Ενδιαφέρουσες Πείρες των Μαρτύρων του Ιεχωβά
(Από το Βιβλίον του Έτους 1971)
ΓΟΥΑΔΕΛΟΥΠΗ
Ανώτατο όριον ευαγγελιζομένων 1.435, πληθυσμός 300.000, αναλογία 1 στους 209
Ότι ο Θεός απαντά στις προσευχές των ειλικρινών ανθρώπων μπορεί να παρατηρηθή από την εξής πείρα. Μια σκαπανεύς διακοπών συνήντησε μια γυναίκα που ανήκε σε μια αίρεσι του Χριστιανικού κόσμου. Η σκαπανεύς τής έδωσε την ομιλία της και ήταν έτοιμη να φύγη. Αλλ’ η γυναίκα είπε: «Μη φεύγεις. Σε παρακαλώ μείνε. Έχω τόσο πολλά πράγματα για να σ’ ερωτήσω. Έχω βαπτισθή στη θρησκεία μου προ δύο ετών, αλλ’ αισθάνομαι ότι η Γραφή δεν εξηγείται σ’ εμάς.» Έτσι επηκολούθησε μια εποικοδομητική συνδιάλεξις σχετικά με τον σκοπό του Θεού για τη γη και τον άνθρωπο. Πολλές από τις ερωτήσεις της απαντήθησαν την ημέρα εκείνη. Η θυγατέρα της είχε ήδη ενδιαφερθή ακόμη δε και παρακολουθούσε συναθροίσεις. Φαντασθήτε τη χαρά της όταν έμαθε το ενδιαφέρον της μητέρας της στην αλήθεια. Στην θυγατέρα της είπε: «Ξέρεις ότι μόλις μια ημέρα προτού η Μάρτυς έλθη στην πόρτα μας, ο πατέρας κι’ εγώ, γονατίσαμε και προσευχηθήκαμε στον Θεό παρακαλώντας τον να μας στείλη κάποιον να μας δώση το φως του επί του Λόγου του. Ο Θεός απήντησε στην προσευχή μας, επειδή ακριβώς την άλλη μέρα δυο από τους μάρτυρές του ήλθαν στην πόρτα μας και έφεραν το φως που τόσο πολύ χρειαζόμεθα.» Επρόσθεσε: «Σε παρακαλώ, κόρη μου, πες στη γυναίκα αυτή να έλθη γρηγορώτερα αφ’ ότου συμφωνήσαμε, για να μπορέσωμε να συμμελετήσωμε τη Γραφή. Δεν μπορώ να περιμένω ώς την άλλη εβδομάδα!» Η συμμελέτη εξακολουθεί θαυμάσια και γίνεται καλή πρόοδος.
Μην αφήνετε τον εαυτό σας να υπερνικηθή από δυσκολίες, γιατί η επιμονή σας μπορεί να φέρη καρπό εν καιρώ. Μια αδελφή γράφει: «Συνήντησα μια κυρία που ζούσε σε κατάστασι παλλακείας. Είχε δυο παιδιά, δεκαεννέα και ένδεκα ετών ηλικίας. Ύστερ’ από λίγες επισκέψεις και αφού υπερνικήθησαν τα διάφορα επιχειρήματά της, αυτή άρχισε να μελετά. Γρήγορα κατάλαβε ότι για να ευαρεστήση στον Θεό έπρεπε ν’ αλλάξη τον τρόπο της ζωής της. Αλλά, ταλαιπωρίες και μεγάλη πίεσις γρήγορα ήλθαν από τον άνθρωπο με τον οποίο αυτή συζούσε. Ακόμη και η θυγατέρα της ήταν εναντίον της.» Αυτό διήρκεσε επί τινα καιρό επειδή ο άνθρωπος δεν ήθελε να χάση την παλλακή του. Επίσης αυτός ανέπτυξε μεγάλο μίσος για την διαγγελέα και είπε πολλά αφιλόφρονα λόγια στην αδελφή. Η αδελφή άρχισε ν’ αποθαρρύνεται, αλλά, καθώς είπε: «Προσευχήθηκα στον Ιεχωβά να με βοηθήση, να μου δώση δύναμι, ώστε να μη λείψη η επιμονή μου, και επίσης να βοηθήσω την γυναίκα αυτή. Η επιμονή μου ανταμείφθηκε. Γρήγορα η γυναίκα αυτή έλαβε σταθερά στάσι υπέρ της αληθείας, με το να καθαρίση τη ζωή της. Η κόρη της και ο γυιος της επίσης ενδιαφέρθηκαν και τώρα συμμελετούν. Περισσότερο απ’ αυτό, τώρα αυτοί είναι τρεις ζηλωταί διαγγελείς! Τώρα εκτιμώ το ότι δεν ενέδωσα κάτω από την πίεσι. Τώρα βλέπω τον καλόν καρπόν της επιμονής.
ΑΪΤΗ
Ανώτατον όριον ευαγγελιζομένων 2.049, πληθυσμός 4.000.000, αναλογία 1 στους 1952
Διαγωγή αξία του ευαγγελίου μπορεί να οδηγήση ένα αδιάφορο άτομο να εξετάση προσεκτικώτερα την αλήθεια και να την δεχθή. Ένας ειδικός σκαπανεύς μάς γράφει: «Στη διακονία μου στο δρομολόγιό μου με τα περιοδικά είχα ένα άνθρωπο που εργαζόταν ως γραμματεύς στην αστυνομία. Ο νεώτερος γυιος του ήταν ένας άπληστος αναγνώστης των περιοδικών αλλά χωρίς να κάμνη τίποτε για τα όσα εδιάβαζε. Εν τούτοις, μια μέρα πήρε την απόφασι ο ίδιος να μελετήση και να έλθη στην Αίθουσα Βασιλείας. Απέκρουε κάθε ευκαιρία που του προσεφέρετο για να μελετήση τη Γραφή. Όταν έκαμε μεταβολή αντεστάθηκε στις προαγωγές του Χριστιανικού κόσμου. Τι επροξένησε τη μεταβολή αυτή; Ιδού πώς αυτός την αφηγείται: ‘Είχα ένα καλό φίλο, με τον οποίον συνεμεριζόμουν τις κοσμικές ενέργειες, ο οποίος συμφώνησε να συμμελετά τη Γραφή με τους μάρτυρας του Ιεχωβά. Στην αρχή προσπάθησε ανεπιτυχώς να διεγείρη το ενδιαφέρον μου στη μελέτη, αλλά κάτι τι σχετικά μ’ αυτόν μ’ έκαμε να σκεφθώ. Η διαγωγή του, η γλώσσα του, κυριολεκτικά σ’ όλες τις ενέργειές του υπήρχε μια αντίθεσις μεταξύ του παλαιού μου φίλου και του ατόμου που τώρα έβλεπα, κι’ αυτό μου έκαμε βαθεία εντύπωσι. Έτσι εδέχθηκα την αλήθεια. Αλλά με ύπουλο τρόπο, προσπάθεια κατεβλήθη εις μάτην, να με αποτρέψη από την ορθή οδό. Ένας Αδβεντιστής ήλθε να πη στον πατέρα μου: «Βλέπω το γυιο σου να μελετά τη Γραφή με τους μάρτυρας του Ιεχωβά, και χάνει τον καιρό του, γιατί η οργάνωσις αυτή ποτέ δεν προσέφερε κάποια πιθανότητα να εξασφαλίση το υλικό μέλλον των πιστών της. Θα έκαμνε καλύτερα να φοιτήση στη θεολογική σχολή των Αδβεντιστών. Εκεί θα μπορέση να μάθη καταστιχογραφία και να βρη μια εργασία.» Η προσφορά αυτή μ’ έπεισε ότι οι άνθρωποι αυτοί δεν είχαν την αλήθεια. Ύστερ’ από μερικές ημέρες ένας Διαμαρτυρόμενος ήλθε να μου πη ότι πολύ εξετίμησε τη καλή γνώσι μου επί της Γραφής και ότι θα μπορούσα να επωφεληθώ απ’ αυτήν προς όφελός μου. Μου υπεσχέθη να με φέρη σ’ ένα Διαμαρτυρόμενο ιεροκήρυκα ο οποίος θα μου έδινε την αναγκαία εκπαίδευσι έτσι ώστε να γίνω επίσης ένας Διαμαρτυρόμενος ιεροκήρυξ. «Με τη συνεργασία των πιστών θα μπορέσης να οικοδομήσης την εκκλησία σου και με τον δικό σου τρόπο,» επρόσθεσε, «θα μπορέσης ν’ αυξήσης τους πιστούς οι οποίοι θα σου φέρνουν τις συνεισφορές των. Έτσι θα μπορέσης να οικοδομήσης άλλες εκκλησίες και θα σε βοηθήσω να τις πωλήσης μέσω ενός ξένου ανταποκριτού, και κατόπιν θα μπορέσης να μετακομίσης σε μια ξένη χώρα.» Μακράν από του να θεωρήσω τις προσφορές αυτές ως ωφέλεια, είδα μια παγίδα σ’ αυτές και τις απέρριψα. Ακόμη περισσότερο, ενεγράφην στη Σχολή Θεοκρατικής Διακονίας, και την ίδια αυτή εβδομάδα έδωσα την δευτέρα μου ομιλία σπουδαστού. Την επομένη Κυριακή βγήκα στην υπηρεσία του αγρού με τον αδελφό που μ’ εξεπαίδευε. Τώρα ο φίλος μου κι’ εγώ είμεθα δραστήριοι διαγγελείς, και συνεχίζομε να προοδεύωμε πνευματικώς’.»