«Ο Λόγος ο Σος Αλήθεια Εστί»
«Μη Φονεύσης»
Η ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΗ σωματική βλάβη που μπορεί κανείς να επιφέρη σ’ έναν άλλον είναι να του αφαιρέση τη ζωή. Πολύ κατάλληλα η Έκτη Εντολή του Δεκαλόγου αναφέρει: «Μη φονεύσης.» Και κάτω από το Νόμο του Μωυσέως η ποινή για έναν εκούσιο φονέα ήταν θάνατος, θανατική καταδίκη. Εν τούτοις υπήρχε μια φιλάγαθη προμήθεια για όσους από απροσεξία εφόνευαν έναν συνάνθρωπο.—Έξοδ. 20:13· Αριθμ. 35:6-34.
Αυτός ο νόμος δεν ήταν καθόλου νέος. Η Γραφή δείχνει ότι ο Κάιν ανεγνώρισε ότι ευρίσκετο σε κίνδυνο να θανατωθή με το να έχη φονεύσει τον αδελφό του Άβελ. (Γεν. 4:14) Ακόμα περισσότερο, αμέσως μετά τον Κατακλυσμό ο Ιεχωβά Θεός σαφώς προειδοποίησε εναντίον οποιουδήποτε που θα αφαιρούσε παράνομα τη ζωή ενός άλλου. Εκείνον τον καιρό ο Θεός είπε: «Όστις χύση αίμα ανθρώπου, υπό ανθρώπου θέλει χυθή το αίμα αυτού· διότι κατ’ εικόνα Θεού εποίησεν ο Θεός τον άνθρωπον.» Αυτός ο νόμος έχει εφαρμοσθή σ’ όλο το ανθρώπινο γένος από τότε, διότι τίποτα δεν περιλαμβάνεται, είτε στις υπόλοιπες Εβραϊκές Γραφές είτε στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές που θα μπορούσε να καταργήση αυτόν το νόμο.—Γεν. 9:5, 6.
Πρέπει λοιπόν να αναμένεται ότι ο φόνος απαγορεύεται επίσης για τους Χριστιανούς. Έτσι ο απόστολος Παύλος έγραψε ότι εκείνοι που ήσαν πλήρεις «φθόνου, φόνου» και άλλων παρομοίων πραγμάτων ήσαν «άξιοι θανάτου.» Και τα συγγράμματα του αποστόλου Ιωάννου δείχνουν ότι ο φόνος θα εμποδίση έναν Χριστιανό ν’ αποκτήση αιώνιο ζωή, και θα τον οδηγήση σε καταστροφή στον ‘δεύτερο θάνατο.’—Ρωμ. 1:29, 32· 1 Ιωάν. 3:15· Αποκ. 21:8.
Έχει εγερθή ένα ερώτημα ως προς το τι είναι νόμιμος θάνατος και τι φόνος. Έτσι ένας συνταξιούχος Αμερικανός ταξίαρχος, ο οποίος είναι τώρα καθηγητής του δικαίου στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια, ήγειρε το ερώτημα ως προς το αν υπάρχη «καμμιά σημαντική διαφορά μεταξύ του φόνου ενός βρέφους στην αγκαλιά από ένα μαχητικό αεροπλάνο ή από τον απ’ ευθείας πυροβολισμό ενός στρατιώτου.» Παρετήρησε ότι «κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο πολλές χιλιάδες παιδιών εκάησαν μέχρι θανάτου στο Βερολίνο, το Τόκιο, το Αμβούργο και άλλες εχθρικές πόλεις, και αυτά όλα εθεωρήθησαν ως νόμιμες στρατιωτικές επιχειρήσεις.» Και συνέχισε για να κάμη διάκρισι μεταξύ του φόνου παιδιών και άλλων πολιτών από βόμβες που ερρίφθησαν από αεροπλάνα και εκείνων που εφονεύθησαν από στρατιώτες στο πεδίο της μάχης.—Τάιμς της Νέας Υόρκης, 10 Ιανουαρίου 1970.
Αλλά τι έχει να πη ο Λόγος του Θεού; Δεν κάνει διάκρισι μεταξύ των δύο. Είναι αλήθεια ότι στο παρελθόν το έθνος Ισραήλ υπηρέτησε ως εκτελεστής του Θεού στην εξαφάνισι των πονηρών και διεφθαρμένων Χαναναίων. Αλλά ποιο έθνος σήμερα μπορεί να δείξη κάποια εντολή του Θεού για να χρησιμοποιηθή ως ο εκτελεστής του; Ο Ιεχωβά Θεός, ο Δοτήρ της ζωής, είναι ο μόνος που έχει το δικαίωμα να καθορίζη κάτω από ποιες προϋποθέσεις μπορεί ν’ αφαιρεθή η ανθρώπινη ζωή.
Βέβαια, πολλά άτομα δεν θα εσκέπτοντο ποτέ να χρησιμοποιήσουν ένα όπλο ή να ρίψουν μια βόμβα. Εν τούτοις τέτοια άτομα θα μπορούσαν να είναι ένοχα αίματος ενώπιον του Θεού χωρίς ίσως να έχουν συναίσθησι γι’ αυτό; Μάλιστα. Πώς συμβαίνει αυτό;
Ο νόμος του Θεού που δόθηκε στον Μωυσή μας υποβοηθεί να κατανοήσωμε αυτό το σημείο. Είναι αλήθεια ότι αυτός ο νομικός κώδιξ δεν δόθηκε στους Χριστιανούς· εν τούτοις, η άποψίς του, για την ανθρώπινη ζωή βασίζεται σε στερεές, δίκαιες και λογικές αρχές που είναι παντοτινής αξίας.
Παραδείγματος χάριν, υπάρχει το ερώτημα ως προς το πότε ακριβώς ένα έμβρυο μπορεί να θεωρηθή ζωντανός άνθρωπος. Ενώ οι νόμοι του ανθρώπου αλληλοσυγκρούονται σ’ αυτό το σημείο, ο νόμος που έδωσε ο Θεός στον Ισραήλ ξεκαθάρισε ότι οποιοδήποτε έμβρυο θα έπρεπε να θεωρήται ως μια ανθρώπινη ψυχή. Αν εξ αιτίας κάποιας βιαίας ενεργείας μια μητέρα έχανε το αγέννητο παιδί της, η ποινή ήταν ζωή αντί ζωής. Έτσι οι εκτρώσεις θα ισοδυναμούσαν με φόνο.—Έξοδ. 21:22, 23.
Έπειτα πάλι, ο Μωσαϊκός νόμος θεωρούσε ότι ο φόνος εξ αμελείας είχε ως αποτέλεσμα την ενοχή αίματος και πολύ λογικά. Παραδείγματος χάριν, αν ένας ταύρος τρυπούσε με τα κέρατά του έναν άνθρωπο μέχρι θανάτου, ο ταύρος εφονεύετο. Αλλ’ αν ο ιδιοκτήτης του εγνώριζε ότι ο ταύρος του εκεράτιζε, κι εν τούτοις αμέλησε να τον περιορίση, και οι δυο, ο ταύρος και ο ιδιοκτήτης, επλήρωναν με τη ζωή τους. Παρομοίως ο νόμος απαιτούσε, όταν κάποιος έχτιζε ένα σπίτι, να χτίση και έναν μικρό τοίχο γύρω από τις πλευρές της ταράτσας. Αν δεν το έκανε αυτό και κάποιος που εβάδιζε επάνω στη στέγη έπεφτε κάτω και πέθαινε, τότε ο ιδιοκτήτης εγίνετο ένοχος αίματος.—Έξοδ. 21:28, 29· Δευτ. 22:8.
Η αρχή που περικλείεται εδώ έχει μια άμεση επίδρασι στη χρήσι των αυτοκινήτων σήμερα. Αν ένας οδηγός φονεύση έναν άνθρωπο με το αυτοκίνητό του, επειδή έτρεχε υπερβολικά ή απρόσεκτα ή αδέξια ή επειδή ήταν κάτω από την επίδρασι ναρκωτικών ή οινοπνεύματος, τότε αυτό στα μάτια του Θεού θα συνεπήγετο ενοχή αίματος.
Ένας άλλος τρόπος για να γίνη κανείς ένοχος αίματος εξ αγνοίας είναι εξ αιτίας της αρχής της κοινοτικής ευθύνης. Αν κάποιος ανήκη σε κάποια θρησκευτική οργάνωσι που έχει χύσει αίμα στο παρελθόν ή μπορεί να ευλογή εκείνους που χύνουν αθώο αίμα, τότε λόγω του συνδέσμου που έχει μαζί της θα μπορούσε να συμμετέχη στην ενοχή της αίματος. Έτσι η Γραφή δείχνει ότι ολόκληρη η φυλή του Βενιαμίν εθεωρήθη υπεύθυνη για τον θάνατο κάποιας γυναίκας, επειδή αρνήθηκαν να παραδώσουν τους φονείς της για να τιμωρηθούν.—Κριτ. 20:8-48.
Το ότι αυτή η αρχή εφαρμόζεται σήμερα γίνεται φανερό από την εντολή του Θεού που αφορά την παγκόσμια αυτοκρατορία της ψευδούς θρησκείας που ονομάζεται Βαβυλών η Μεγάλη. Στην Αποκάλυψι 18:4 ο άγγελος του Θεού προτρέπει: «Εξέλθετε εξ αυτής, ο λαός μου, διά να μη συγκοινωνήσητε εις τας αμαρτίας αυτής, και να μη λάβητε εκ των πληγών αυτής.» Μάλιστα, η παγκόσμιος αυτοκρατορία της ψευδούς θρησκείας υπήρξε ένοχη πολλών αδικιών. Ο άγγελος του Θεού λέγει: «Και εν αυτή ευρέθη αίμα . . . πάντων των εσφαγμένων επί της γης.» (Αποκ. 18:21, 24) Εκείνοι που δεν θα ήθελαν να βρεθούν ένοχοι από τον Θεό πρέπει να βγουν έξω από όλες τις θρησκευτικές οργανώσεις που δεν διδάσκουν και δεν εφαρμόζουν τις εντολές του που περιέχονται στο Λόγο του τη Γραφή.
Για τους Χριστιανούς υπάρχει και ένας άλλος τρόπος που μπορεί να τους κάμη ενόχους αίματος και αυτό μπορεί να συμβή με το να μισούν έναν της ιδίας Χριστιανικής πίστεως. Είναι αλήθεια ότι υπάρχουν μερικά είδη μίσους που είναι πολύ κατάλληλα. Παραδείγματος χάριν, για τους δούλους του Ιεχωβά λέγεται ‘να μισούν το κακό’ και επίσης να ‘αποστρέφωνται το πονηρόν.’ Έτσι ο ψαλμωδός Δαβίδ έγραψε με την επιδοκιμασία του Θεού: «Μη δεν μισώ, Ιεχωβά, τους μισούντας σε; Και δεν αγανακτώ κατά των επανισταμένων επί σε;» Ένα τέτοιο μίσος είναι κατάλληλο επειδή βασίζεται σε αρχή, όχι στο πάθος, βασίζεται στην αγάπη για τη δικαιοσύνη, όχι στην ιδιοτέλεια. Επί πλέον, ένας που μισεί τους εχθρούς του Θεού είναι πρόθυμος να αναμένη τον Θεό να εκτελέση τέτοιους εχθρούς.—Ψαλμ. 97:10· Ρωμ. 12:9· Ψαλμ. 139:21, 22.
Αλλά το να μισή ένας κάποιον της ιδίας Χριστιανικής πίστεως είναι όμοιο με το να τον φονεύη, όπως δείχνει ο απόστολος Ιωάννης: «Πας όστις μισεί τον αδελφόν αυτού, είναι ανθρωποκτόνος· και εξεύρετε ότι πας ανθρωποκτόνος δεν έχει ζωήν αιώνιον μένουσαν εν εαυτώ.» (1 Ιωαν. 3:15) Ένας που μισεί τον Χριστιανό αδελφό του έχει πράγματι φόνο στην καρδιά του, διότι επιθυμεί να τον δη άρρωστο αντίθετα με το σκοπό του Θεού να ευλογήση όσους πιστεύουν στον Υιό του. Κάθε Χριστιανός, επομένως, θα έπρεπε να εξετάζη την καρδιά του και να εκριζώνη κάθε μίσος ή πικρία που θα μπορούσε να έχη στην καρδιά του εναντίον ενός Χριστιανού αδελφού του. Θα έπρεπε αυτό να το κάμη ζήτημα μιας ειλικρινούς προσευχής και να κάμη ό,τι μπορεί για να υπερνικήση αυτό το αίσθημα.
Δεν υπάρχει καμμιά αμφιβολία γι’ αυτό· η εντολή να μην αφαιρέση κανείς τη ζωή ενός άλλου είναι όχι μόνον επίκαιρη και δεσμευτική για τους Χριστιανούς σήμερα, αλλ’ επίσης φθάνει πολύ μακρυά περιλαμβάνοντας πολλά στην έκτασί της.