκείνος με σεβασμό αρνήθηκε. Επειδή αρνήθηκε, απηλλάγη των καθηκόντων του για μια μέρα. Σε μια άλλη περίπτωσι, και πάλι αρνήθηκε, με αποτέλεσμα να υποστή μια παρόμοια απαλλαγή των καθηκόντων του για μια μέρα. Και μια τρίτη φορά διετάχθη ν’ ανεβάση και να κατεβάση τη σημαία και, επειδή αρνήθηκε για μια ακόμη φορά, απελύθη από την πυροσβεστική υπηρεσία.
Ο πυροσβέστης θεωρούσε την έπαρσι και υποστολή της σημαίας ως μια θρησκευτική πράξι που παρεβίαζε τη συνείδησί. του. Γι’ αυτόν, η πράξις αυτή ήταν σε αντίθεσι με τις εντολές της Βίβλου σχετικά με την ειδωλολατρία, όπως είναι η προτροπή «φεύγετε από της ειδωλολατρείας» (1 Κορ. 10:14) και η απαγόρευσις της κατασκευής ή λατρείας εικόνων.—Έξοδ. 20:4, 5.
Η υπόθεσις εφέρθη ενώπιον του τοπικού Δικαστηρίου Κοινών Υποθέσεων, αλλά το δικαστήριο εξέδωκε απόφασι υπέρ της πόλεως. Κατόπιν, έγινε έφεσις και η υπόθεσις εφέρθη σ’ ένα ανώτερο δικαστήριο, στο Εφετείο του Οχάιο. Το ζήτημα που εξετάσθηκε ενώπιον του εφετείου ήταν το αν είχε στερηθή από τον πυροσβέστη η ελευθερία θρησκείας που εγγυάται το Σύνταγμα των Ηνωμένων Πολιτειών.
Το Εφετείο του Οχάιο αναθεώρησε την απόφασι του κατωτέρου δικαστηρίου. Διέταξε την Επιτροπή Πολιτικών Υπηρεσιών της πόλεως ν’ αποκαταστήση τον άνθρωπο αυτόν στη θέσι του ως πυροσβέστου. Στην τελική του απόφασι, το δικαστήριο είπε σχετικά με την έπαρσι και υποστολή της σημαίας: «Διαπιστώνομε ότι αυτή η πράξις είναι μια τελετή, κατά το ότι οι αρχές, που επιβάλλονται από το Κονγκρέσσο προς ενοποίησι των πατριωτικών συνηθειών, απαιτούν ν’ ανεβάζεται η σημαία ζωηρά και να υποστέλλεται τελετουργικά. . . . Η έπαρσις ή η υποστολή της πρέπει να γίνωνται με δέος και σεβασμό.»
Επίσης, το δικαστήριο δήλωσε: «Δεν μπορούμε ν’ αμφισβητήσουμε την ειλικρίνεια της πίστεως του ενάγοντος, ούτε τη λογικότητα αυτής της πίστεως, δηλαδή το ότι η συμμετοχή του σ’ αυτή την τελετή ή ιεροτελεστία προσβάλλει τον Θεό.» Το δικαστήριο προσέθεσε: «Η ελευθερία θρησκευτικής συνειδήσεως, πίστεως και ενεργείας, επιδέχεται περιορισμούς μόνον όταν πρόκειται να εμποδισθή μεγάλος και άμεσος κίνδυνος, συμφερόντων τα οποία το κράτος μπορεί νομίμως να προστατεύση . . . Δεν έχομε καμμιά ένδειξι, τούτου στην περίπτωσι αυτή.»
Σ’ ένα κάπως παρόμοιο ζήτημα, το Συμβούλιο Εκπαιδεύσεως της Καλιφόρνιας επεκύρωσε μια απόφασι που επιτρέπει στους μαθητάς ν’ αρνούνται να συμμετέχουν στον χαιρετισμό της σημαίας χωρίς ν’ αποβάλλονται. Μπορούν να παραμένουν σιωπηλοί στη διάρκεια της αποδόσεως τιμής στη σημαία. Ασφαλώς, το ζήτημα είχε εκδικασθή ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου των Ηνωμένων Πολιτειών πολύ πιο πριν, το 1943· το δικαστήριο τότε είχε εκδώσει απόφασι εναντίον του υποχρεωτικού χαιρετισμού της σημαίας. Η απόφασις του Συμβουλίου Εκπαιδεύσεως της Καλιφόρνιας απλώς επιβεβαιώνει την εγκυρότητα αυτής της δικαστικής αποφάσεως.
Σε ζητήματα σχετικά με τον χαιρετισμό της σημαίας και του όρκου, περιλαμβάνεται, μια πολύ καθωρισμένη τελετή ή ιεροτελεστία, που έχει άμεση σχέσι με το εδάφιο Έξοδος 20:4, 5 και 1 Κορινθίους 10:14, καθώς επίσης και με άλλα Γραφικά εδάφια. Αυτός είναι, ο λόγος που οι Μάρτυρες του Ιεχωβά δεν συμμετέχουν στις τελετές προς τιμή της σημαίας.
Ωστόσο, στην περίπτωσι του πυροσβέστου στο Οχάιο, δεν ζητήθηκε απ’ αυτό το άτομο να λάβη άμεσο μέρος στην επανάληψι ενός όρκου ενώ θ’ ανέβαζε ή θα κατέβαζε τη σημαία. Ωστόσο, εκείνος το θεώρησε αυτό αμαρτία ή παραβίασι της δικής του συνειδήσεως. Και το δικαστήριο προστάτευσε το δικαίωμά του ν’ αρνήται καθ’ όσον δεν απειλούσε τη ζωή, την περιουσία, ή την ευημερία κανενός άλλου.
Άλλοι, όμως, μπορεί εξ ίσου συνειδητά να πιστεύουν ότι μπορούν να μετέχουν στην πράξι επάρσεως ή υποστολής της σημαίας όταν αυτή η πράξις δεν περιλαμβάνη κάποια ευλαβή θρησκευτική τελετή, τελετουργία, χαιρετισμό ή όρκο. Παραδείγματος χάριν, ο θυρωρός ενός δημοσίου κτιρίου μπορεί να έχη αρκετά καθήκοντα να εκτελέση κάθε μέρα, περιλαμβανομένης και της επάρσεως ή υποστολής της σημαίας. Μολονότι μπορεί να είναι ένας θεοσεβής Χριστιανός μπορεί να πιστεύη ότι εφ’ όσον δεν περιλαμβάνεται καμμιά τελετή, μπορεί να εκτελέση αυτό το καθήκον.
Ένας άλλος Χριστιανός μπορεί να μην εκτελέση αυτό το καθήκον επειδή η συνείδησί του είναι πιο ευαίσθητη σ’ ένα ζήτημα για το οποίο δεν υπάρχει σαφής εντολή στις Άγιες Γραφές. Και η απλή έπαρσις ή υποστολή της σημαίας δεν αναφέρεται συγκεκριμένα στις Γραφές. Αν ένα άτομο πιστεύη ότι ενεργώντας έτσι θα παρεβίαζε τη συνείδησί του, επειδή η σημαία συνδέεται άλλες φορές με καθωρισμένες τελετές ή ιεροτελεστίες, τότε θα ήταν εσφαλμένο γι’ αυτόν να παραβιάση τη συνείδησί του σ’ αυτό το ζήτημα. Αλλά δεν θα ήταν εσφαλμένο για έναν άλλο Χριστιανό να εκτελέση την ίδια πράξι, αν δεν περιλαμβάνεται τελετουργία και δεν προσβάλη τη συνείδησί του, αφού ο νόμος του Θεού δεν το απαγορεύει συγκεκριμένα.
Αυτή η κατανόησις του ζητήματος βρίσκεται σε αρμονία με την άποψι της Γραφής σχετικά με τη συνείδησι του ατόμου. Παραδείγματος χάριν, τον πρώτο αιώνα η ειδωλολατρία ήταν κοινή. Ως μέρος κάποιων ειδωλολατρικών τελετών, προσεφέρετο κρέας στα είδωλα. Τα άτομα που έτρωγαν κρέας σ’ αυτές τις τελετές συμμετείχαν σε ειδωλολατρική εκδήλωσι. Αργότερα, μερικά απ’ αυτά τα άτομα έγιναν Χριστιανοί και εγκατέλειψαν τον ειδωλολατρικό τρόπο ζωής. Αλλά καθώς ενεθυμούντο την προηγούμενη ψευδή λατρεία τους, απεστρέφοντο τη βρώσι τέτοιου κρέατος από τον ειδωλολατρικό ναό όταν το κρέας αυτό επωλείτο αργότερα στις δημόσιες αγορές κρεάτων.
Ωστόσο, το ίδιο το κρέας δεν είχε τίποτε κακό. Ουδέποτε ανήκε πραγματικά στο είδωλο, επειδή ένα άψυχο είδωλο δεν είχε τη δύναμι να δεχθή ή να λάβη στην κατοχή του το κρέας. Στην πραγματικότητα, το κρέας παρέμενε υπό την κατοχή του Θεού, στον οποίον ανήκει «η γη και το πλήρωμα αυτής.» (1 Κορ. 10:26) Έτσι, ένας άλλος Χριστιανός του οποίου η συνείδησις δεν ενοχλείτο λόγω της προηγουμένης χρήσεως του κρέατος, θα μπορούσε να το αγοράση και να το φάγη χωρίς ν’ αμαρτήση κατά της συνειδήσεώς του, εφόσον δεν περιλαμβάνετο άμεση θρησκευτική πράξις όταν αγόραζε ή έτρωγε το κρέας.
Έτσι κι εκείνοι που έτρωγαν το κρέας κι εκείνοι που αρνούντο να το φάγουν, ακολουθούσαν τον Χριστό και υπηρετούσαν τον Θεό. Και οι δύο επιδοκιμάζονται από τον Θεό, επειδή η πορεία ενεργείας τους ήταν μέσα στα όρια των νόμων και των αρχών του.
Φυσικά, αν το γεγονός ότι ένας Χριστιανός έτρωγε κρέας που προηγουμένως είχε θυσιασθή στα είδωλα ενοχλούσε τη συνείδησι ενός πιο ευαίσθητου ατόμου, τότε ο Χριστιανός δεν έπρεπε να τρώγη κρέας ενώπιον αυτού του ατόμου.—1 Κορ. 10:28.
Ομοίως, στο ερώτημα αν είναι αμαρτία η έπαρσις ή η υποστολή της σημαίας, πρέπει να δοθή μια απάντησις σύμφωνα με τις περιστάσεις—να εξετασθή το αν περιλαμβάνεται κάποια ιεροτελεστία και να ληφθή υπ’ όψιν η συνείδησις του Χριστιανού. Η συνείδησις ενός μπορεί να τον υποκινή να ζητήση από τους ανωτέρους του να πουν σε κάποιον άλλο να εκτελέση αυτό το έργο. Αλλά κάποιος άλλος μπορεί να πιστεύη ότι δεν περιλαμβάνεται καμμιά πραγματική τελετουργία, κι έτσι μπορεί να αίρη και να υποστέλλη τη σημαία, όπως θα εκτελούσε και κάποιο άλλο καθήκον του κάθε μέρα όπως το ν’ ανοίγη τα παράθυρα ή να ξεκλειδώνη τις πόρτες. Και οι δύο, με το να διατηρούν μια πλήρως καθαρή συνείδησι, θα είναι σε θέσι να πουν, όπως και ο απόστολος Παύλος: «Εγώ έζησα ενώπιον του Θεού μετά πάσης καλής συνειδήσεως μέχρι ταύτης της ημέρας.»—Πράξ. 23:1.