Πρόοδος του Ευαγγελίου από Μικρές Αρχές στις Βρεττανικές Νήσους
(Από το Βιβλίον του Έτους 1973—συνέχεια)
ΕΝ ΤΩ ΜΕΤΑΞΥ οι συνδρομηταί παραπονιούνταν ότι δεν ελάμβαναν το περιοδικό Παρηγορία. Τελικά ήλθε σε φως το γεγονός ότι το παράδοξα ονομαζόμενο Υπουργείον Πληροφοριών το «θεώρησε αναγκαίον να κατακρατή τις εκδόσεις της Παρηγορίας.» Έτσι το ίδιο περιοδικό που απαγορεύθηκε από τον Χίτλερ το 1933, λίγες εβδομάδες ύστερ’ από τη δημιουργία του Υπουργείου Διαφωτίσεως και Προπαγάνδας του Γκαίμπελ, τώρα επιδοκιμάσθηκε από το Υπουργείο Πληροφοριών της Βρεττανίας. Ήταν πολύ γνωστό ότι η Παρηγορία επετίθετο κατά του ολοκληρωτισμού πολύ πριν αρχίση ο πόλεμος αυτός. Ένας Αμερικανός αδελφός έκαμε ένα δώρο 150.000 βιβλίων στη Βρεττανία. Μια επιστολή που επιβεβαίωνε το δώρο και επιστοποιείτο από ένα Αμερικανό συμβολαιογράφο συνώδευε την αίτησι για την άδεια. Αργότερα ένα δείγμα του νέου τύπου φωνογράφου για να τον αντιγράψουν οι μηχανικοί μας έφθασε στη χώρα αυτή. Το δείγμα κατεσχέθη και η άδεια εισαγωγής του δώρου των βιβλίων απορρίφθηκε.
Ακόμη και τεύχη Της Σκοπιάς έπαυσαν να φθάνουν στα ταχυδρομεία από τις Ην. Πολιτείες. Το πρόβλημα να τηρούνται οι αδελφοί εφωδιασμένοι με πνευματική τροφή έγινε επείγον. Επειδή η δημοσίευσις ενός νέου περιοδικού δεν θα επιτρεπόταν, η Εταιρία άρχισε να τυπώνη τη γνωστή Σειρά Βιβλικής Μελέτης της Σκοπιάς. Η δημοσίευσις αυτή έμοιαζε πολύ με την Σκοπιά στην εμφάνισι και περιείχε τουλάχιστον το κύριον άρθρον με ερωτήσεις. Έτσι ούτε μια έκδοσις της Σκοπιάς δεν χάθηκε.
Οι αδελφοί στην Ιρλανδία επίσης δεν αφέθηκαν χωρίς πνευματική τροφή. Πολλοί απ’ αυτούς άρχισαν να λαμβάνουν επιστολές γεμάτες με νέα από την Αμερική. Κάθε επιστολή περιείχε ένα ανώνυμο άρθρο της Σκοπιάς που εύκολα αναγνωριζόταν από τους αδελφούς. Διάγλυφες πλάκες γίνονταν και κάθε άρθρο μιμεογραφείτο για όλους τους 120 Μάρτυρες στην Ιρλανδία.
Παρά τις ανανεωθείσες προσπάθειες από τους αδελφούς στη Βρεττανία να βρουν δικαιοσύνη από τους κυβερνητικούς αξιωματούχους, κατέστη αδύνατο να εισάγη η Εταιρία ακόμη και Γραφές και Καινές Διαθήκες, ενώ άλλοι Βιβλικοί οίκοι μπορούσαν συχνά να εισάγουν. Στις 2 Νοεμβρίου 1942, η Σκοπιά, η Παρηγορία και τα Νέα της Βασιλείας επισήμως απηγορεύθησαν και όλα στα ταχυδρομεία κατεσχέθησαν. Τελικά η Εταιρία εδημοσίευσε ένα φυλλάδιο που σκιαγραφούσε το υπόδειγμα των Ναζί στο 1933 που το ακολουθούσαν οι Βρεττανικές εξουσίες. Το φυλλάδιο ετιτλοφορείτο «Τα Γεγονότα για τους Μάρτυρας του Ιεχωβά και την Απαγορευτική Λογοκρισία.»
Παράπλευρα με την επίθεσι κατά των εφοδίων ήλθε και η προσωπική επίθεσις. Η μεταχείρισις των μαρτύρων του Ιεχωβά στα δικαστήρια ήταν πάρα πολύ άδικη. Στις προσπάθειές των για να δικαιολογήσουν τη στάσι τους, οι δικασταί και ο τύπος άρχισαν ν’ αξιούν ότι οι άνθρωποι γίνονταν μάρτυρες του Ιεχωβά για ν’ αποφύγουν τη στρατολογία. Ότι αυτή ήταν ψευδής προπαγάνδα για να δικαιολογήσουν τις αποφάσεις των εναντίον των μαρτύρων του Ιεχωβά μπορεί να παρατηρηθή από το γεγονός ότι τα ίδια αυτά δικαστήρια ήσαν συμπαθητικά στην πολιτεία τους προς τους 60.000 περίπου προσωρινώς καταγραμμένους αντιρρησίας που δεν ήσαν μάρτυρες του Ιεχωβά. Ο αριθμός των φυλακισμένων αντιρρησιών που αρνήθησαν να συμμορφωθούν με την διαταγή του δικαστηρίου ήταν 5.800, από τους οποίους οι 4.300 ήσαν μάρτυρες του Ιεχωβά. Πράγματι, στους πρώτους λίγους μήνας του πολέμου, ένας βέβαιος τρόπος για να φυλακισθή κανείς ήταν να αξιώση απαλλαγή επί τη βάσει ότι είναι ένας μάρτυς του Ιεχωβά. Επίσης ήταν ένας πιθανός τρόπος να υποστή τον ανώτατο όρο καταδίκης, δώδεκα μήνες.
Τελικά, το 1942, η επίθεσις των εχθρών εκινήθη προς το προσωπικό του τμήματος. Ο «βοηθός υπηρέτης του τμήματος,» Πράυς Χιούζ, με ένα ρεκόρ φυλακίσεως από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, φυλακίσθηκε μαζί με τον Τσίττυ, γραμματέα του Διεθνούς Συλλόγου Σπουδαστών της Γραφής, και τον Φρανκ Πλατ, που υπέστη την πιο σαδιστική μεταχείρισι στη φυλακή το 1914-1918. Ακόμη μη ικανοποιημένοι ότι ο Πλατ ήταν ειλικρινής στη Χριστιανική του πορεία, τον κατεδίκασαν άλλη μια περίοδο φυλακίσεως αργότερα καθώς έπραξαν και με τον Χιούζ. Πράγματι, διακόσιοι σε υπεύθυνες θέσεις σ’ όλη τη χώρα ερρίφθησαν στη φυλακή.
Αυτό αφήκε τον Μπαρτ Σρώντερ επί κεφαλής του Βρεττανικού τμήματος, σε μεγάλη δυσφορία και με πολύ λίγο προσωπικό. Κατόπιν ήλθε η χαριστική βολή της κυβερνήσεως. Ο επίσκοπος του τμήματος, που ήταν Αμερικανός πολίτης, διατάχθηκε: «Να δεχθής διεύθυνσι έργου εθνικής σπουδαιότητος, υποστηρίζοντας την πολεμική προσπάθεια, ή να εξορισθής.» Έγινε έφεσις τόσο στους Βρεττανούς όσο και στους Αμερικανούς επισήμους, αλλ’ εις μάτην. Ένα μέλος της Βουλής όχι μόνο ήταν υπέρ της φυλακίσεως του Χιούζ, Πλατ και Τσίττυ, αλλ’ είπε επειδή ο Σρώντερ «υποδαυλίζει ταραχή και επειδή είναι σύμμαχος δεν μπορεί να φυλακισθή αλλά να εξορισθή.» Φαινόταν ότι όλοι με επιρροή επίσημοι είχαν επιπέσει κατά της Εταιρίας και των αντιπροσώπων της, και όλοι συνεφώνησαν ότι «ο Σρώντερ έπρεπε να φύγη.» Ένα επίσημο αυτοκίνητο εστάθμευσε στην Κρέηβεν Τέρρας και ο επίσκοπος του τμήματος ωδηγήθηκε εν συνοδεία σ’ ένα υπερωκεάνειο και επέστρεψε στην Αμερική.
Εν τω μεταξύ οι πιέσεις κατά των διαγγελέων στον αγρό συνεχίζονταν. Ο τύπος έπαιξε το μέρος του με πολυάριθμες φλογερές υποκινήσεις. Μια έκθεσις εκάλυψε ολόκληρη την πρώτη σελίδα μιας εφημερίδος εκτός του ότι είχε ολίγα εσωτερικά άρθρα και ένα κύριο άρθρο που εξέφραζε θρίαμβο για τη μεγάλη καταδίκη ενός σκαπανέως επισκόπου της εκκλησίας Μίντλετον. Ο εισαγγελεύς χωρίς αμφιβολία για να υπενθυμίση στο δικαστήριο να ορίση την υπέρτατη καταδίκη, επανειλημμένως εδήλωσε ότι ο κατηγορούμενος είχε αποσταλή να διοργανώση το έργον και τον περιέγραφε ως ένα μέλος μιας «μικρής ομάδος ψευτοκλαιόντων, υποκριτικών αγυρτών.»
Πολλοί άνθρωποι οι οποίοι προήδρευαν στα δικαστήρια απεδείχθησαν ακατάλληλοι για τέτοια αξιώματα. Καθ’ ον χρόνον ένας διεκήρυττε ότι υπήρχε «κάτι το απαίσιο πίσω από το κίνημα αυτό,» ένας άλλος διεκήρυττε, «Είσθε όλοι σας δύστροποι.» Τα δικαστήρια έπρεπε να συνεργάζωνται, αλλά κάποτε υπήρχε διακριτικός διχασμός. Π .χ., στη Στάκπορτ ακριβώς λίγο προτού μια νέα μητέρα, σκαπανεύς, καταδικασθή, ο προεδρεύων, Άλντερμαν Ρόυλ, απεχώρισε από το δικαστήριο. «Δεν θα γίνω συνένοχος,» είπε, «να καταδικάσω τη Χριστιανή αυτή.»
Την 21η Ιουλίου 1942, η Εταιρία εδημοσίευσε ένα φυλλάδιο που εξέθετε γεγονότα για τη Γραφική στάσι των μαρτύρων του Ιεχωβά και τεκμηριωμένα παραδείγματα κακής μεταχειρίσεως φυλακισμένων Μαρτύρων, όπως κτυπήματα ώσπου να χάση κανείς τις αισθήσεις του και δέσιμο με χειροπέδες στο πόδι ενός τραπεζιού. Λεπτομέρειες επιθέσεων στα δικαστήρια και απρέπειες μέσα στους χώρους του δικαστηρίου έδειχναν πειστικά μια διευθυνομένη, συντονισμένη εκστρατεία με επίσημη υποστήριξι. Άνδρες και γυναίκες, κυρίως ολοχρόνιοι σκαπανείς, φυλακίζονταν σε αυξανόμενους αριθμούς. Η ευκαιρία της εξολοθρεύσεως των μαρτύρων του Ιεχωβά φαινόταν, στα μάτια του δημοσίου και των επισήμων, ότι είναι καλή. Με την βοήθεια του πολέμου, η Βρεττανική κυβέρνησις επετέλεσε σχεδόν τόσα όσα η Γερμανική κυβέρνησις είχε επιτελέσει το 1933 χωρίς την βοήθεια του πολέμου. Αλλ’ είτε στη Γερμανία ή στη Βρεττανία ή οπουδήποτε αλλού, ήταν ολοφάνερο ότι η κινητήριος δύναμις πίσω απ’ αυτήν την επίσημο διεθνή συνωμοσία ήταν εκείνος που αναφέρεται στην Αποκάλυψι 13:2, δηλαδή, «ο δράκων,» Σατανάς ή Διάβολος.