ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ
1 Στην πρώτη αφήγηση που συνέταξα, Θεόφιλε, ανέφερα όλα όσα άρχισε να κάνει και να διδάσκει ο Ιησούς+ 2 μέχρι την ημέρα που αναλήφθηκε,+ αφού έδωσε οδηγίες μέσω αγίου πνεύματος στους αποστόλους τους οποίους είχε εκλέξει.+ 3 Αφού υπέφερε, παρουσιάστηκε σε αυτούς ζωντανός με πολλές πειστικές αποδείξεις.+ Τους εμφανιζόταν επί 40 ημέρες και μιλούσε για τη Βασιλεία του Θεού.+ 4 Ενόσω συναντιόταν μαζί τους, τους πρόσταξε: «Μη φύγετε από την Ιερουσαλήμ,+ αλλά να περιμένετε αυτό που έχει υποσχεθεί ο Πατέρας,+ σχετικά με το οποίο ακούσατε από εμένα· 5 επειδή ο Ιωάννης μεν βάφτισε με νερό, αλλά εσείς θα βαφτιστείτε με άγιο πνεύμα+ πριν περάσουν πολλές ημέρες».
6 Κάποια στιγμή λοιπόν που ήταν συγκεντρωμένοι, τον ρώτησαν: «Κύριε, αυτόν τον καιρό αποκαθιστάς τη βασιλεία στον Ισραήλ;»+ 7 Εκείνος τους είπε: «Δεν είναι δική σας υπόθεση να γνωρίζετε τους χρόνους ή τους καιρούς που ο Πατέρας έχει θέσει στη δική του δικαιοδοσία.*+ 8 Αλλά θα λάβετε δύναμη όταν το άγιο πνεύμα έρθει πάνω σας+ και θα είστε μάρτυρές+ μου στην Ιερουσαλήμ,+ σε όλη την Ιουδαία και τη Σαμάρεια,+ και ως το πιο απομακρυσμένο μέρος* της γης».+ 9 Αφού τα είπε αυτά, και ενώ εκείνοι κοίταζαν, ανυψώθηκε, και ένα σύννεφο τον άρπαξε προς τα πάνω και τον έκρυψε από τα μάτια τους.+ 10 Και καθώς ατένιζαν τον ουρανό, ενώ αυτός έφευγε, ξαφνικά δύο άντρες με λευκά ρούχα+ στάθηκαν δίπλα τους 11 και είπαν: «Άντρες Γαλιλαίοι, γιατί στέκεστε και κοιτάζετε προς τον ουρανό; Αυτός ο Ιησούς που αναλήφθηκε από εσάς στον ουρανό θα έρθει με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο τον είδατε να πηγαίνει στον ουρανό».
12 Τότε επέστρεψαν στην Ιερουσαλήμ+ από το βουνό που ονομάζεται Όρος των Ελαιών, το οποίο είναι κοντά στην Ιερουσαλήμ, μόλις σε απόσταση οδοιπορίας που επιτρέπεται το Σάββατο. 13 Όταν έφτασαν, ανέβηκαν στο ανώγειο όπου έμεναν. Ήταν ο Πέτρος καθώς και ο Ιωάννης και ο Ιάκωβος και ο Ανδρέας, ο Φίλιππος και ο Θωμάς, ο Βαρθολομαίος και ο Ματθαίος, ο Ιάκωβος ο γιος του Αλφαίου, ο Σίμων ο ζηλωτής και ο Ιούδας ο γιος του Ιακώβου.+ 14 Όλοι αυτοί ενέμεναν με ομοψυχία στην προσευχή μαζί με μερικές γυναίκες+ και τη Μαρία, τη μητέρα του Ιησού, και με τους αδελφούς του.+
15 Εκείνες τις ημέρες στάθηκε ο Πέτρος ανάμεσα στους αδελφούς (ο αριθμός* τους ήταν περίπου 120 άτομα συνολικά) και είπε: 16 «Άντρες αδελφοί, ήταν απαραίτητο να εκπληρωθούν τα λόγια της Γραφής τα οποία προείπε το άγιο πνεύμα μέσω του Δαβίδ σχετικά με τον Ιούδα,+ ο οποίος έγινε οδηγός εκείνων που συνέλαβαν τον Ιησού.+ 17 Επειδή αυτός συγκαταλεγόταν με εμάς+ και απέκτησε συμμετοχή σε αυτή τη διακονία. 18 (Αυτός λοιπόν αγόρασε έναν αγρό με την αμοιβή για την άδικη πράξη του*+ και, όπως έπεσε με το κεφάλι, το σώμα του σκίστηκε* και όλα τα σπλάχνα του χύθηκαν έξω.+ 19 Το γεγονός έγινε γνωστό σε όλους τους κατοίκους της Ιερουσαλήμ, ώστε εκείνος ο αγρός ονομάστηκε στη γλώσσα τους Ακελδαμά, δηλαδή «αγρός αίματος».) 20 Διότι είναι γραμμένο στο βιβλίο των Ψαλμών: “Ας ερημωθεί η κατοικία του και ας μην υπάρχει κάτοικος σε αυτήν”+ και “Τη θέση επισκοπής που είχε ας την πάρει κάποιος άλλος”.+ 21 Είναι συνεπώς απαραίτητο, από τους άντρες οι οποίοι μας συνόδευαν όλο το διάστημα που ο Κύριος Ιησούς έκανε το έργο του* ανάμεσά μας 22 —αρχίζοντας με το βάφτισμά του από τον Ιωάννη+ μέχρι την ημέρα που αναλήφθηκε από εμάς+—ένας από αυτούς τους άντρες να γίνει μάρτυρας της ανάστασής του μαζί με εμάς».+
23 Πρότειναν λοιπόν δύο: τον Ιωσήφ τον αποκαλούμενο Βαρσαββά, ο οποίος λεγόταν και Ιούστος, και τον Ματθία. 24 Τότε προσευχήθηκαν και είπαν: «Εσύ, Ιεχωβά,* που γνωρίζεις την καρδιά όλων,+ δείξε ποιον από αυτούς τους δύο άντρες έχεις επιλέξει 25 για να πάρει αυτή τη θέση της διακονίας και της ιδιότητας του αποστόλου, από την οποία ο Ιούδας παρέκκλινε για να πάει στη δική του θέση».+ 26 Έριξαν λοιπόν κλήρο για αυτούς,+ και ο κλήρος έπεσε στον Ματθία, και αυτός συνυπολογίστηκε* με τους 11 αποστόλους.
2 Την ημέρα που γιορταζόταν η Πεντηκοστή,+ ήταν όλοι μαζί στο ίδιο μέρος. 2 Ξαφνικά ακούστηκε ένας θόρυβος από τον ουρανό, σαν τον θόρυβο ορμητικού, δυνατού αέρα, και γέμισε όλο το σπίτι στο οποίο κάθονταν.+ 3 Και εμφανίστηκαν σε αυτούς γλώσσες που έμοιαζαν πύρινες και διαμοιράστηκαν, και κάθισε από μία πάνω στον καθέναν τους, 4 και γέμισαν όλοι άγιο πνεύμα+ και άρχισαν να μιλούν διάφορες γλώσσες, σύμφωνα με τη δυνατότητα που τους έδινε το πνεύμα.+
5 Εκείνο το διάστημα, βρίσκονταν στην Ιερουσαλήμ ευλαβείς Ιουδαίοι από κάθε έθνος κάτω από τον ουρανό.+ 6 Όταν λοιπόν ακούστηκε αυτός ο ήχος, μαζεύτηκε πολύς κόσμος και όλοι σάστισαν, επειδή ο καθένας άκουγε να μιλούν στη δική του γλώσσα. 7 Και είχαν μείνει κατάπληκτοι και έλεγαν: «Μα δεν είναι Γαλιλαίοι+ όλοι αυτοί που μιλούν; 8 Τότε πώς γίνεται να ακούμε ο καθένας μας τη μητρική του γλώσσα;* 9 Πάρθοι, Μήδοι+ και Ελαμίτες,+ κάτοικοι της Μεσοποταμίας, της Ιουδαίας και της Καππαδοκίας, του Πόντου και της επαρχίας της Ασίας,+ 10 της Φρυγίας και της Παμφυλίας, της Αιγύπτου και των περιοχών της Λιβύης κοντά στην Κυρήνη, επισκέπτες από τη Ρώμη, τόσο Ιουδαίοι όσο και προσήλυτοι,+ 11 Κρητικοί και Άραβες—τους ακούμε να μιλούν στις γλώσσες μας για τα μεγαλεία του Θεού». 12 Ναι, όλοι είχαν μείνει κατάπληκτοι και απορούσαν, λέγοντας ο ένας στον άλλον: «Τι σημαίνει αυτό;» 13 Άλλοι όμως τους χλεύαζαν και έλεγαν: «Έχουν παραπιεί γλυκό κρασί».*
14 Αλλά ο Πέτρος σηκώθηκε μαζί με τους Έντεκα+ και τους είπε με δυνατή φωνή: «Άντρες Ιουδαίοι και όλοι εσείς οι κάτοικοι της Ιερουσαλήμ, ας γίνει αυτό γνωστό σε εσάς, και ακούστε προσεκτικά τα λόγια μου. 15 Αυτοί οι άνθρωποι δεν είναι μεθυσμένοι, όπως νομίζετε, γιατί είναι μόλις η τρίτη ώρα της ημέρας.* 16 Απεναντίας, πρόκειται για αυτό που ειπώθηκε μέσω του προφήτη Ιωήλ: 17 “«Και στις τελευταίες ημέρες», λέει ο Θεός, «θα εκχύσω από το πνεύμα μου πάνω σε κάθε είδους σάρκα, και οι γιοι σας και οι κόρες σας θα προφητεύσουν και οι νεαροί σας θα δουν οράματα και οι γέροντές σας θα δουν όνειρα,+ 18 ακόμη και πάνω στους δούλους μου και πάνω στις δούλες μου θα εκχύσω από το πνεύμα μου εκείνες τις ημέρες, και θα προφητεύσουν.+ 19 Και θα παρουσιάσω θαυμαστά πράγματα* πάνω στον ουρανό και σημεία κάτω στη γη—αίμα και φωτιά και σύννεφα καπνού. 20 Ο ήλιος θα μετατραπεί σε σκοτάδι και η σελήνη σε αίμα πριν έρθει η μεγάλη και περίλαμπρη ημέρα του Ιεχωβά.* 21 Και όποιος επικαλεστεί το όνομα του Ιεχωβά* θα σωθεί»”.+
22 »Άντρες Ισραηλίτες, ακούστε αυτά τα λόγια: Ο Ιησούς ο Ναζωραίος ήταν ένας άντρας του οποίου την ταυτότητα σας απέδειξε ο Θεός, κάνοντας μέσω εκείνου δυναμικά έργα και θαυμαστά πράγματα* και σημεία ανάμεσά σας,+ όπως οι ίδιοι γνωρίζετε. 23 Αυτόν τον άντρα, ο οποίος παραδόθηκε σύμφωνα με την καθορισμένη θέληση* και πρόγνωση του Θεού,+ τον κρεμάσατε σε ξύλο με το χέρι άνομων ανθρώπων και τον σκοτώσατε.+ 24 Αλλά ο Θεός τον ανέστησε+ απελευθερώνοντάς τον από τις οδύνες* του θανάτου, επειδή ήταν αδύνατον να παραμείνει δέσμιός του.+ 25 Διότι ο Δαβίδ λέει σχετικά με αυτόν: “Κρατώ τον Ιεχωβά* διαρκώς μπροστά μου,* επειδή αυτός είναι στα δεξιά μου ώστε να μην κλονιστώ ποτέ. 26 Γι’ αυτό, η καρδιά μου ευφράνθηκε και η γλώσσα μου χάρηκε. Και θα κατοικήσω* με ελπίδα· 27 διότι δεν θα με αφήσεις* στον Τάφο* ούτε θα επιτρέψεις να υποστεί ο όσιός σου φθορά.+ 28 Μου έμαθες τις οδούς της ζωής· θα με γεμίσεις μεγάλη χαρά στην παρουσία σου”.*+
29 »Άντρες αδελφοί, επιτρέψτε μου να σας μιλήσω με παρρησία σχετικά με τον πατριάρχη Δαβίδ, για το ότι πέθανε και θάφτηκε,+ και το μνήμα του είναι ανάμεσά μας μέχρι σήμερα. 30 Εφόσον ήταν προφήτης και γνώριζε πως ο Θεός τού είχε ορκιστεί ότι θα έβαζε έναν απόγονό του* να καθίσει στον θρόνο του,+ 31 προείδε και μίλησε σχετικά με την ανάσταση του Χριστού, για το ότι ούτε εγκαταλείφθηκε αυτός στον Τάφο* ούτε υπέστη η σάρκα του φθορά.*+ 32 Ο Θεός ανέστησε αυτόν τον Ιησού, και όλοι εμείς είμαστε μάρτυρες για αυτό.+ 33 Επειδή λοιπόν ο Ιησούς εξυψώθηκε στα δεξιά του Θεού+ και έλαβε το υποσχεμένο άγιο πνεύμα από τον Πατέρα,+ εξέχυσε αυτό που βλέπετε και ακούτε. 34 Διότι ο Δαβίδ δεν ανέβηκε στους ουρανούς, αλλά ο ίδιος λέει: “Ο Ιεχωβά* είπε στον Κύριό μου: «Κάθισε στα δεξιά μου 35 ώσπου να θέσω τους εχθρούς σου υποπόδιο για τα πόδια σου»”.+ 36 Συνεπώς, ας γνωρίζει με βεβαιότητα όλος ο οίκος του Ισραήλ ότι ο Θεός τον έκανε και Κύριο+ και Χριστό, αυτόν τον Ιησού τον οποίο εσείς κρεμάσατε στο ξύλο».+
37 Όταν λοιπόν το άκουσαν αυτό, ένιωσαν μαχαιριές στην καρδιά και είπαν στον Πέτρο και στους υπόλοιπους αποστόλους: «Άντρες αδελφοί, τι πρέπει να κάνουμε;» 38 Ο Πέτρος τούς είπε: «Μετανοήστε,+ και ας βαφτιστεί ο καθένας σας+ στο όνομα του Ιησού Χριστού για συγχώρηση των αμαρτιών σας,+ και θα λάβετε τη δωρεά του αγίου πνεύματος. 39 Διότι η υπόσχεση+ έχει δοθεί για εσάς και για τα παιδιά σας και για όλους εκείνους που βρίσκονται μακριά, όλους όσους καλέσει ο Ιεχωβά* ο Θεός μας».+ 40 Και με πολλά άλλα λόγια έδινε πλήρη μαρτυρία και τους πρότρεπε, λέγοντας: «Σωθείτε από αυτή την πονηρή γενιά».+ 41 Όσοι λοιπόν δέχτηκαν ευχαρίστως τα λόγια του βαφτίστηκαν,+ και εκείνη την ημέρα προστέθηκαν περίπου 3.000 άτομα.*+ 42 Και συνέχισαν με αφοσίωση να διδάσκονται από τους αποστόλους, να συναναστρέφονται μεταξύ τους,* να γευματίζουν μαζί+ και να προσεύχονται.+
43 Άρχισε μάλιστα να πέφτει φόβος σε όλους* και να γίνονται πολλά θαυμαστά πράγματα* και σημεία μέσω των αποστόλων.+ 44 Όσοι πίστεψαν ήταν όλοι μαζί και είχαν τα πάντα κοινά, 45 και πουλούσαν τα αποκτήματα+ και τις περιουσίες τους και μοίραζαν τα έσοδα σε όλους, ανάλογα με το τι είχε ανάγκη ο καθένας.+ 46 Και κάθε ημέρα βρίσκονταν διαρκώς στον ναό με ομοψυχία, και γευμάτιζαν σε διάφορα σπίτια και μοιράζονταν την τροφή τους με μεγάλη χαρά και ειλικρινή καρδιά, 47 αινώντας τον Θεό και βρίσκοντας εύνοια ενώπιον όλου του λαού. Συγχρόνως, ο Ιεχωβά* πρόσθετε σε αυτούς καθημερινά εκείνους που σώζονταν.+
3 Καθώς ο Πέτρος και ο Ιωάννης ανέβαιναν στον ναό για την ώρα της προσευχής, την ένατη ώρα,* 2 κάποιοι μετέφεραν έναν άντρα που ήταν κουτσός εκ γενετής. Κάθε μέρα τον έβαζαν κοντά στην πόρτα του ναού που ονομαζόταν Ωραία για να ζητάει ελεημοσύνη από όσους έμπαιναν στον ναό. 3 Όταν αυτός είδε τον Πέτρο και τον Ιωάννη έτοιμους να μπουν στον ναό, άρχισε να ζητάει ελεημοσύνη. 4 Αλλά ο Πέτρος, μαζί με τον Ιωάννη, τον κοίταξε κατάματα και είπε: «Κοίταξέ μας». 5 Αυτός λοιπόν προσήλωσε το βλέμμα του πάνω τους, περιμένοντας να του δώσουν κάτι. 6 Ωστόσο, ο Πέτρος είπε: «Ασήμι και χρυσάφι δεν έχω, αλλά αυτό που έχω αυτό σου δίνω. Στο όνομα του Ιησού Χριστού του Ναζωραίου, περπάτα!»+ 7 Τότε τον έπιασε από το δεξί χέρι και τον σήκωσε.+ Αμέσως τα πέλματά του και οι αστράγαλοί του σταθεροποιήθηκαν·+ 8 και αυτός πετάχτηκε μεμιάς όρθιος+ και άρχισε να περπατάει και μπήκε μαζί τους στον ναό, περπατώντας και πηδώντας και αινώντας τον Θεό. 9 Και όλος ο λαός τον είδε να περπατάει και να αινεί τον Θεό. 10 Άρχισαν μάλιστα να τον αναγνωρίζουν, ότι αυτός ήταν που καθόταν για ελεημοσύνη στην Ωραία Πύλη του ναού,+ και έμειναν κατάπληκτοι και εκστατικοί με αυτό που του συνέβη.
11 Ενώ αυτός ακολουθούσε από κοντά τον Πέτρο και τον Ιωάννη, όλος μαζί ο λαός έτρεξε έκπληκτος προς το μέρος τους στην αποκαλούμενη Στοά του Σολομώντα.+ 12 Όταν ο Πέτρος το είδε αυτό, είπε στον λαό: «Άντρες Ισραηλίτες, γιατί απορείτε τόσο και γιατί μας κοιτάζετε έτσι, σαν να τον κάναμε εμείς να περπατάει με τη δική μας δύναμη ή θεοσεβή αφοσίωση;* 13 Ο Θεός του Αβραάμ και του Ισαάκ και του Ιακώβ,+ ο Θεός των προπατόρων μας, δόξασε τον Υπηρέτη του+ τον Ιησού,+ τον οποίο εσείς παραδώσατε+ και απαρνηθήκατε μπροστά στον Πιλάτο, παρότι εκείνος είχε αποφασίσει να τον ελευθερώσει. 14 Ναι, απαρνηθήκατε εκείνον τον άγιο και δίκαιο, και ζητήσατε να ελευθερωθεί για χάρη σας ένας φονιάς,+ 15 ενώ σκοτώσατε τον Πρώτιστο Παράγοντα της ζωής.+ Αλλά ο Θεός τον ανέστησε από τους νεκρούς, γεγονός για το οποίο εμείς είμαστε μάρτυρες.+ 16 Και μέσω του ονόματός του, και μέσω της πίστης μας στο όνομά του, έγινε καλά αυτός ο άνθρωπος τον οποίο βλέπετε και γνωρίζετε. Η πίστη που έχουμε χάρη σε εκείνον έκανε αυτόν τον άνθρωπο εντελώς υγιή ενώπιον όλων σας. 17 Και τώρα, αδελφοί, ξέρω ότι ενεργήσατε από άγνοια,+ όπως και οι άρχοντές σας.+ 18 Αλλά με αυτόν τον τρόπο εκπλήρωσε ο Θεός εκείνα που είχε προαναγγείλει μέσω του στόματος όλων των προφητών, δηλαδή ότι ο Χριστός του θα υπέφερε.+
19 »Μετανοήστε+ λοιπόν και μεταστραφείτε+ για να εξαλειφθούν οι αμαρτίες σας,+ ώστε να έρθουν καιροί αναζωογόνησης από τον ίδιο τον Ιεχωβά* 20 και να στείλει εκείνος τον διορισμένο για εσάς Χριστό, τον Ιησού, 21 ο οποίος πρέπει να παραμείνει στον ουρανό* μέχρι τον καιρό της αποκατάστασης όλων των πραγμάτων για τα οποία μίλησε ο Θεός μέσω του στόματος των αγίων του προφητών της αρχαιότητας. 22 Μάλιστα ο Μωυσής είπε: “Ο Ιεχωβά* ο Θεός σας θα εγείρει για εσάς ανάμεσα από τους αδελφούς σας έναν προφήτη σαν εμένα.+ Πρέπει να ακούσετε όλα όσα θα σας πει.+ 23 Και όποιος* δεν ακούσει εκείνον τον Προφήτη θα αφανιστεί μέσα από τον λαό”.+ 24 Και όλοι οι προφήτες από τον Σαμουήλ και έπειτα, όλοι όσοι μίλησαν, ανήγγειλαν και εκείνοι καθαρά αυτές τις ημέρες.+ 25 Εσείς είστε οι γιοι των προφητών και της διαθήκης την οποία έκανε ο Θεός με τους προπάτορές σας,+ λέγοντας στον Αβραάμ: “Και μέσω του απογόνου σου* θα ευλογηθούν όλες οι οικογένειες της γης”.+ 26 Ο Θεός, αφού ανέστησε τον Υπηρέτη του, τον έστειλε πρώτα σε εσάς+ για να σας ευλογήσει απομακρύνοντας τον καθέναν σας από τις πονηρές σας πράξεις».
4 Ενώ αυτοί οι δύο μιλούσαν στον λαό, εμφανίστηκαν ξαφνικά οι ιερείς, ο διοικητής του ναού και οι Σαδδουκαίοι.+ 2 Ήταν ενοχλημένοι επειδή οι απόστολοι δίδασκαν τον λαό και διακήρυτταν ανοιχτά την ανάσταση του Ιησού από τους νεκρούς.*+ 3 Γι’ αυτό, τους έπιασαν* και τους έθεσαν υπό κράτηση+ μέχρι την επόμενη ημέρα, γιατί ήταν ήδη βράδυ. 4 Ωστόσο, πολλοί που είχαν ακούσει την ομιλία πίστεψαν, και ο αριθμός των αντρών έφτασε τους 5.000 περίπου.+
5 Την επόμενη ημέρα συγκεντρώθηκαν στην Ιερουσαλήμ οι άρχοντες, οι πρεσβύτεροι και οι γραμματείς τους, 6 καθώς και ο Άννας+ ο πρωθιερέας, ο Καϊάφας,+ ο Ιωάννης, ο Αλέξανδρος και όλοι οι συγγενείς του πρωθιερέα. 7 Έβαλαν τον Πέτρο και τον Ιωάννη να σταθούν στη μέση και άρχισαν να τους ρωτούν: «Με ποια δύναμη ή σε τίνος το όνομα το κάνατε αυτό;» 8 Τότε ο Πέτρος, έχοντας γεμίσει άγιο πνεύμα,+ τους είπε:
«Άρχοντες του λαού και πρεσβύτεροι, 9 αν ανακρινόμαστε σήμερα για μια καλή πράξη προς έναν ανάπηρο άνθρωπο,+ και μας ρωτάτε ποιος τον έκανε καλά, 10 μάθετε όλοι σας και όλος ο λαός του Ισραήλ ότι στο όνομα του Ιησού Χριστού του Ναζωραίου,+ τον οποίο εσείς κρεμάσατε στο ξύλο+ αλλά ο Θεός ανέστησε από τους νεκρούς,+ μέσω εκείνου στέκεται εδώ αυτός ο άνθρωπος υγιής μπροστά σας. 11 Εκείνος είναι “η πέτρα που εσείς οι οικοδόμοι μεταχειριστήκατε ως μηδαμινή, η οποία έχει γίνει η κορυφαία ακρογωνιαία πέτρα”.*+ 12 Και δεν υπάρχει σωτηρία μέσω κανενός άλλου, γιατί δεν υπάρχει άλλο όνομα+ κάτω από τον ουρανό, δοσμένο μεταξύ των ανθρώπων, μέσω του οποίου πρέπει να σωθούμε».+
13 Όταν είδαν την παρρησία* του Πέτρου και του Ιωάννη και αντιλήφθηκαν ότι ήταν αμόρφωτοι* και συνηθισμένοι άνθρωποι,+ έμειναν έκπληκτοι. Και άρχισαν να συνειδητοποιούν ότι αυτοί ήταν με τον Ιησού.+ 14 Καθώς όμως έβλεπαν και τον θεραπευμένο άνθρωπο να στέκεται μαζί τους,+ δεν είχαν τι να απαντήσουν.+ 15 Τους διέταξαν λοιπόν να βγουν από την αίθουσα του Σάνχεδριν και άρχισαν να συσκέπτονται, 16 λέγοντας: «Τι να κάνουμε με αυτούς τους ανθρώπους;+ Επειδή όντως έγινε μέσω αυτών ένα σπουδαίο θαύμα, το οποίο είναι φανερό σε όλους τους κατοίκους της Ιερουσαλήμ,+ και δεν μπορούμε να το αρνηθούμε. 17 Αλλά για να μη διαδοθεί αυτό περισσότερο μεταξύ του λαού, ας τους απειλήσουμε και ας τους πούμε να μη μιλούν πια σε κανέναν με βάση αυτό το όνομα».+
18 Τότε τους κάλεσαν και τους πρόσταξαν να μη λένε απολύτως τίποτα ούτε να διδάσκουν με βάση το όνομα του Ιησού. 19 Αλλά ο Πέτρος και ο Ιωάννης τούς απάντησαν: «Αν είναι δίκαιο στα μάτια του Θεού να ακούμε εσάς και όχι τον Θεό, κρίνετέ το μόνοι σας. 20 Εμείς, όμως, δεν μπορούμε να μη μιλάμε για αυτά που είδαμε και ακούσαμε».+ 21 Αφού λοιπόν τους απείλησαν πάλι, τους άφησαν ελεύθερους, εφόσον δεν έβρισκαν καμιά βάση για να τους τιμωρήσουν, καθώς και εξαιτίας του λαού,+ επειδή όλοι δόξαζαν τον Θεό για αυτό που είχε συμβεί. 22 Διότι ο άνθρωπος στον οποίο είχε γίνει αυτό το θαύμα* της θεραπείας ήταν πάνω από 40 χρονών.
23 Αυτοί, αφού αφέθηκαν ελεύθεροι, πήγαν στους δικούς τους και ανέφεραν όσα τους είχαν πει οι πρωθιερείς και οι πρεσβύτεροι. 24 Όταν εκείνοι το άκουσαν αυτό, ύψωσαν σύσσωμοι τη φωνή τους στον Θεό και είπαν:
«Υπέρτατε Κύριε, εσύ είσαι Αυτός ο οποίος έκανε τον ουρανό και τη γη και τη θάλασσα και όλα όσα υπάρχουν σε αυτά,+ 25 και ο οποίος είπε μέσω αγίου πνεύματος με το στόμα του προπάτορά μας, του Δαβίδ+ του υπηρέτη σου: “Γιατί αναστατώθηκαν τα έθνη, και οι λαοί στοχάστηκαν μάταια πράγματα; 26 Οι βασιλιάδες της γης παρατάχθηκαν και οι άρχοντες συγκεντρώθηκαν σαν ένας άνθρωπος εναντίον του Ιεχωβά* και εναντίον του χρισμένου* του”.+ 27 Διότι, πράγματι, ο Ηρώδης και ο Πόντιος Πιλάτος+ μαζί με εθνικούς και με λαούς του Ισραήλ συγκεντρώθηκαν σε αυτή την πόλη εναντίον του αγίου υπηρέτη σου του Ιησού, τον οποίο έχρισες,+ 28 για να κάνουν όσα το χέρι και η θέλησή σου* είχαν ορίσει εκ των προτέρων να γίνουν.+ 29 Και τώρα, Ιεχωβά,* δώσε προσοχή στις απειλές τους και αξίωσε τους δούλους σου να αναγγέλλουν τον λόγο σου με κάθε τόλμη, 30 ενώ απλώνεις το χέρι σου για να γίνονται θεραπείες και ενώ εκτελούνται σημεία και θαυμαστά πράγματα*+ μέσω του ονόματος του αγίου υπηρέτη σου του Ιησού».+
31 Και αφού έκαναν δέηση,* ο τόπος όπου ήταν συγκεντρωμένοι σείστηκε, και όλοι γέμισαν με το άγιο πνεύμα+ και ανάγγελλαν τον λόγο του Θεού με τόλμη.+
32 Επιπλέον, όλοι όσοι πίστεψαν είχαν μία καρδιά και μία ψυχή,* και ούτε ένας τους δεν έλεγε ότι κάποιο από τα υπάρχοντά του ήταν δικό του, αλλά είχαν τα πάντα κοινά.+ 33 Και οι απόστολοι συνέχισαν να δίνουν με μεγάλη επιτυχία μαρτυρία σχετικά με την ανάσταση του Κυρίου Ιησού,+ και όλοι τους λάβαιναν άφθονη παρ’ αξίαν καλοσύνη. 34 Στην πραγματικότητα, κανείς ανάμεσά τους δεν βρισκόταν σε ανάγκη,+ διότι όλοι όσοι είχαν αγρούς ή σπίτια τα πουλούσαν και έφερναν το αντίτιμο 35 και το άφηναν στα πόδια των αποστόλων.+ Κατόπιν γινόταν διανομή στον καθέναν, ανάλογα με το τι είχε ανάγκη.+ 36 Ο δε Ιωσήφ, τον οποίο οι απόστολοι ονόμασαν και Βαρνάβα+ (που μεταφράζεται «γιος παρηγοριάς»), Λευίτης με καταγωγή από την Κύπρο, 37 πούλησε ένα κομμάτι γης που είχε και έφερε τα χρήματα και τα άφησε στα πόδια των αποστόλων.+
5 Ωστόσο, κάποιος ονόματι Ανανίας, μαζί με τη γυναίκα του τη Σαπφείρα, πούλησε ένα κτήμα, 2 αλλά κράτησε κρυφά ένα μέρος από το αντίτιμο, εν γνώσει της γυναίκας του, και έφερε το υπόλοιπο και το άφησε στα πόδια των αποστόλων.+ 3 Αλλά ο Πέτρος είπε: «Ανανία, γιατί επέτρεψες στον Σατανά να σε αποθρασύνει ώστε να πεις ψέματα+ στο άγιο πνεύμα+ και να κρατήσεις κρυφά ένα μέρος από το αντίτιμο του αγρού; 4 Δικός σου δεν ήταν όσο έμενε απούλητος; Και αφού πουλήθηκε, δεν ήταν τα χρήματα στη δικαιοδοσία σου; Γιατί διανοήθηκες να κάνεις κάτι τέτοιο; Είπες ψέματα, όχι σε ανθρώπους, αλλά στον Θεό». 5 Όταν ο Ανανίας άκουσε αυτά τα λόγια, σωριάστηκε κάτω και πέθανε. Και μεγάλος φόβος κυρίευσε όλους όσους το άκουσαν. 6 Τότε οι νεότεροι σηκώθηκαν, τον τύλιξαν με πανιά, τον μετέφεραν έξω και τον έθαψαν.
7 Ύστερα από τρεις ώρες περίπου, μπήκε μέσα η γυναίκα του χωρίς να ξέρει τι είχε συμβεί. 8 Ο Πέτρος τη ρώτησε: «Πες μου, τόσο πουλήσατε τον αγρό;» Αυτή απάντησε: «Ναι, τόσο». 9 Ο Πέτρος λοιπόν της είπε: «Γιατί συνεννοηθήκατε να θέσετε σε δοκιμή το πνεύμα του Ιεχωβά;* Δες! Εκείνοι που έθαψαν τον άντρα σου στέκονται στην πόρτα και θα μεταφέρουν έξω και εσένα». 10 Στη στιγμή, αυτή σωριάστηκε μπροστά στα πόδια του και πέθανε. Όταν οι νεαροί μπήκαν μέσα, τη βρήκαν νεκρή και τη μετέφεραν έξω και την έθαψαν δίπλα στον άντρα της. 11 Και μεγάλος φόβος κυρίευσε ολόκληρη την εκκλησία και όλους όσους τα άκουγαν αυτά.
12 Επιπλέον, μέσω των χεριών των αποστόλων συνέχισαν να γίνονται πολλά σημεία και θαυμαστά πράγματα* ανάμεσα στον λαό·+ και συγκεντρώνονταν όλοι στη Στοά του Σολομώντα.+ 13 Βέβαια, κανείς από τους άλλους δεν τολμούσε να προσκολληθεί σε αυτούς· ωστόσο, ο λαός τούς εγκωμίαζε. 14 Και εξακολούθησαν να προστίθενται πιστοί στον Κύριο, μεγάλος αριθμός αντρών και γυναικών.+ 15 Μάλιστα έβγαζαν τους αρρώστους στους κεντρικούς δρόμους και τους έβαζαν εκεί σε μικρά κρεβάτια και φορεία ώστε, όταν θα περνούσε ο Πέτρος, να πέσει τουλάχιστον η σκιά του πάνω σε κάποιους από αυτούς.+ 16 Επίσης, μαζευόταν πολύς κόσμος από τις πόλεις γύρω από την Ιερουσαλήμ, μεταφέροντας αρρώστους και άτομα που ταλαιπωρούνταν από ακάθαρτα πνεύματα, και θεραπεύονταν όλοι ανεξαιρέτως.
17 Ο αρχιερέας, όμως, και όλοι όσοι ήταν μαζί του, οι οποίοι ανήκαν στην αίρεση των Σαδδουκαίων, σηκώθηκαν γεμάτοι ζήλια 18 και έπιασαν* τους αποστόλους και τους έβαλαν στο δημόσιο κρατητήριο.+ 19 Αλλά στη διάρκεια της νύχτας, άγγελος του Ιεχωβά* άνοιξε τις πόρτες της φυλακής,+ τους έβγαλε έξω και είπε: 20 «Πηγαίνετε και σταθείτε στον ναό, και να λέτε στον λαό όλα τα λόγια σχετικά με αυτή τη ζωή». 21 Αφού εκείνοι το άκουσαν αυτό, μπήκαν στον ναό τα χαράματα και άρχισαν να διδάσκουν.
Όταν έφτασε ο αρχιερέας και όσοι ήταν μαζί του, συγκάλεσαν το Σάνχεδριν και ολόκληρη τη συνέλευση των πρεσβυτέρων των γιων του Ισραήλ, και έστειλαν να φέρουν τους αποστόλους από το κρατητήριο. 22 Αλλά όταν οι φρουροί του ναού πήγαν εκεί, δεν τους βρήκαν στη φυλακή. Επέστρεψαν λοιπόν και έδωσαν αναφορά, 23 λέγοντας: «Βρήκαμε το κρατητήριο κλειδωμένο και ασφαλισμένο, και οι φρουροί στέκονταν στις πόρτες, αλλά όταν ανοίξαμε, δεν βρήκαμε κανέναν μέσα». 24 Μόλις ο διοικητής του ναού καθώς και οι πρωθιερείς άκουσαν αυτά τα λόγια, άρχισαν να απορούν για το πού θα κατέληγε αυτό. 25 Αλλά ήρθε κάποιος και τους ανέφερε: «Δείτε! Οι άντρες που βάλατε στη φυλακή στέκονται στον ναό και διδάσκουν τον λαό». 26 Τότε πήγε ο διοικητής με τους φρουρούς του ναού και τους έφερε, αλλά χωρίς βία, γιατί φοβούνταν μην τους λιθοβολήσει ο λαός.+
27 Τους έφεραν λοιπόν και τους έβαλαν να σταθούν ενώπιον του Σάνχεδριν. Έπειτα ο αρχιερέας τούς ανέκρινε 28 και είπε: «Σας προστάξαμε αυστηρά να μη διδάσκετε με βάση αυτό το όνομα,+ αλλά εσείς έχετε γεμίσει την Ιερουσαλήμ με τη διδασκαλία σας και το έχετε βάλει σκοπό να φέρετε το αίμα αυτού του ανθρώπου πάνω μας».+ 29 Ο Πέτρος και οι άλλοι απόστολοι απάντησαν: «Πρέπει να υποτασσόμαστε πρωτίστως στην εξουσία του Θεού και όχι των ανθρώπων.+ 30 Ο Θεός των προπατόρων μας ανέστησε τον Ιησού, τον οποίο εσείς σκοτώσατε κρεμώντας τον στο ξύλο.*+ 31 Αυτόν ο Θεός τον εξύψωσε στα δεξιά του+ ως Πρώτιστο Παράγοντα+ και Σωτήρα,+ για να δώσει στον Ισραήλ την ευκαιρία να μετανοήσει και να λάβει συγχώρηση αμαρτιών.+ 32 Και εμείς είμαστε μάρτυρες αυτών των πραγμάτων,+ όπως είναι και το άγιο πνεύμα,+ το οποίο ο Θεός έδωσε σε όσους υποτάσσονται στην εξουσία του».
33 Όταν το άκουσαν αυτό, εξαγριώθηκαν* και ήθελαν να τους σκοτώσουν. 34 Αλλά σηκώθηκε στο Σάνχεδριν ένας Φαρισαίος που λεγόταν Γαμαλιήλ.+ Αυτός ήταν δάσκαλος του Νόμου που τον εκτιμούσε όλος ο λαός, και έδωσε εντολή να βγάλουν τους ανθρώπους έξω για λίγο. 35 Έπειτα τους είπε: «Άντρες Ισραηλίτες, προσέξτε τι σκοπεύετε να κάνετε με αυτούς τους ανθρώπους. 36 Για παράδειγμα, πριν από καιρό εμφανίστηκε ο Θευδάς, παριστάνοντας τον σπουδαίο, και περίπου 400 άντρες τον ακολούθησαν. Αλλά αυτός θανατώθηκε, και όλοι οι οπαδοί του διαλύθηκαν και χάθηκαν. 37 Έπειτα από αυτόν, εμφανίστηκε ο Ιούδας ο Γαλιλαίος στις ημέρες της απογραφής και παρέσυρε κόσμο πίσω του. Και εκείνος επίσης αφανίστηκε, και όλοι οι οπαδοί του διασκορπίστηκαν. 38 Έτσι λοιπόν, υπό τις παρούσες συνθήκες, σας λέω: Κρατηθείτε μακριά από αυτούς τους ανθρώπους και αφήστε τους ήσυχους. Επειδή, αν αυτό το σχέδιο ή αυτό το έργο είναι από ανθρώπους, θα σταματήσει· 39 αλλά αν είναι από τον Θεό, δεν θα μπορέσετε να τους σταματήσετε.+ Αλλιώς, μπορεί μάλιστα να βρεθείτε και θεομάχοι».+ 40 Τότε άκουσαν τη συμβουλή του και κάλεσαν τους αποστόλους, τους έδειραν+ και, αφού τους πρόσταξαν να μη μιλούν με βάση το όνομα του Ιησού, τους άφησαν να φύγουν.
41 Αυτοί λοιπόν έφυγαν από το Σάνχεδριν χαρούμενοι,+ επειδή είχαν θεωρηθεί άξιοι να υποστούν κακομεταχείριση για χάρη του ονόματός του. 42 Και κάθε ημέρα στον ναό και από σπίτι σε σπίτι+ συνέχισαν αδιάκοπα να διδάσκουν και να διακηρύττουν τα καλά νέα για τον Χριστό, τον Ιησού.+
6 Εκείνες τις ημέρες, καθώς οι μαθητές αυξάνονταν, οι ελληνόφωνοι Ιουδαίοι άρχισαν να παραπονιούνται εναντίον των εβραιόφωνων, επειδή οι χήρες τους παραβλέπονταν στην καθημερινή διανομή.+ 2 Έτσι λοιπόν, οι Δώδεκα κάλεσαν όλους τους μαθητές και είπαν: «Δεν είναι σωστό* να αφήσουμε εμείς τον λόγο του Θεού για να μοιράζουμε τροφή σε τραπέζια.+ 3 Γι’ αυτό, αδελφοί, επιλέξτε εσείς από ανάμεσά σας εφτά ευυπόληπτους άντρες,*+ γεμάτους πνεύμα και σοφία,+ ώστε να τους διορίσουμε υπεύθυνους για το αναγκαίο αυτό ζήτημα·+ 4 και εμείς θα αφοσιωθούμε στην προσευχή και στη διακονία του λόγου». 5 Αυτό που είπαν άρεσε σε όλους, και επέλεξαν τον Στέφανο, άντρα γεμάτο πίστη και άγιο πνεύμα, καθώς επίσης τον Φίλιππο,+ τον Πρόχορο, τον Νικάνορα, τον Τίμωνα, τον Παρμενά και τον Νικόλαο, έναν προσήλυτο από την Αντιόχεια. 6 Τους έφεραν στους αποστόλους και, αφού αυτοί προσευχήθηκαν, έθεσαν τα χέρια τους πάνω τους.+
7 Έτσι λοιπόν, ο λόγος του Θεού συνέχισε να διαδίδεται,+ και ο αριθμός των μαθητών πλήθαινε πάρα πολύ+ στην Ιερουσαλήμ· και πολλοί ιερείς άρχισαν να αποδέχονται την πίστη.+
8 Ο δε Στέφανος, γεμάτος θεϊκή εύνοια και δύναμη, εκτελούσε μεγάλα θαυμαστά πράγματα* και σημεία ανάμεσα στον λαό. 9 Αλλά εμφανίστηκαν κάποιοι από τη λεγόμενη Συναγωγή των Απελευθέρων, μαζί με κάποιους Κυρηναίους και Αλεξανδρινούς και κάποιους από την Κιλικία και την Ασία, για να λογομαχήσουν με τον Στέφανο. 10 Δεν μπορούσαν όμως να αντισταθούν στη σοφία και στο πνεύμα με το οποίο μιλούσε.+ 11 Τότε έπεισαν κρυφά μερικούς να πουν: «Τον έχουμε ακούσει να λέει βλάσφημα πράγματα εναντίον του Μωυσή και του Θεού». 12 Και ξεσήκωσαν τον λαό, τους πρεσβυτέρους και τους γραμματείς και, ορμώντας πάνω του ξαφνικά, τον άρπαξαν με τη βία και τον οδήγησαν στο Σάνχεδριν. 13 Και έφεραν ψευδομάρτυρες που είπαν: «Αυτός ο άνθρωπος δεν σταματάει να μιλάει εναντίον αυτού του αγίου τόπου και εναντίον του Νόμου. 14 Για παράδειγμα, τον έχουμε ακούσει να λέει ότι ο Ιησούς ο Ναζωραίος θα γκρεμίσει αυτόν τον τόπο και θα αλλάξει τα έθιμα που μας παρέδωσε ο Μωυσής».
15 Και καθώς όλοι όσοι κάθονταν στο Σάνχεδριν προσήλωσαν το βλέμμα τους σε αυτόν, είδαν ότι το πρόσωπό του ήταν σαν πρόσωπο αγγέλου.
7 Τότε ο αρχιερέας ρώτησε: «Έτσι έχουν τα πράγματα;» 2 Ο Στέφανος απάντησε: «Άντρες αδελφοί και πατέρες, ακούστε. Ο Θεός της δόξας εμφανίστηκε στον προπάτορά μας τον Αβραάμ ενώ αυτός ήταν στη Μεσοποταμία, πριν κατοικήσει στη Χαρράν,+ 3 και του είπε: “Φύγε από τη χώρα σου και από τους συγγενείς σου και πήγαινε στη χώρα που θα σου δείξω”.+ 4 Τότε αυτός βγήκε από τη γη των Χαλδαίων και κατοίκησε στη Χαρράν. Και από εκεί, αφού πέθανε ο πατέρας του,+ ο Θεός τού έδωσε την οδηγία να εγκατασταθεί σε αυτή τη γη όπου κατοικείτε τώρα εσείς.+ 5 Και όμως, δεν του έδωσε καμιά κληρονομιά σε αυτήν, ούτε όσο είναι μια πατημασιά· αλλά υποσχέθηκε να του τη δώσει ως ιδιοκτησία και έπειτα από αυτόν να τη δώσει στους απογόνους* του,+ μολονότι ως τότε δεν είχε παιδί. 6 Επιπλέον, ο Θεός τού είπε ότι οι απόγονοί του* θα ζούσαν ως ξένοι σε γη που δεν θα ήταν δική τους και ότι θα τους υποδούλωναν και θα τους ταλαιπωρούσαν* 400 χρόνια.+ 7 “Και εκείνο το έθνος το οποίο θα υπηρετούν ως δούλοι, εγώ θα το κρίνω”,+ είπε ο Θεός, “και έπειτα από όλα αυτά, θα βγουν και θα μου προσφέρουν ιερή υπηρεσία σε αυτόν τον τόπο”.+
8 »Επίσης, του έδωσε διαθήκη περιτομής·+ και έγινε πατέρας του Ισαάκ+ και του έκανε περιτομή την όγδοη ημέρα,+ και ο Ισαάκ έγινε πατέρας του Ιακώβ,* και ο Ιακώβ των 12 πατριαρχών. 9 Και οι πατριάρχες ζήλεψαν τον Ιωσήφ+ και τον πούλησαν στην Αίγυπτο.+ Αλλά ο Θεός ήταν μαζί του+ 10 και τον έσωσε από όλες τις θλίψεις του και τον έκανε να βρει εύνοια και να έχει σοφία ενώπιον του Φαραώ, του βασιλιά της Αιγύπτου. Και εκείνος τον διόρισε να κυβερνάει την Αίγυπτο και ολόκληρο τον οίκο του.+ 11 Έπεσε όμως πείνα σε όλη την Αίγυπτο και τη Χαναάν, ναι, μεγάλη θλίψη, και οι προπάτορές μας δεν είχαν να φάνε.+ 12 Αλλά ο Ιακώβ άκουσε ότι υπήρχαν τρόφιμα* στην Αίγυπτο και έστειλε τους προπάτορές μας εκεί την πρώτη φορά.+ 13 Τη δεύτερη φορά ο Ιωσήφ αποκαλύφτηκε στους αδελφούς του, και έτσι έμαθε ο Φαραώ για την οικογένεια του Ιωσήφ.+ 14 Ο Ιωσήφ λοιπόν έστειλε μήνυμα και κάλεσε από εκείνον τον τόπο τον πατέρα του τον Ιακώβ και όλους τους συγγενείς του,+ συνολικά 75 άτομα.*+ 15 Έτσι λοιπόν, ο Ιακώβ κατέβηκε στην Αίγυπτο+ και πέθανε εκεί,+ όπως και οι προπάτορές μας.+ 16 Μεταφέρθηκαν δε στη Συχέμ και τέθηκαν στο μνήμα που είχε αγοράσει ο Αβραάμ με ασημένια χρήματα από τους γιους του Εμμώρ στη Συχέμ.+
17 »Καθώς πλησίαζε ο καιρός για να εκπληρωθεί η υπόσχεση που είχε εξαγγείλει ο Θεός στον Αβραάμ, ο λαός αυξανόταν και πλήθαινε στην Αίγυπτο, 18 ώσπου εγέρθηκε άλλος βασιλιάς στη χώρα, ο οποίος δεν γνώριζε τον Ιωσήφ.+ 19 Αυτός φέρθηκε πανούργα στον λαό μας και εξανάγκασε άδικα τους πατέρες να εγκαταλείπουν τα βρέφη τους για να μη ζήσουν.+ 20 Εκείνον τον καιρό γεννήθηκε ο Μωυσής, και ήταν πανέμορφος.* Και θήλασε* τρεις μήνες στο σπίτι του πατέρα του.+ 21 Αλλά όταν τον εγκατέλειψαν,*+ τον πήρε η κόρη του Φαραώ και τον ανέθρεψε σαν δικό της γιο.+ 22 Ως αποτέλεσμα, ο Μωυσής διδάχτηκε όλη τη σοφία των Αιγυπτίων. Μάλιστα, ήταν δυνατός στα λόγια και στις πράξεις του.+
23 »Όταν λοιπόν έγινε 40 χρονών, γεννήθηκε στην καρδιά του η επιθυμία* να επισκεφτεί* τους αδελφούς του, τους γιους του Ισραήλ.+ 24 Βλέποντας έναν από αυτούς να αδικείται, τον υπερασπίστηκε και πήρε εκδίκηση για αυτόν που υφίστατο κακομεταχείριση σκοτώνοντας τον Αιγύπτιο. 25 Νόμιζε ότι οι αδελφοί του θα καταλάβαιναν πως ο Θεός τούς έδινε σωτηρία μέσω του χεριού του, αλλά εκείνοι δεν το κατάλαβαν. 26 Την επόμενη ημέρα, εμφανίστηκε σε αυτούς ενώ μάχονταν και προσπάθησε να τους συμφιλιώσει, λέγοντας: “Άντρες, εσείς είστε αδελφοί. Γιατί κακομεταχειρίζεστε ο ένας τον άλλον;” 27 Αλλά αυτός που κακομεταχειριζόταν τον πλησίον του τον έσπρωξε, λέγοντας: “Ποιος σε διόρισε άρχοντα και κριτή μας; 28 Μήπως θέλεις να με σκοτώσεις όπως σκότωσες χθες τον Αιγύπτιο;” 29 Όταν ο Μωυσής το άκουσε αυτό, τράπηκε σε φυγή και έζησε ως ξένος στη γη Μαδιάμ, όπου έγινε πατέρας δύο γιων.+
30 »Αφού πέρασαν 40 χρόνια, του εμφανίστηκε άγγελος στην έρημο του όρους Σινά μέσα στη φλόγα μιας καιόμενης βάτου.+ 31 Όταν ο Μωυσής είδε αυτό το θέαμα, έμεινε έκθαμβος. Και καθώς πλησίαζε για να δει τι συμβαίνει, ακούστηκε η φωνή του Ιεχωβά:* 32 “Εγώ είμαι ο Θεός των προπατόρων σου, ο Θεός του Αβραάμ και του Ισαάκ και του Ιακώβ”.+ Ο Μωυσής άρχισε να τρέμει και δεν τολμούσε να κοιτάξει άλλο. 33 Ο Ιεχωβά* τού είπε: “Βγάλε τα σανδάλια από τα πόδια σου, γιατί ο τόπος όπου στέκεσαι είναι άγιο έδαφος. 34 Ασφαλώς είδα την καταδυνάστευση του λαού μου που είναι στην Αίγυπτο και άκουσα τον στεναγμό τους+ και κατέβηκα για να τους σώσω. Τώρα λοιπόν, έλα! Θα σε στείλω στην Αίγυπτο”. 35 Τον Μωυσή, τον οποίο εκείνοι απαρνήθηκαν, λέγοντας: “Ποιος σε διόρισε άρχοντα και κριτή;”+ αυτόν ακριβώς έστειλε ο Θεός+ και ως άρχοντα και ως απελευθερωτή, μέσω του αγγέλου που του εμφανίστηκε στη βάτο. 36 Αυτός τους οδήγησε έξω,+ εκτελώντας θαυμαστά πράγματα* και σημεία στην Αίγυπτο+ και στην Ερυθρά Θάλασσα+ και στην έρημο επί 40 χρόνια.+
37 »Αυτός είναι ο Μωυσής που είπε στους γιους του Ισραήλ: “Ο Θεός θα εγείρει για εσάς ανάμεσα από τους αδελφούς σας έναν προφήτη σαν εμένα”.+ 38 Αυτός ακριβώς βρέθηκε ανάμεσα στην εκκλησία, στην έρημο, μαζί με τον άγγελο+ που του μίλησε+ στο όρος Σινά και με τους προπάτορές μας, και έλαβε ζωντανές ιερές εξαγγελίες για να μας τις δώσει.+ 39 Οι προπάτορές μας αρνήθηκαν να υπακούσουν σε αυτόν. Αντίθετα, τον παραμέρισαν,+ και μέσα στην καρδιά τους επέστρεψαν στην Αίγυπτο,+ 40 λέγοντας στον Ααρών: “Φτιάξε μας θεούς για να πηγαίνουν μπροστά μας. Διότι δεν ξέρουμε τι απέγινε αυτός ο Μωυσής, που μας οδήγησε έξω από τη γη της Αιγύπτου”.+ 41 Έφτιαξαν λοιπόν ένα μοσχάρι εκείνες τις ημέρες και έφεραν θυσία στο είδωλο και άρχισαν να διασκεδάζουν με τα έργα των χεριών τους.+ 42 Τότε ο Θεός απομακρύνθηκε από αυτούς και τους άφησε να προσφέρουν ιερή υπηρεσία στο στράτευμα του ουρανού,+ όπως είναι γραμμένο στο βιβλίο των Προφητών: “Μήπως σε εμένα κάνατε προσφορές και θυσίες επί 40 χρόνια στην έρημο, οίκε του Ισραήλ; 43 Τη σκηνή του Μολόχ+ και το άστρο του θεού Ρεφάν σηκώσατε ψηλά, τα ομοιώματα που φτιάξατε για να τα λατρεύετε. Γι’ αυτό, θα σας εκτοπίσω πέρα από τη Βαβυλώνα”.+
44 »Οι προπάτορές μας είχαν τη σκηνή της μαρτυρίας στην έρημο, σύμφωνα με την εντολή που έδωσε ο Θεός στον Μωυσή να τη φτιάξει με βάση το υπόδειγμα που είχε δει.+ 45 Και οι προπάτορές μας την παρέλαβαν και, μαζί με τον Ιησού του Ναυή, την έφεραν στη γη την οποία κατείχαν τα έθνη+ που ο Θεός έδιωξε από μπροστά τους.+ Εδώ παρέμεινε μέχρι τις ημέρες του Δαβίδ. 46 Εκείνος βρήκε εύνοια στα μάτια του Θεού και ζήτησε το προνόμιο να προμηθεύσει κατοικία για τον Θεό του Ιακώβ.+ 47 Ωστόσο, οίκο για αυτόν έχτισε ο Σολομών.+ 48 Παρ’ όλα αυτά, ο Ύψιστος δεν κατοικεί σε οίκους φτιαγμένους από χέρια,+ όπως λέει ο προφήτης: 49 “Ο ουρανός είναι ο θρόνος μου+ και η γη το υποπόδιό μου.+ Τι είδους οίκο θα χτίσετε για εμένα; λέει ο Ιεχωβά.* Ή πού είναι ο τόπος της ανάπαυσής μου; 50 Δεν τα έκανε το χέρι μου όλα αυτά;”+
51 »Ισχυρογνώμονες* και απερίτμητοι στην καρδιά και στα αφτιά, εσείς πάντοτε αντιστέκεστε στο άγιο πνεύμα· όπως οι προπάτορές σας, έτσι και εσείς.+ 52 Ποιον από τους προφήτες δεν δίωξαν οι προπάτορές σας;+ Ναι, σκότωσαν εκείνους που προανήγγειλαν τον ερχομό του δικαίου,+ του οποίου προδότες και φονιάδες γίνατε τώρα εσείς,+ 53 εσείς που λάβατε τον Νόμο, όπως διαβιβάστηκε από αγγέλους,+ αλλά δεν τον τηρήσατε».
54 Όταν λοιπόν τα άκουσαν αυτά, εξαγριώθηκαν* και άρχισαν να τρίζουν τα δόντια τους εναντίον του. 55 Αλλά εκείνος, γεμάτος καθώς ήταν με άγιο πνεύμα, ατένισε τον ουρανό και είδε τη δόξα του Θεού και τον Ιησού να στέκεται στα δεξιά του Θεού,+ 56 και είπε: «Να! Βλέπω τους ουρανούς ανοιγμένους και τον Γιο του ανθρώπου+ να στέκεται στα δεξιά του Θεού».+ 57 Τότε αυτοί κραύγασαν με δυνατή φωνή, έκλεισαν με τα χέρια τους τα αφτιά τους και όρμησαν πάνω του όλοι μαζί. 58 Αφού τον έβγαλαν κακήν κακώς από την πόλη, άρχισαν να τον λιθοβολούν.+ Και οι μάρτυρες+ άφησαν τα εξωτερικά τους ρούχα στα πόδια ενός νεαρού που λεγόταν Σαύλος.+ 59 Καθώς λιθοβολούσαν τον Στέφανο, εκείνος έκανε την εξής επίκληση: «Κύριε Ιησού, δέξου το πνεύμα μου». 60 Κατόπιν, γονατίζοντας, κραύγασε με δυνατή φωνή: «Ιεχωβά,* μην τους καταλογίσεις αυτή την αμαρτία».+ Και αφού το είπε αυτό, κοιμήθηκε τον ύπνο του θανάτου.
8 Ο δε Σαύλος επιδοκίμαζε τον φόνο του.+
Εκείνη την ημέρα έγινε μεγάλος διωγμός εναντίον της εκκλησίας που ήταν στην Ιερουσαλήμ· όλοι, εκτός από τους αποστόλους, διασκορπίστηκαν στις περιοχές της Ιουδαίας και της Σαμάρειας.+ 2 Αλλά ευλαβείς άντρες μετέφεραν τον Στέφανο για να τον θάψουν και τον θρήνησαν πάρα πολύ. 3 Ο δε Σαύλος προσπαθούσε να αφανίσει την εκκλησία. Εισέβαλλε στο ένα σπίτι μετά το άλλο, σέρνοντας έξω άντρες και γυναίκες και παραδίδοντάς τους στη φυλακή.+
4 Ωστόσο, εκείνοι που είχαν διασκορπιστεί διάβηκαν τη χώρα διακηρύττοντας τα καλά νέα του λόγου.+ 5 Ο Φίλιππος κατέβηκε στην πόλη* της Σαμάρειας+ και άρχισε να τους κηρύττει τον Χριστό. 6 Τα πλήθη έδιναν σύσσωμα προσοχή σε αυτά που έλεγε ο Φίλιππος, ενώ άκουγαν και έβλεπαν τα σημεία που εκτελούσε. 7 Διότι πολλοί είχαν ακάθαρτα πνεύματα, και αυτά κραύγαζαν με δυνατή φωνή και έβγαιναν.+ Επιπλέον, πολλοί παράλυτοι και κουτσοί θεραπεύονταν. 8 Έγινε λοιπόν μεγάλη χαρά σε εκείνη την πόλη.
9 Στην ίδια πόλη υπήρχε κάποιος ονόματι Σίμων, ο οποίος προηγουμένως ασκούσε μαγικές τέχνες και κατέπλησσε το έθνος της Σαμάρειας, παριστάνοντας τον σπουδαίο. 10 Όλοι τους, από τον μικρότερο ως τον μεγαλύτερο, τον υπολόγιζαν πολύ και έλεγαν: «Αυτός ο άνθρωπος είναι η Δύναμη του Θεού, η οποία αποκαλείται Μεγάλη». 11 Τον υπολόγιζαν λοιπόν πολύ επειδή τους κατέπλησσε αρκετό καιρό με τις μαγικές του τέχνες. 12 Αλλά όταν πίστεψαν τον Φίλιππο, ο οποίος διακήρυττε τα καλά νέα της Βασιλείας του Θεού+ και του ονόματος του Ιησού Χριστού, βαφτίζονταν άντρες και γυναίκες.+ 13 Πίστεψε και ο ίδιος ο Σίμων και, αφού βαφτίστηκε, παρέμενε κοντά στον Φίλιππο·+ και έμενε κατάπληκτος βλέποντας τα σημεία και τα μεγάλα δυναμικά έργα που γίνονταν.
14 Όταν οι απόστολοι στην Ιερουσαλήμ άκουσαν ότι η Σαμάρεια είχε δεχτεί τον λόγο του Θεού,+ τους έστειλαν τον Πέτρο και τον Ιωάννη. 15 Και εκείνοι κατέβηκαν και προσευχήθηκαν για αυτούς ώστε να πάρουν άγιο πνεύμα.+ 16 Διότι δεν είχε έρθει ακόμη σε κανέναν από αυτούς, αλλά μόνο είχαν βαφτιστεί στο όνομα του Κυρίου Ιησού.+ 17 Τότε έθεταν τα χέρια τους πάνω τους,+ και αυτοί άρχισαν να λαβαίνουν άγιο πνεύμα.
18 Βλέποντας λοιπόν ο Σίμων ότι αυτοί λάβαιναν το πνεύμα όταν οι απόστολοι έθεταν τα χέρια τους πάνω τους, πρόσφερε στους αποστόλους χρήματα, 19 λέγοντας: «Δώστε και σε εμένα αυτή την εξουσία, ώστε πάνω σε όποιον θέτω τα χέρια μου να λαβαίνει άγιο πνεύμα». 20 Ο Πέτρος όμως του είπε: «Το ασήμι σου ας αφανιστεί μαζί με εσένα, επειδή νόμισες ότι μπορείς να αποκτήσεις τη δωρεά του Θεού με χρήματα.+ 21 Δεν έχεις ούτε μερίδιο ούτε θέση σε αυτό το ζήτημα, γιατί η καρδιά σου δεν είναι ειλικρινής στα μάτια του Θεού. 22 Μετανόησε λοιπόν για αυτή την κακία σου και δεήσου στον Ιεχωβά* ώστε, αν είναι δυνατόν, να σου συγχωρηθεί η πονηρή πρόθεση της καρδιάς σου· 23 διότι βλέπω ότι είσαι πικρό δηλητήριο* και δούλος της αδικίας». 24 Ο Σίμων τούς απάντησε: «Κάντε εσείς δέηση για εμένα στον Ιεχωβά* ώστε να μη με βρει τίποτα από όσα είπατε».
25 Αφού λοιπόν έδωσαν πλήρη μαρτυρία και ανήγγειλαν τον λόγο του Ιεχωβά,* πήραν τον δρόμο της επιστροφής προς την Ιερουσαλήμ και διακήρυτταν τα καλά νέα σε πολλά χωριά των Σαμαρειτών.+
26 Και ένας άγγελος του Ιεχωβά*+ είπε στον Φίλιππο: «Σήκω και πήγαινε νότια στον δρόμο που κατεβαίνει από την Ιερουσαλήμ στη Γάζα». (Αυτός είναι ερημικός δρόμος.) 27 Τότε εκείνος σηκώθηκε και πήγε. Και βρήκε έναν Αιθίοπα ευνούχο,* έναν άντρα με εξουσία στην υπηρεσία της Κανδάκης, της βασίλισσας των Αιθιόπων, ο οποίος ήταν υπεύθυνος για όλο τον θησαυρό της. Αυτός είχε πάει στην Ιερουσαλήμ για να προσφέρει λατρεία+ 28 και τώρα επέστρεφε με το άρμα του, διαβάζοντας μεγαλόφωνα τον προφήτη Ησαΐα. 29 Το πνεύμα λοιπόν είπε στον Φίλιππο: «Πήγαινε, πλησίασε αυτό το άρμα». 30 Ο Φίλιππος έτρεξε δίπλα στο άρμα και τον άκουσε να διαβάζει μεγαλόφωνα τον Ησαΐα τον προφήτη και ρώτησε: «Καταλαβαίνεις πραγματικά αυτά που διαβάζεις;» 31 Αυτός απάντησε: «Μα πώς θα μπορούσα να τα καταλάβω αν δεν με καθοδηγήσει κάποιος;» Προσκάλεσε λοιπόν τον Φίλιππο να ανεβεί και να καθίσει μαζί του. 32 Η δε περικοπή της Γραφής την οποία διάβαζε ήταν η εξής: «Σαν πρόβατο οδηγήθηκε στη σφαγή, και σαν αρνί που είναι άφωνο μπροστά στον κουρευτή του, έτσι και αυτός δεν ανοίγει το στόμα του.+ 33 Όταν τον ταπείνωναν, του αρνήθηκαν τη δίκαιη κρίση.+ Ποιος θα πει τις λεπτομέρειες της γενεαλογίας του; Επειδή η ζωή του αφαιρείται από τη γη».+
34 Τότε ο ευνούχος είπε στον Φίλιππο: «Πες μου, σε παρακαλώ, για ποιον το λέει αυτό ο προφήτης; Για τον εαυτό του ή για κάποιον άλλον;» 35 Ο Φίλιππος άρχισε να μιλάει και, ξεκινώντας με αυτή την περικοπή, του διακήρυξε τα καλά νέα σχετικά με τον Ιησού. 36 Καθώς λοιπόν προχωρούσαν, έφτασαν σε ένα μέρος με νερό, και ο ευνούχος είπε: «Δες! Νερό! Τι με εμποδίζει να βαφτιστώ;» 37* —— 38 Τότε διέταξε να σταματήσει το άρμα, και ο Φίλιππος με τον ευνούχο κατέβηκαν και οι δύο στο νερό, και ο Φίλιππος τον βάφτισε. 39 Αφού ανέβηκαν από το νερό, το πνεύμα του Ιεχωβά* πήρε γρήγορα τον Φίλιππο μακριά, και ο ευνούχος δεν τον έβλεπε πια, αλλά συνέχισε τον δρόμο του χαρούμενος. 40 Ο Φίλιππος όμως βρέθηκε στην Άζωτο και, διαβαίνοντας την περιοχή, διακήρυττε τα καλά νέα σε όλες τις πόλεις, ώσπου έφτασε στην Καισάρεια.+
9 Αλλά ο Σαύλος, έχοντας ακόμη απειλητικές και δολοφονικές διαθέσεις εναντίον των μαθητών του Κυρίου,+ πήγε στον αρχιερέα 2 και του ζήτησε επιστολές προς τις συναγωγές της Δαμασκού για να φέρει δεμένους στην Ιερουσαλήμ όποιους έβρισκε να ανήκουν στην Οδό,+ άντρες και γυναίκες.
3 Καθώς λοιπόν ταξίδευε και πλησίαζε στη Δαμασκό, ξαφνικά άστραψε γύρω του ένα φως από τον ουρανό,+ 4 και αυτός έπεσε στο έδαφος και άκουσε μια φωνή να του λέει: «Σαούλ, Σαούλ, γιατί με διώκεις;» 5 Αυτός ρώτησε: «Ποιος είσαι, Κύριε;» Εκείνος είπε: «Είμαι ο Ιησούς,+ τον οποίο εσύ διώκεις.+ 6 Σήκω όμως και μπες στην πόλη, και εκεί θα σου πουν τι πρέπει να κάνεις». 7 Στο μεταξύ, οι συνταξιδιώτες του στέκονταν άλαλοι, ακούγοντας μεν τον ήχο κάποιας φωνής, μη βλέποντας όμως κανέναν.+ 8 Τότε ο Σαύλος σηκώθηκε από το έδαφος και, μολονότι τα μάτια του ήταν ανοιχτά, δεν έβλεπε τίποτα. Γι’ αυτό, τον πήραν από το χέρι και τον οδήγησαν στη Δαμασκό. 9 Και τρεις ημέρες δεν έβλεπε τίποτα,+ και ούτε έφαγε ούτε ήπιε.
10 Στη Δαμασκό υπήρχε κάποιος μαθητής που λεγόταν Ανανίας,+ και ο Κύριος του είπε σε όραμα: «Ανανία!» Αυτός απάντησε: «Ορίστε, Κύριε!» 11 Ο Κύριος του είπε: «Σήκω, πήγαινε στην οδό που ονομάζεται Ευθεία και αναζήτησε στο σπίτι του Ιούδα κάποιον Σαύλο από την Ταρσό.+ Διότι αυτός τώρα προσεύχεται, 12 και σε όραμα είδε έναν άντρα που λέγεται Ανανίας να μπαίνει μέσα και να θέτει πάνω του τα χέρια του για να ξαναβρεί την όρασή του».+ 13 Αλλά ο Ανανίας απάντησε: «Κύριε, έχω ακούσει από πολλούς για αυτόν τον άνθρωπο, για όλο το κακό που έκανε στους αγίους σου στην Ιερουσαλήμ. 14 Και εδώ έχει εξουσία από τους πρωθιερείς να συλλάβει* όλους όσους επικαλούνται το όνομά σου».+ 15 Ο Κύριος όμως του είπε: «Πήγαινε, επειδή αυτός είναι για εμένα σκεύος εκλεγμένο,+ ώστε να φέρει το όνομά μου στα έθνη,+ καθώς και σε βασιλιάδες+ και στους γιους του Ισραήλ. 16 Διότι θα του δείξω καθαρά όσα πρέπει να πάθει για το όνομά μου».+
17 Ο Ανανίας λοιπόν πήγε και μπήκε στο σπίτι και έθεσε πάνω του τα χέρια του και είπε: «Σαούλ, αδελφέ, ο Κύριος Ιησούς, ο οποίος σου εμφανίστηκε στον δρόμο, με έστειλε για να ξαναβρείς την όρασή σου και να γεμίσεις άγιο πνεύμα».+ 18 Και αμέσως κάτι σαν λέπια έπεσαν από τα μάτια του και ξαναβρήκε την όρασή του. Στη συνέχεια σηκώθηκε και βαφτίστηκε, 19 και έφαγε και πήρε δύναμη.
Έμεινε δε μερικές ημέρες με τους μαθητές στη Δαμασκό,+ 20 και αμέσως άρχισε να κηρύττει στις συναγωγές για τον Ιησού, ότι αυτός είναι ο Γιος του Θεού. 21 Αλλά όλοι όσοι τον άκουγαν έμεναν κατάπληκτοι και έλεγαν: «Αυτός δεν είναι που προσπαθούσε να αφανίσει στην Ιερουσαλήμ όσους επικαλούνται αυτό το όνομα;+ Και δεν ήρθε εδώ με σκοπό να τους συλλάβει και να τους πάει* στους πρωθιερείς;»+ 22 Ο Σαύλος όμως αποκτούσε όλο και περισσότερη δύναμη και άφηνε άναυδους τους Ιουδαίους της Δαμασκού καθώς αποδείκνυε λογικά ότι ο Ιησούς είναι ο Χριστός.+
23 Αφού πέρασαν πολλές ημέρες, οι Ιουδαίοι συνωμότησαν να τον σκοτώσουν.+ 24 Ωστόσο, ο Σαύλος έμαθε για την πλεκτάνη τους. Αυτοί παρακολουθούσαν και τις πύλες, ημέρα και νύχτα, για να τον σκοτώσουν. 25 Γι’ αυτό, οι μαθητές του τον πήραν τη νύχτα και τον κατέβασαν από ένα άνοιγμα στο τείχος μέσα σε ένα καλάθι.+
26 Όταν έφτασε στην Ιερουσαλήμ,+ κατέβαλλε προσπάθειες να συνδεθεί με τους μαθητές, όλοι όμως τον φοβούνταν, επειδή δεν πίστευαν ότι είναι μαθητής. 27 Γι’ αυτό, ο Βαρνάβας+ πρόστρεξε σε βοήθειά του και τον οδήγησε στους αποστόλους, και αυτός τους διηγήθηκε ότι είχε δει στον δρόμο τον Κύριο+ και εκείνος του είχε μιλήσει, και ότι στη Δαμασκό είχε μιλήσει με τόλμη στο όνομα του Ιησού.+ 28 Παρέμενε λοιπόν μαζί τους, κινούμενος ελεύθερα* στην Ιερουσαλήμ, μιλώντας με τόλμη στο όνομα του Κυρίου. 29 Συζητούσε και ερχόταν σε αντιπαράθεση με τους ελληνόφωνους Ιουδαίους, αλλά εκείνοι έκαναν απόπειρες να τον σκοτώσουν.+ 30 Όταν το έμαθαν οι αδελφοί, τον κατέβασαν στην Καισάρεια και τον έστειλαν στην Ταρσό.+
31 Τότε λοιπόν, η εκκλησία σε όλη την Ιουδαία και τη Γαλιλαία και τη Σαμάρεια+ μπήκε σε περίοδο ειρήνης, ενώ παράλληλα εποικοδομούνταν· και καθώς περπατούσε στον φόβο του Ιεχωβά* και στην παρηγοριά του αγίου πνεύματος,+ συνεχώς πλήθαινε.
32 Καθώς δε ο Πέτρος περιόδευε όλη την περιοχή, κατέβηκε και στους αγίους που ζούσαν στη Λύδδα.+ 33 Εκεί βρήκε κάποιον ονόματι Αινέα, ο οποίος ήταν κατάκοιτος επί οχτώ χρόνια, επειδή ήταν παράλυτος. 34 Ο Πέτρος τού είπε: «Αινέα, ο Ιησούς Χριστός σε γιατρεύει.+ Σήκω και στρώσε το κρεβάτι σου».+ Και αυτός σηκώθηκε αμέσως. 35 Όταν τον είδαν όλοι όσοι ζούσαν στη Λύδδα και στην Πεδιάδα του Σαρών, στράφηκαν στον Κύριο.
36 Στην Ιόππη υπήρχε κάποια μαθήτρια με το όνομα Ταβιθά, το οποίο μεταφράζεται «Δορκάς».* Αυτή έκανε πολλά καλά έργα και δώρα ελέους.* 37 Αλλά εκείνες τις ημέρες αρρώστησε και πέθανε. Την έπλυναν λοιπόν και την έβαλαν σε ένα ανώγειο. 38 Επειδή η Λύδδα ήταν κοντά στην Ιόππη, όταν οι μαθητές άκουσαν ότι ο Πέτρος βρισκόταν σε εκείνη την πόλη, του έστειλαν δύο άντρες να του πουν: «Σε παρακαλούμε, έλα σε εμάς χωρίς καθυστέρηση». 39 Τότε ο Πέτρος σηκώθηκε και πήγε μαζί τους. Όταν έφτασε, τον οδήγησαν στο ανώγειο· και όλες οι χήρες ήρθαν μπροστά του κλαίγοντας και δείχνοντας πολλά εσωτερικά και εξωτερικά ρούχα που είχε φτιάξει η Δορκάς όσον καιρό ήταν μαζί τους. 40 Κατόπιν ο Πέτρος τούς έβγαλε όλους έξω+ και γονατίζοντας προσευχήθηκε. Έπειτα, γυρίζοντας προς το σώμα, είπε: «Ταβιθά, σήκω!» Εκείνη άνοιξε τα μάτια της και, μόλις είδε τον Πέτρο, ανακάθισε.+ 41 Αυτός της έδωσε το χέρι του, τη σήκωσε και φώναξε τους αγίους και τις χήρες και την παρουσίασε ζωντανή.+ 42 Το γεγονός έγινε γνωστό σε όλη την Ιόππη, και πολλοί πίστεψαν στον Κύριο.+ 43 Και ο Πέτρος έμεινε αρκετές ημέρες στην Ιόππη σε κάποιον βυρσοδέψη που λεγόταν Σίμων.+
10 Στην Καισάρεια υπήρχε κάποιος ονόματι Κορνήλιος, ένας εκατόνταρχος* που υπηρετούσε στην αποκαλούμενη ιταλική μονάδα.* 2 Αυτός ήταν ευλαβής άνθρωπος που φοβόταν τον Θεό μαζί με όλο το σπιτικό του και έκανε πολλά δώρα ελέους* στον λαό και ανέπεμπε συνεχώς δεήσεις στον Θεό. 3 Περίπου την ένατη ώρα+ της ημέρας,* είδε καθαρά σε όραμα έναν άγγελο του Θεού να μπαίνει εκεί όπου ήταν και να λέει: «Κορνήλιε!» 4 Ο Κορνήλιος τον κοίταξε έντρομος και ρώτησε: «Τι είναι, Κύριε;» Εκείνος του είπε: «Οι προσευχές και τα δώρα του ελέους σου ανέβηκαν ως ενθύμηση ενώπιον του Θεού.+ 5 Τώρα λοιπόν, στείλε άντρες στην Ιόππη και κάλεσε τον Σίμωνα που επονομάζεται Πέτρος. 6 Αυτός φιλοξενείται από κάποιον Σίμωνα, έναν βυρσοδέψη ο οποίος έχει σπίτι κοντά στη θάλασσα». 7 Μόλις έφυγε ο άγγελος που του μίλησε, εκείνος φώναξε δύο υπηρέτες του και έναν ευλαβή στρατιώτη που ήταν στην υπηρεσία του 8 και, αφού τους αφηγήθηκε τα πάντα, τους έστειλε στην Ιόππη.
9 Την επόμενη ημέρα, καθώς εκείνοι συνέχιζαν το ταξίδι τους και πλησίαζαν στην πόλη, ο Πέτρος ανέβηκε στην ταράτσα, γύρω στην έκτη ώρα,* για να προσευχηθεί. 10 Πείνασε πολύ όμως και ήθελε να φάει. Ενώ ετοίμαζαν το φαγητό, ήρθε σε έκσταση+ 11 και είδε τον ουρανό ανοιγμένο και κάτι* σαν μεγάλο λινό σεντόνι να χαμηλώνει και να κατεβαίνει πάνω στη γη, πιασμένο από τις τέσσερις άκρες του· 12 και μέσα σε αυτό υπήρχαν κάθε είδους τετράποδα και ερπετά της γης και πουλιά του ουρανού. 13 Τότε μια φωνή τού είπε: «Σήκω, Πέτρο, σφάξε και φάε!» 14 Αλλά ο Πέτρος είπε: «Αποκλείεται, Κύριε, επειδή ποτέ δεν έχω φάει κάτι μολυσμένο και ακάθαρτο».+ 15 Και η φωνή τού είπε πάλι, δεύτερη φορά: «Μην αποκαλείς μολυσμένα αυτά που ο Θεός καθάρισε». 16 Το ίδιο συνέβη και τρίτη φορά, και αμέσως αυτό* αναλήφθηκε στον ουρανό.
17 Ενώ ο Πέτρος απορούσε ακόμη για τη σημασία του οράματος που είχε δει, οι απεσταλμένοι του Κορνήλιου ρώτησαν πού ήταν το σπίτι του Σίμωνα και στάθηκαν εκεί, στην πύλη.+ 18 Και φώναξαν και ρώτησαν αν φιλοξενούνταν εκεί ο Σίμων που επονομαζόταν Πέτρος. 19 Καθώς ο Πέτρος συλλογιζόταν ακόμη το όραμα, το πνεύμα+ είπε: «Σε ζητούν τρεις άντρες. 20 Σήκω λοιπόν, κατέβα κάτω και πήγαινε μαζί τους, χωρίς να διστάζεις καθόλου, επειδή εγώ τους έχω στείλει». 21 Τότε ο Πέτρος κατέβηκε κάτω στους άντρες και είπε: «Εγώ είμαι αυτός που ψάχνετε. Τι θέλετε;» 22 Εκείνοι είπαν: «Ο Κορνήλιος,+ ένας εκατόνταρχος, δίκαιος και θεοφοβούμενος άνθρωπος με καλή φήμη σε όλο το έθνος των Ιουδαίων, πήρε θεϊκές οδηγίες από έναν άγιο άγγελο να σε καλέσει στο σπίτι του και να ακούσει τι έχεις να πεις». 23 Τους προσκάλεσε λοιπόν μέσα και τους φιλοξένησε.
Την επόμενη ημέρα σηκώθηκε και έφυγε μαζί τους, και τον συνόδευσαν μερικοί αδελφοί από την Ιόππη. 24 Την άλλη ημέρα μπήκε στην Καισάρεια. Ο Κορνήλιος, φυσικά, τους περίμενε και είχε καλέσει τους συγγενείς και τους στενούς του φίλους. 25 Όταν μπήκε ο Πέτρος, ο Κορνήλιος τον προϋπάντησε, έπεσε στα πόδια του και τον προσκύνησε. 26 Αλλά ο Πέτρος τον σήκωσε, λέγοντας: «Σήκω· και εγώ άνθρωπος είμαι».+ 27 Καθώς συνομιλούσε με αυτόν, μπήκε μέσα και βρήκε πολύ κόσμο συγκεντρωμένο. 28 Και τους είπε: «Ξέρετε καλά ότι για έναν Ιουδαίο είναι εντελώς παράνομο να συναναστρέφεται ή να πλησιάζει αλλοεθνή·+ και όμως ο Θεός μού έδειξε ότι δεν πρέπει να αποκαλώ κανέναν άνθρωπο μολυσμένο ή ακάθαρτο.+ 29 Γι’ αυτό και ήρθα χωρίς αντίρρηση όταν με καλέσατε. Πείτε μου λοιπόν γιατί με καλέσατε».
30 Τότε ο Κορνήλιος είπε: «Πριν από τέσσερις ημέρες, μετρώντας από αυτή την ώρα, προσευχόμουν στο σπίτι μου την ένατη ώρα.* Εκείνη ακριβώς τη στιγμή ένας άντρας με λαμπερά ρούχα στάθηκε μπροστά μου 31 και είπε: “Κορνήλιε, ο Θεός εισάκουσε την προσευχή σου και θυμάται τα δώρα του ελέους σου. 32 Στείλε λοιπόν στην Ιόππη και κάλεσε τον Σίμωνα που επονομάζεται Πέτρος. Αυτός φιλοξενείται στο σπίτι του Σίμωνα, ενός βυρσοδέψη, κοντά στη θάλασσα”.+ 33 Γι’ αυτό, έστειλα αμέσως και σε κάλεσα, και έκανες καλά που ήρθες. Τώρα λοιπόν είμαστε όλοι παρόντες ενώπιον του Θεού για να ακούσουμε όλα όσα σε πρόσταξε ο Ιεχωβά* να πεις».
34 Τότε ο Πέτρος άρχισε να μιλάει και είπε: «Τώρα καταλαβαίνω πραγματικά ότι ο Θεός δεν είναι προσωπολήπτης,+ 35 αλλά σε κάθε έθνος όποιος τον φοβάται και κάνει το σωστό είναι ευπρόσδεκτος σε αυτόν.+ 36 Εκείνος έστειλε τον λόγο στους γιους του Ισραήλ για να τους διακηρύξει τα καλά νέα της ειρήνης+ μέσω του Ιησού Χριστού—αυτός είναι Κύριος των πάντων.+ 37 Εσείς ξέρετε για ποιο θέμα συζητούσαν σε όλη την Ιουδαία, αρχίζοντας από τη Γαλιλαία+ μετά το βάφτισμα που κήρυξε ο Ιωάννης: 38 συζητούσαν σχετικά με τον Ιησού από τη Ναζαρέτ, ότι ο Θεός τον έχρισε με άγιο πνεύμα+ και δύναμη, και αυτός διάβηκε τη χώρα κάνοντας το καλό και γιατρεύοντας όλους όσους καταδυναστεύονταν από τον Διάβολο,+ επειδή ο Θεός ήταν μαζί του.+ 39 Και εμείς είμαστε μάρτυρες όλων όσων έκανε στη χώρα των Ιουδαίων και στην Ιερουσαλήμ· αλλά τον σκότωσαν κρεμώντας τον στο ξύλο.* 40 Ο Θεός όμως τον ανέστησε την τρίτη ημέρα+ και του επέτρεψε να φανερωθεί,* 41 όχι σε όλο τον λαό, αλλά σε μάρτυρες διορισμένους εκ των προτέρων από τον Θεό, σε εμάς, που φάγαμε και ήπιαμε μαζί του μετά την ανάστασή του από τους νεκρούς.+ 42 Επίσης, μας πρόσταξε να κηρύξουμε στον λαό και να δώσουμε πλήρη μαρτυρία+ ότι εκείνον όρισε ο Θεός κριτή ζωντανών και νεκρών.+ 43 Για αυτόν δίνουν μαρτυρία όλοι οι προφήτες,+ ότι όποιος πιστεύει σε αυτόν λαβαίνει συγχώρηση αμαρτιών μέσω του ονόματός του».+
44 Ενώ ο Πέτρος μιλούσε ακόμη για αυτά τα ζητήματα, το άγιο πνεύμα ήρθε πάνω σε όλους όσους άκουγαν τον λόγο.+ 45 Και οι περιτμημένοι πιστοί που είχαν έρθει με τον Πέτρο έμειναν κατάπληκτοι, επειδή η δωρεά του αγίου πνεύματος εκχεόταν και πάνω σε εθνικούς. 46 Διότι τους άκουγαν να μιλούν ξένες γλώσσες και να μεγαλύνουν τον Θεό.+ Κατόπιν ο Πέτρος αποκρίθηκε: 47 «Μπορεί κανείς να τους εμποδίσει να βαφτιστούν στο νερό,+ εφόσον και αυτοί έλαβαν το άγιο πνεύμα όπως εμείς;» 48 Τότε τους έδωσε εντολή να βαφτιστούν στο όνομα του Ιησού Χριστού.+ Κατόπιν του ζήτησαν να μείνει μερικές ημέρες.
11 Οι δε απόστολοι και οι αδελφοί στην Ιουδαία άκουσαν ότι και εθνικοί είχαν δεχτεί τον λόγο του Θεού. 2 Όταν λοιπόν ο Πέτρος ανέβηκε στην Ιερουσαλήμ, οι υποστηρικτές της περιτομής+ άρχισαν να τον επικρίνουν,* 3 λέγοντας: «Μπήκες στο σπίτι απερίτμητων αντρών και έφαγες μαζί τους». 4 Τότε ο Πέτρος άρχισε να τους εξηγεί το ζήτημα λεπτομερώς, λέγοντας:
5 «Ήμουν στην πόλη Ιόππη και προσευχόμουν, και ενώ βρισκόμουν σε έκσταση, είδα ένα όραμα: κάτι* σαν μεγάλο λινό σεντόνι να χαμηλώνει και να κατεβαίνει από τον ουρανό, πιασμένο από τις τέσσερις άκρες του, και ήρθε κατευθείαν σε εμένα.+ 6 Κοιτάζοντας προσεκτικά τι είχε μέσα, παρατήρησα τετράποδα της γης, θηρία, ερπετά και πουλιά του ουρανού. 7 Επίσης, άκουσα μια φωνή να μου λέει: “Σήκω, Πέτρο, σφάξε και φάε!” 8 Αλλά εγώ είπα: “Αποκλείεται, Κύριε, επειδή δεν έχω βάλει ποτέ στο στόμα μου μολυσμένο ή ακάθαρτο πράγμα”. 9 Δεύτερη φορά η φωνή από τον ουρανό αποκρίθηκε: “Μην αποκαλείς μολυσμένα αυτά που ο Θεός καθάρισε”. 10 Το ίδιο συνέβη και τρίτη φορά, και όλα πάρθηκαν πάλι στον ουρανό. 11 Και εκείνη τη στιγμή, τρεις άντρες ήρθαν στο σπίτι στο οποίο μέναμε, σταλμένοι σε εμένα από την Καισάρεια.+ 12 Τότε το πνεύμα μού είπε να πάω μαζί τους χωρίς να διστάζω καθόλου. Με συνόδευσαν δε και αυτοί οι έξι αδελφοί, και μπήκαμε στο σπίτι εκείνου του άντρα.
13 »Αυτός μας ανέφερε ότι είδε έναν άγγελο, ο οποίος στάθηκε στο σπίτι του και είπε: “Στείλε άντρες στην Ιόππη και κάλεσε τον Σίμωνα που επονομάζεται Πέτρος,+ 14 και αυτός θα σου πει πώς μπορείς να σωθείς εσύ και όλο το σπιτικό σου”. 15 Αλλά όταν άρχισα να μιλώ, το άγιο πνεύμα ήρθε πάνω σε αυτούς όπως ήρθε και πάνω σε εμάς στην αρχή.+ 16 Τότε θυμήθηκα ότι ο Κύριος έλεγε: “Ο Ιωάννης βάφτισε με νερό,+ αλλά εσείς θα βαφτιστείτε με άγιο πνεύμα”.+ 17 Αν λοιπόν ο Θεός έδωσε σε αυτούς την ίδια δωρεά την οποία έδωσε σε εμάς που έχουμε πιστέψει στον Κύριο Ιησού Χριστό, ποιος ήμουν εγώ που θα μπορούσα να εμποδίσω τον Θεό;»*+
18 Όταν τα άκουσαν αυτά, έπαψαν να φέρνουν αντιρρήσεις* και δόξασαν τον Θεό, λέγοντας: «Ώστε λοιπόν, ο Θεός έδωσε και σε εθνικούς τη δυνατότητα να μετανοήσουν και να λάβουν ζωή».+
19 Στο μεταξύ, εκείνοι που είχαν διασκορπιστεί+ από τη θλίψη η οποία έγινε εξαιτίας του Στεφάνου έφτασαν ως τη Φοινίκη, την Κύπρο και την Αντιόχεια, αλλά ανάγγελλαν τον λόγο μόνο στους Ιουδαίους.+ 20 Ωστόσο, μερικοί από αυτούς, οι οποίοι ήταν από την Κύπρο και την Κυρήνη, ήρθαν στην Αντιόχεια και άρχισαν να μιλούν στους ελληνόφωνους, διακηρύττοντας τα καλά νέα για τον Κύριο Ιησού. 21 Και το χέρι του Ιεχωβά* ήταν μαζί τους, και πολλοί άνθρωποι πίστεψαν και στράφηκαν στον Κύριο.+
22 Η είδηση για αυτούς έφτασε στην εκκλησία της Ιερουσαλήμ, και έστειλαν τον Βαρνάβα+ ως την Αντιόχεια. 23 Όταν εκείνος έφτασε και είδε την παρ’ αξίαν καλοσύνη του Θεού, χάρηκε και άρχισε να τους προτρέπει όλους να παραμείνουν στον Κύριο με ολόκαρδη αποφασιστικότητα·+ 24 διότι ήταν άντρας αγαθός και γεμάτος άγιο πνεύμα και πίστη. Και αρκετά μεγάλο πλήθος προστέθηκε στον Κύριο.+ 25 Εκείνος λοιπόν πήγε στην Ταρσό για να αναζητήσει τον Σαύλο.+ 26 Αφού τον βρήκε, τον έφερε στην Αντιόχεια. Και επί έναν ολόκληρο χρόνο συναθροίζονταν μαζί τους στην εκκλησία και δίδασκαν πολλούς, και στην Αντιόχεια ήταν που για πρώτη φορά οι μαθητές ονομάστηκαν με θεϊκή πρόνοια Χριστιανοί.+
27 Εκείνες τις ημέρες κατέβηκαν στην Αντιόχεια προφήτες+ από την Ιερουσαλήμ. 28 Ένας από αυτούς, που λεγόταν Άγαβος,+ σηκώθηκε και προείπε μέσω του πνεύματος ότι επρόκειτο να πέσει μεγάλη πείνα σε ολόκληρη την κατοικημένη γη,*+ όπως και έγινε τον καιρό του Κλαύδιου. 29 Γι’ αυτό οι μαθητές αποφάσισαν, ο καθένας σύμφωνα με τις δυνατότητές του,+ να στείλουν βοήθεια*+ στους αδελφούς της Ιουδαίας· 30 έτσι και έκαναν, στέλνοντάς την στους πρεσβυτέρους μέσω του Βαρνάβα και του Σαύλου.+
12 Περίπου τότε, ο Ηρώδης ο βασιλιάς άρχισε να κακομεταχειρίζεται ορισμένα μέλη της εκκλησίας.+ 2 Σκότωσε μάλιστα τον Ιάκωβο, τον αδελφό του Ιωάννη,+ με σπαθί.+ 3 Όταν είδε ότι αυτό άρεσε στους Ιουδαίους, συνέλαβε και τον Πέτρο. (Αυτό συνέβη κατά τις ημέρες των Άζυμων Άρτων.)+ 4 Τον έπιασε και τον έβαλε στη φυλακή,+ παραδίδοντάς τον σε τέσσερις βάρδιες των τεσσάρων στρατιωτών η καθεμιά για να τον φρουρούν, επειδή σκόπευε να τον παρουσιάσει* μπροστά στον λαό μετά το Πάσχα. 5 Ο Πέτρος λοιπόν κρατούνταν στη φυλακή, αλλά η εκκλησία προσευχόταν ένθερμα στον Θεό για αυτόν.+
6 Τη νύχτα προτού ο Ηρώδης παρουσιάσει τον Πέτρο, εκείνος κοιμόταν δεμένος με δύο αλυσίδες ανάμεσα σε δύο στρατιώτες, ενώ μπροστά στην πόρτα φρουροί φύλαγαν τη φυλακή. 7 Αλλά ξαφνικά, άγγελος του Ιεχωβά* στάθηκε εκεί,+ και ένα φως έλαμψε στο κελί της φυλακής. Αυτός, χτυπώντας τον Πέτρο στο πλευρό, τον ξύπνησε λέγοντας: «Σήκω γρήγορα!» Και οι αλυσίδες έπεσαν από τα χέρια του.+ 8 Ο άγγελος του είπε: «Ντύσου* και βάλε τα σανδάλια σου». Εκείνος το έκανε. Τελικά του είπε: «Φόρεσε το εξωτερικό σου ρούχο και ακολούθα με». 9 Και εκείνος βγήκε έξω και τον ακολουθούσε, αλλά δεν ήξερε ότι αυτό που συνέβαινε μέσω του αγγέλου ήταν πραγματικό. Μάλιστα νόμιζε ότι έβλεπε όραμα. 10 Περνώντας από την πρώτη φρουρά και τη δεύτερη, έφτασαν στη σιδερένια πύλη που οδηγούσε στην πόλη, και αυτή άνοιξε από μόνη της. Αφού βγήκαν, πέρασαν έναν δρόμο, και αμέσως ο άγγελος έφυγε. 11 Και ο Πέτρος, συνειδητοποιώντας τι συνέβαινε, είπε: «Τώρα είμαι βέβαιος ότι ο Ιεχωβά* έστειλε τον άγγελό του και με έσωσε από το χέρι του Ηρώδη και από όλα όσα προσδοκούσαν οι Ιουδαίοι».+
12 Αφού το συνειδητοποίησε αυτό, πήγε στο σπίτι της Μαρίας, της μητέρας του Ιωάννη ο οποίος αποκαλούνταν Μάρκος,+ όπου αρκετοί ήταν συναθροισμένοι και προσεύχονταν. 13 Όταν χτύπησε την πόρτα της εισόδου, μια νεαρή υπηρέτρια που λεγόταν Ρόδη πήγε να δει ποιος είναι. 14 Μόλις αναγνώρισε τη φωνή του Πέτρου, χάρηκε τόσο πολύ ώστε δεν άνοιξε την πύλη αλλά έτρεξε μέσα και είπε ότι ο Πέτρος στεκόταν στην είσοδο. 15 Εκείνοι της είπαν: «Είσαι τρελή». Αυτή όμως επέμενε. Τότε εκείνοι άρχισαν να λένε: «Είναι ο άγγελός του». 16 Στο μεταξύ, ο Πέτρος στεκόταν εκεί και χτυπούσε. Όταν άνοιξαν την πόρτα, τον είδαν και έμειναν κατάπληκτοι. 17 Αλλά αφού τους έκανε νόημα με το χέρι του να σωπάσουν, τους διηγήθηκε πώς ο Ιεχωβά* τον είχε βγάλει από τη φυλακή και είπε: «Πείτε τα όλα αυτά στον Ιάκωβο+ και στους αδελφούς». Κατόπιν βγήκε έξω και ταξίδεψε αλλού.
18 Όταν λοιπόν ξημέρωσε, προκλήθηκε μεγάλη αναστάτωση μεταξύ των στρατιωτών για το τι είχε γίνει ο Πέτρος. 19 Ο Ηρώδης, αφού έκανε επιμελή έρευνα για αυτόν και δεν τον βρήκε, ανέκρινε τους φρουρούς και διέταξε να τους πάρουν για τιμωρία·+ και εκείνος κατέβηκε από την Ιουδαία στην Καισάρεια και έμεινε λίγο καιρό εκεί.
20 Ήταν δε οργισμένος* με τον λαό της Τύρου και της Σιδώνας. Γι’ αυτό, εκείνοι ήρθαν σύσσωμοι σε αυτόν και, αφού έπεισαν τον Βλάστο, που ήταν υπεύθυνος για το σπιτικό του βασιλιά,* ζητούσαν ειρήνη, επειδή η χώρα τους εφοδιαζόταν με τρόφιμα από τη χώρα του βασιλιά. 21 Μια καθορισμένη ημέρα, ο Ηρώδης φόρεσε βασιλική στολή, κάθισε στη δικαστική έδρα και άρχισε να τους βγάζει λόγο. 22 Τότε ο λαός που ήταν συναγμένος άρχισε να φωνάζει: «Φωνή θεού και όχι ανθρώπου!» 23 Αμέσως ο άγγελος του Ιεχωβά* τον έπληξε με μια αρρώστια, επειδή δεν έδωσε τη δόξα στον Θεό, και τον έφαγαν τα σκουλήκια και πέθανε.
24 Αλλά ο λόγος του Ιεχωβά* συνέχισε να αυξάνει και να διαδίδεται.+
25 Όσο για τον Βαρνάβα+ και τον Σαύλο, αφού ολοκλήρωσαν το έργο παροχής βοήθειας στην Ιερουσαλήμ,+ επέστρεψαν και πήραν μαζί τους τον Ιωάννη+ ο οποίος αποκαλούνταν επίσης Μάρκος.
13 Στην εκκλησία της Αντιόχειας υπήρχαν προφήτες και δάσκαλοι:+ ο Βαρνάβας, ο Συμεών που αποκαλούνταν Νίγερ, ο Λούκιος από την Κυρήνη, ο Μαναήν που είχε λάβει εκπαίδευση μαζί με τον Ηρώδη, τον περιφερειακό διοικητή, και ο Σαύλος. 2 Καθώς αυτοί πρόσφεραν υπηρεσία* στον Ιεχωβά* και νήστευαν, το άγιο πνεύμα είπε: «Ξεχωρίστε μου τον Βαρνάβα και τον Σαύλο+ για το έργο για το οποίο τους έχω καλέσει».+ 3 Τότε, αφού νήστεψαν και προσευχήθηκαν, έθεσαν τα χέρια τους πάνω τους και τους άφησαν να φύγουν.
4 Αυτοί λοιπόν, σταλμένοι από το άγιο πνεύμα, κατέβηκαν στη Σελεύκεια και από εκεί απέπλευσαν για την Κύπρο. 5 Όταν έφτασαν στη Σαλαμίνα, άρχισαν να διαγγέλλουν τον λόγο του Θεού στις συναγωγές των Ιουδαίων. Είχαν και τον Ιωάννη ως βοηθό.*+
6 Αφού διέσχισαν όλο το νησί ως την Πάφο, συνάντησαν έναν Ιουδαίο που λεγόταν Βαρ-Ιησούς και ήταν μάγος και ψευδοπροφήτης. 7 Αυτός ήταν μαζί με τον ανθύπατο* Σέργιο Παύλο, έναν ευφυή άνθρωπο. Εκείνος κάλεσε τον Βαρνάβα και τον Σαύλο και ήθελε πολύ να ακούσει τον λόγο του Θεού. 8 Αλλά ο Ελύμας ο μάγος (επειδή έτσι μεταφράζεται το όνομά του) άρχισε να τους εναντιώνεται, προσπαθώντας να απομακρύνει τον ανθύπατο από την πίστη. 9 Τότε ο Σαύλος, που λέγεται και Παύλος, γέμισε άγιο πνεύμα, κάρφωσε το βλέμμα πάνω του 10 και είπε: «Απατεώνα και ραδιούργε του χειρίστου είδους, γιε του Διαβόλου,+ εχθρέ κάθε δίκαιου πράγματος, δεν θα πάψεις να διαστρέφεις τις ορθές οδούς του Ιεχωβά;* 11 Ορίστε! Το χέρι του Ιεχωβά* είναι πάνω σου, και θα είσαι τυφλός και για κάποιο διάστημα δεν θα βλέπεις το φως του ήλιου». Αμέσως έπεσε πάνω του πυκνή ομίχλη και σκοτάδι, και τριγύριζε αναζητώντας κάποιον να τον οδηγήσει από το χέρι. 12 Τότε ο ανθύπατος, όταν είδε τι είχε συμβεί, πίστεψε, επειδή έμεινε έκπληκτος από τη διδασκαλία του Ιεχωβά.*
13 Στη συνέχεια, ο Παύλος και οι σύντροφοί του απέπλευσαν από την Πάφο και έφτασαν στην Πέργη της Παμφυλίας. Ο Ιωάννης+ όμως τους άφησε και επέστρεψε στην Ιερουσαλήμ.+ 14 Αλλά αυτοί έφυγαν από την Πέργη και έφτασαν στην Αντιόχεια της Πισιδίας. Και την ημέρα του Σαββάτου, μπήκαν στη συναγωγή+ και κάθισαν. 15 Έπειτα από τη δημόσια ανάγνωση του Νόμου+ και των Προφητών, οι αρχισυνάγωγοι έστειλαν και τους είπαν: «Άντρες αδελφοί, αν έχετε να πείτε κάτι ενθαρρυντικό για τον λαό, πείτε το». 16 Ο Παύλος λοιπόν σηκώθηκε και, κάνοντας νόημα με το χέρι του, είπε:
«Άντρες Ισραηλίτες και εσείς οι άλλοι που φοβάστε τον Θεό, ακούστε. 17 Ο Θεός αυτού του λαού, του Ισραήλ, επέλεξε τους προπάτορές μας και εξύψωσε τον λαό ενόσω ζούσαν ως ξένοι στη γη της Αιγύπτου και τους έβγαλε από αυτήν με υψωμένο βραχίονα.*+ 18 Και επί 40 περίπου χρόνια, τους ανέχτηκε στην έρημο.+ 19 Αφού κατέστρεψε εφτά έθνη στη γη Χαναάν, τους έδωσε τη γη τους ως κληρονομιά.+ 20 Όλα αυτά συνέβησαν μέσα σε 450 περίπου χρόνια.
»Έπειτα τους έδωσε κριτές μέχρι τον Σαμουήλ τον προφήτη.+ 21 Αλλά μετά απαίτησαν βασιλιά,+ και ο Θεός τούς έδωσε τον Σαούλ, τον γιο του Κεις, από τη φυλή του Βενιαμίν,+ επί 40 χρόνια. 22 Αφού τον απομάκρυνε, ανέδειξε βασιλιά τους τον Δαβίδ,+ σχετικά με τον οποίο δήλωσε: “Βρήκα τον Δαβίδ, τον γιο του Ιεσσαί,+ άντρα σε αρμονία με την καρδιά μου·+ αυτός θα κάνει όλα όσα επιθυμώ”. 23 Σύμφωνα με την υπόσχεσή του, από τους απογόνους* αυτού του ανθρώπου, ο Θεός έφερε στον Ισραήλ έναν σωτήρα, τον Ιησού.+ 24 Πριν από τον ερχομό εκείνου, ο Ιωάννης είχε κηρύξει δημόσια σε όλο τον λαό του Ισραήλ βάφτισμα που συμβόλιζε μετάνοια.+ 25 Αλλά καθώς ο Ιωάννης τελείωνε την πορεία του, έλεγε: “Τι νομίζετε ότι είμαι; Δεν είμαι εγώ εκείνος. Αλλά δείτε! Πίσω από εμένα έρχεται κάποιος, του οποίου εγώ δεν είμαι άξιος ούτε να λύσω τα σανδάλια των ποδιών του”.+
26 »Άντρες αδελφοί, εσείς οι απόγονοι της οικογένειας του Αβραάμ και οι άλλοι μεταξύ σας που φοβούνται τον Θεό, ο λόγος αυτής της σωτηρίας στάλθηκε σε εμάς.+ 27 Διότι οι κάτοικοι της Ιερουσαλήμ και οι άρχοντές τους δεν τον αναγνώρισαν αυτόν αλλά, όταν τον δίκασαν, εκπλήρωσαν όσα είπαν οι Προφήτες,+ τα οποία διαβάζονται μεγαλόφωνα κάθε σάββατο. 28 Μολονότι δεν βρήκαν καμιά αιτία θανάτου,+ απαίτησαν από τον Πιλάτο να διατάξει την εκτέλεσή του.+ 29 Και αφού επιτέλεσαν όλα όσα ήταν γραμμένα σχετικά με αυτόν, τον κατέβασαν από το ξύλο* και τον έβαλαν σε ένα μνήμα.+ 30 Αλλά ο Θεός τον ανέστησε από τους νεκρούς,+ 31 και επί πολλές ημέρες αυτός εμφανιζόταν σε εκείνους που είχαν ανεβεί μαζί του από τη Γαλιλαία στην Ιερουσαλήμ. Αυτοί είναι τώρα μάρτυρές του στον λαό.+
32 »Σας διακηρύττουμε λοιπόν τα καλά νέα σχετικά με την υπόσχεση που δόθηκε στους προπάτορες. 33 Ο Θεός την έχει εκπληρώσει στο ακέραιο σε εμάς, τα παιδιά τους, ανασταίνοντας τον Ιησού·+ όπως είναι γραμμένο στον δεύτερο ψαλμό: “Γιος μου είσαι εσύ· σήμερα εγώ έγινα πατέρας σου”.+ 34 Και το γεγονός ότι ο Θεός τον ανέστησε από τους νεκρούς ώστε να μην επιστρέψει ποτέ σε φθορά το έχει δηλώσει ως εξής: “Θα σας δώσω τις εκδηλώσεις της όσιας αγάπης που υποσχέθηκα στον Δαβίδ, οι οποίες είναι πιστές”.*+ 35 Γι’ αυτό λέει και σε έναν άλλον ψαλμό: “Δεν θα επιτρέψεις να υποστεί ο όσιός σου φθορά”.+ 36 Ο Δαβίδ μεν απέδωσε υπηρεσία στον Θεό* στη δική του γενιά, κοιμήθηκε τον ύπνο του θανάτου, θάφτηκε μαζί με τους προπάτορές του και όντως υπέστη φθορά.+ 37 Αυτός, όμως, τον οποίο ανέστησε ο Θεός δεν υπέστη φθορά.+
38 »Να ξέρετε λοιπόν, αδελφοί, ότι μέσω αυτού σας διαγγέλλεται συγχώρηση αμαρτιών,+ 39 και ότι όποιος πιστεύει ανακηρύσσεται μέσω αυτού δίκαιος* για όλα αυτά για τα οποία δεν μπορέσατε να ανακηρυχτείτε δίκαιοι* μέσω του Νόμου του Μωυσή.+ 40 Γι’ αυτό, προσέξτε να μην έρθει πάνω σας αυτό που λέγεται στους Προφήτες: 41 “Κοιτάξτε το, καταφρονητές, και μείνετε έκπληκτοι και αφανιστείτε, επειδή εγώ κάνω ένα έργο στις ημέρες σας, έργο που δεν θα πιστέψετε ποτέ, ακόμη και αν κάποιος σας το αφηγηθεί λεπτομερώς”».+
42 Και καθώς αυτοί έβγαιναν έξω, οι άνθρωποι τους παρακαλούσαν να μιλήσουν για αυτά τα ζητήματα το επόμενο Σάββατο. 43 Γι’ αυτό, αφού διαλύθηκε η σύναξη, πολλοί Ιουδαίοι και προσήλυτοι που λάτρευαν τον Θεό ακολούθησαν τον Παύλο και τον Βαρνάβα οι οποίοι, καθώς τους μιλούσαν, τους παρότρυναν να παραμείνουν στην παρ’ αξίαν καλοσύνη του Θεού.+
44 Το επόμενο Σάββατο, όλη σχεδόν η πόλη συγκεντρώθηκε για να ακούσει τον λόγο του Ιεχωβά.* 45 Όταν οι Ιουδαίοι είδαν τα πλήθη, γέμισαν ζήλια, και βλασφημώντας έφερναν αντιρρήσεις σε όσα έλεγε ο Παύλος.+ 46 Τότε ο Παύλος και ο Βαρνάβας τούς είπαν με τόλμη: «Ήταν αναγκαίο να αναγγελθεί πρώτα σε εσάς ο λόγος του Θεού.+ Αφού εσείς τον απορρίπτετε και δεν κρίνετε τον εαυτό σας άξιο αιώνιας ζωής, στρεφόμαστε στα έθνη.+ 47 Διότι ο Ιεχωβά* μάς έχει προστάξει: “Σε διόρισα φως των εθνών για να είσαι σωτηρία μέχρι τα πέρατα της γης”».+
48 Όταν οι εθνικοί το άκουσαν αυτό, άρχισαν να χαίρονται και να δοξάζουν τον λόγο του Ιεχωβά,* και όλοι όσοι είχαν τη σωστή διάθεση για αιώνια ζωή πίστεψαν. 49 Και ο λόγος του Ιεχωβά* συνέχισε να διαδίδεται σε ολόκληρο τον τόπο. 50 Αλλά οι Ιουδαίοι ξεσήκωσαν τις επιφανείς γυναίκες που ήταν θεοφοβούμενες και τους προύχοντες της πόλης, και υποκίνησαν διωγμό+ εναντίον του Παύλου και του Βαρνάβα και τους πέταξαν έξω από τα όριά τους. 51 Αυτοί λοιπόν τίναξαν τη σκόνη από τα πόδια τους εναντίον τους και πήγαν στο Ικόνιο.+ 52 Και οι μαθητές γέμιζαν χαρά+ και άγιο πνεύμα.
14 Στο Ικόνιο μπήκαν μαζί στη συναγωγή των Ιουδαίων και μίλησαν με τέτοιον τρόπο ώστε πάρα πολλοί Ιουδαίοι και Έλληνες πίστεψαν. 2 Αλλά οι Ιουδαίοι που δεν πίστεψαν ξεσήκωσαν και επηρέασαν άσχημα τους εθνικούς* εναντίον των αδελφών.+ 3 Εκείνοι λοιπόν έμειναν αρκετό καιρό μιλώντας θαρραλέα με την εξουσία του Ιεχωβά,* ο οποίος επιβεβαίωνε τον λόγο για την παρ’ αξίαν καλοσύνη του επιτρέποντας να γίνονται σημεία και θαυμαστά πράγματα* μέσω εκείνων.+ 4 Ωστόσο, ο λαός της πόλης διχάστηκε· ορισμένοι ήταν υπέρ των Ιουδαίων, ενώ άλλοι υπέρ των αποστόλων. 5 Όταν τόσο οι εθνικοί όσο και οι Ιουδαίοι με τους άρχοντές τους επιχείρησαν να τους κακομεταχειριστούν και να τους λιθοβολήσουν,+ 6 εκείνοι το πληροφορήθηκαν και κατέφυγαν στις πόλεις της Λυκαονίας, στα Λύστρα και στη Δέρβη, καθώς και στα περίχωρα.+ 7 Εκεί συνέχισαν να διακηρύττουν τα καλά νέα.
8 Στα Λύστρα καθόταν στο έδαφος κάποιος άνθρωπος που είχε αναπηρία στα πόδια. Ήταν κουτσός εκ γενετής και δεν είχε περπατήσει ποτέ. 9 Αυτός άκουγε τον Παύλο καθώς μιλούσε. Ο Παύλος, κοιτάζοντάς τον προσεκτικά και βλέποντας ότι είχε πίστη και ότι ήταν πεπεισμένος πως μπορούσε να γίνει καλά,+ 10 είπε με δυνατή φωνή: «Στάσου στα πόδια σου». Και αυτός πετάχτηκε όρθιος και άρχισε να περπατάει.+ 11 Όταν τα πλήθη είδαν τι είχε κάνει ο Παύλος, φώναξαν στη λυκαονική γλώσσα: «Οι θεοί πήραν ανθρώπινη μορφή και κατέβηκαν σε εμάς!»+ 12 Και αποκαλούσαν τον Βαρνάβα Δία, τον δε Παύλο Ερμή, επειδή μιλούσε κυρίως αυτός. 13 Και ο ιερέας του Δία, του οποίου ο ναός ήταν στην είσοδο της πόλης, έφερε στις πύλες ταύρους και στεφάνια* και ήθελε να προσφέρει θυσίες μαζί με τα πλήθη.
14 Ωστόσο, όταν οι απόστολοι Βαρνάβας και Παύλος το άκουσαν αυτό, έσκισαν τα ρούχα τους και πήδησαν μέσα στο πλήθος και φώναξαν: 15 «Άντρες, τι είναι αυτά που κάνετε; Και εμείς άνθρωποι είμαστε και έχουμε τις ίδιες αδυναμίες με εσάς.+ Και σας διακηρύττουμε τα καλά νέα για να στραφείτε από αυτά τα μάταια πράγματα στον ζωντανό Θεό, ο οποίος έκανε τον ουρανό και τη γη και τη θάλασσα και όλα όσα υπάρχουν σε αυτά.+ 16 Σε περασμένες γενιές εκείνος επέτρεψε σε όλα τα έθνη να προχωρούν στις οδούς τους,+ 17 αν και δεν έπαυε να αποκαλύπτει τον εαυτό του*+ καθώς έκανε το καλό, δίνοντάς σας βροχές από τον ουρανό και καρποφόρες εποχές,+ χορταίνοντάς σας με τροφή και γεμίζοντας την καρδιά σας με χαρά».+ 18 Και παρότι είπαν αυτά τα πράγματα, μετά βίας συγκράτησαν τα πλήθη ώστε να μη θυσιάσουν σε αυτούς.
19 Ήρθαν όμως Ιουδαίοι από την Αντιόχεια και το Ικόνιο οι οποίοι ξεσήκωσαν τα πλήθη,+ και λιθοβόλησαν τον Παύλο και τον έσυραν έξω από την πόλη νομίζοντας ότι ήταν νεκρός.+ 20 Ωστόσο, όταν μαζεύτηκαν γύρω του οι μαθητές, εκείνος σηκώθηκε και μπήκε στην πόλη. Την επόμενη ημέρα έφυγε με τον Βαρνάβα για τη Δέρβη.+ 21 Αφού διακήρυξαν τα καλά νέα σε εκείνη την πόλη και έκαναν αρκετούς μαθητές, επέστρεψαν στα Λύστρα, στο Ικόνιο και στην Αντιόχεια. 22 Εκεί ενίσχυσαν τους μαθητές,*+ προτρέποντάς τους να παραμείνουν στην πίστη και λέγοντας: «Πρέπει να μπούμε στη Βασιλεία του Θεού διαμέσου πολλών θλίψεων».+ 23 Επιπλέον, διόρισαν για αυτούς πρεσβυτέρους σε κάθε εκκλησία+ και, αφού προσευχήθηκαν και νήστεψαν,+ τους εμπιστεύτηκαν στον Ιεχωβά,* στον οποίο είχαν πιστέψει.
24 Έπειτα πέρασαν από την Πισιδία και ήρθαν στην Παμφυλία+ 25 και, αφού κήρυξαν τον λόγο στην Πέργη, κατέβηκαν στην Αττάλεια. 26 Από εκεί απέπλευσαν για την Αντιόχεια, όπου τους είχαν εμπιστευτεί στην παρ’ αξίαν καλοσύνη του Θεού για το έργο που είχαν πλέον ολοκληρώσει.+
27 Αφού έφτασαν και συγκέντρωσαν την εκκλησία, αφηγήθηκαν τα πολλά πράγματα που είχε κάνει ο Θεός μέσω αυτών και το ότι είχε ανοίξει στα έθνη την πόρτα για την πίστη.+ 28 Και έμειναν αρκετό καιρό με τους μαθητές.
15 Και κάποιοι κατέβηκαν από την Ιουδαία και άρχισαν να διδάσκουν τους αδελφούς: «Αν δεν περιτμηθείτε σύμφωνα με το έθιμο του Μωυσή,+ δεν μπορείτε να σωθείτε». 2 Και αφού έγινε αρκετή διένεξη και αντιλογία ανάμεσα στον Παύλο και τον Βαρνάβα και σε αυτούς, διευθετήθηκε να ανεβούν ο Παύλος και ο Βαρνάβας και ορισμένοι άλλοι προς τους αποστόλους και τους πρεσβυτέρους στην Ιερουσαλήμ+ σχετικά με αυτό το ζήτημα.*
3 Αφού λοιπόν η εκκλησία τούς ξεπροβόδισε, αυτοί συνέχισαν μέσα από τη Φοινίκη και τη Σαμάρεια, αφηγούμενοι λεπτομερώς τη μεταστροφή εθνικών και φέρνοντας μεγάλη χαρά σε όλους τους αδελφούς. 4 Όταν έφτασαν στην Ιερουσαλήμ, η εκκλησία και οι απόστολοι και οι πρεσβύτεροι τους καλοδέχτηκαν, και αυτοί διηγήθηκαν τα πολλά πράγματα που είχε κάνει ο Θεός μέσω αυτών. 5 Εντούτοις, ορισμένοι πιστοί που προηγουμένως ανήκαν στην αίρεση των Φαρισαίων σηκώθηκαν και είπαν: «Είναι απαραίτητο να τους περιτέμνουμε και να τους προστάζουμε να τηρούν τον Νόμο του Μωυσή».+
6 Έτσι λοιπόν, οι απόστολοι και οι πρεσβύτεροι συγκεντρώθηκαν για να εξετάσουν αυτό το ζήτημα. 7 Αφού έγινε αρκετή και έντονη συζήτηση,* σηκώθηκε ο Πέτρος και τους είπε: «Άντρες αδελφοί, γνωρίζετε καλά ότι από τις πρώτες ημέρες ο Θεός διάλεξε από ανάμεσά σας εμένα, για να ακούσουν οι εθνικοί μέσω του στόματός μου τον λόγο των καλών νέων και να πιστέψουν.+ 8 Και ο Θεός, που γνωρίζει την καρδιά,+ έδειξε ότι τους επιδοκίμασε παρέχοντάς τους το άγιο πνεύμα,+ όπως και σε εμάς. 9 Και δεν έκανε καμιά απολύτως διάκριση ανάμεσα σε εμάς και σε αυτούς,+ αλλά εξάγνισε την καρδιά τους μέσω πίστης.+ 10 Τώρα λοιπόν, γιατί θέτετε σε δοκιμή τον Θεό επιβάλλοντας στους μαθητές έναν ζυγό+ που ούτε οι προπάτορές μας ούτε εμείς μπορέσαμε να βαστάξουμε;+ 11 Απεναντίας, έχουμε πίστη ότι θα σωθούμε μέσω της παρ’ αξίαν καλοσύνης του Κυρίου Ιησού+ με τον ίδιο τρόπο όπως και αυτοί».+
12 Τότε όλοι σώπασαν και άρχισαν να ακούν τον Βαρνάβα και τον Παύλο να αφηγούνται τα πολλά σημεία και θαυμαστά πράγματα* που είχε κάνει ο Θεός μέσω αυτών ανάμεσα στα έθνη. 13 Όταν τελείωσαν, ο Ιάκωβος αποκρίθηκε: «Άντρες αδελφοί, ακούστε με. 14 Ο Συμεών+ αφηγήθηκε λεπτομερώς πώς ο Θεός έστρεψε για πρώτη φορά την προσοχή του στα έθνη για να πάρει από αυτά έναν λαό για το όνομά του.+ 15 Και με αυτό συμφωνούν τα λόγια των Προφητών, όπως είναι γραμμένο: 16 “Έπειτα θα επιστρέψω και θα ξαναστήσω τη σκηνή* του Δαβίδ που είναι πεσμένη· θα ανοικοδομήσω τα ερείπιά της και θα την αποκαταστήσω, 17 ώστε όσοι απομένουν να αναζητήσουν ένθερμα τον Ιεχωβά,* μαζί με άτομα από όλα τα έθνη, άτομα που καλούνται με το όνομά μου, λέει ο Ιεχωβά,* ο οποίος κάνει αυτά τα πράγματα,+ 18 τα γνωστά από την αρχαιότητα”.+ 19 Επομένως, η απόφασή μου* είναι να μην αναστατώνουμε εκείνους από τα έθνη οι οποίοι στρέφονται στον Θεό,+ 20 αλλά να τους γράψουμε να απέχουν από πράγματα μολυσμένα από είδωλα,+ από σεξουαλική ανηθικότητα,*+ από πνιχτά* και από αίμα.+ 21 Διότι από τους αρχαίους καιρούς ο Μωυσής έχει εκείνους που τον κηρύττουν σε κάθε πόλη, επειδή διαβάζεται μεγαλόφωνα στις συναγωγές κάθε σάββατο».+
22 Τότε οι απόστολοι και οι πρεσβύτεροι, μαζί με όλη την εκκλησία, αποφάσισαν να στείλουν στην Αντιόχεια εκλεγμένους άντρες από ανάμεσά τους μαζί με τον Παύλο και τον Βαρνάβα. Έστειλαν τον Ιούδα τον αποκαλούμενο Βαρσαββά και τον Σίλα,+ οι οποίοι ηγούνταν μεταξύ των αδελφών. 23 Έγραψαν το εξής και το έστειλαν μέσω αυτών:
«Οι απόστολοι και οι πρεσβύτεροι, οι αδελφοί σας, προς τους αδελφούς στην Αντιόχεια,+ στη Συρία και στην Κιλικία οι οποίοι είναι από τα έθνη: Χαίρετε! 24 Επειδή ακούσαμε ότι ορισμένοι από εμάς ήρθαν και σας προξένησαν αναστάτωση με τα λόγια τους,+ προσπαθώντας να σας κλονίσουν,* μολονότι εμείς δεν τους δώσαμε καμιά οδηγία, 25 αποφασίσαμε ομόφωνα να επιλέξουμε άντρες για να τους στείλουμε σε εσάς μαζί με τους αγαπητούς μας Βαρνάβα και Παύλο, 26 ανθρώπους που έχουν δώσει τη ζωή* τους για το όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού.+ 27 Στέλνουμε λοιπόν τον Ιούδα και τον Σίλα για να αναφέρουν και αυτοί τα ίδια πράγματα προφορικά.+ 28 Διότι το άγιο πνεύμα+ και εμείς θεωρήσαμε καλό να μη σας προσθέσουμε παραπάνω βάρος εκτός από αυτά τα αναγκαία: 29 να απέχετε από πράγματα θυσιασμένα σε είδωλα,+ από αίμα,+ από πνιχτά*+ και από σεξουαλική ανηθικότητα.*+ Αν φυλάγεστε προσεκτικά από αυτά, θα ευημερείτε. Υγιαίνετε!»*
30 Όταν λοιπόν αυτοί έφυγαν, κατέβηκαν στην Αντιόχεια και τους συγκέντρωσαν όλους και τους έδωσαν την επιστολή. 31 Εκείνοι τη διάβασαν και χάρηκαν με την ενθάρρυνση. 32 Ο δε Ιούδας και ο Σίλας, εφόσον ήταν και προφήτες, ενθάρρυναν τους αδελφούς με πολλές ομιλίες και τους ενίσχυσαν.+ 33 Αφού έμειναν λίγο καιρό εκεί, οι αδελφοί τούς κατευόδωσαν για να πάνε σε εκείνους οι οποίοι τους είχαν στείλει. 34* —— 35 Ωστόσο, ο Παύλος και ο Βαρνάβας παρέμειναν στην Αντιόχεια, διδάσκοντας και διακηρύττοντας τα καλά νέα του λόγου του Ιεχωβά* μαζί με πολλούς άλλους.
36 Ύστερα από μερικές ημέρες, ο Παύλος είπε στον Βαρνάβα: «Ας επιστρέψουμε τώρα* και ας επισκεφτούμε τους αδελφούς σε κάθε πόλη όπου διακηρύξαμε τον λόγο του Ιεχωβά,* για να δούμε πώς είναι».+ 37 Ο Βαρνάβας ήθελε οπωσδήποτε να πάρουν μαζί και τον Ιωάννη ο οποίος αποκαλούνταν Μάρκος.+ 38 Αλλά ο Παύλος δεν συμφωνούσε να τον πάρουν μαζί τους, επειδή τους είχε εγκαταλείψει στην Παμφυλία και δεν είχε πάει μαζί τους στο έργο.+ 39 Τότε συνέβη μεταξύ τους ένα έντονο ξέσπασμα θυμού, με αποτέλεσμα να χωριστούν· και ο Βαρνάβας+ πήρε τον Μάρκο και απέπλευσε για την Κύπρο. 40 Ο Παύλος διάλεξε τον Σίλα και έφυγε, αφού πρώτα οι αδελφοί τον εμπιστεύτηκαν στην παρ’ αξίαν καλοσύνη του Ιεχωβά.*+ 41 Και περνούσε από τη Συρία και την Κιλικία, ενισχύοντας τις εκκλησίες.
16 Έφτασε λοιπόν στη Δέρβη, καθώς και στα Λύστρα.+ Εκεί υπήρχε κάποιος μαθητής που λεγόταν Τιμόθεος,+ γιος Ιουδαίας πιστής αλλά από Έλληνα πατέρα. 2 Αυτός είχε καλή φήμη μεταξύ των αδελφών στα Λύστρα και στο Ικόνιο. 3 Ο Παύλος εξέφρασε την επιθυμία να τον συνοδεύει ο Τιμόθεος, και τον πήρε και του έκανε περιτομή εξαιτίας των Ιουδαίων σε εκείνα τα μέρη,+ διότι όλοι ήξεραν ότι ο πατέρας του ήταν Έλληνας. 4 Καθώς περνούσαν από τις πόλεις, παρέδιδαν στους αδελφούς τα διατάγματα τα οποία είχαν αποφασίσει οι απόστολοι και οι πρεσβύτεροι στην Ιερουσαλήμ, για να τα τηρούν.+ 5 Και έτσι οι εκκλησίες σταθεροποιούνταν στην πίστη και αύξαναν σε αριθμό κάθε ημέρα.
6 Επίσης, πέρασαν από τη Φρυγία και τη χώρα της Γαλατίας,+ επειδή το άγιο πνεύμα τούς απαγόρευσε να αναγγείλουν τον λόγο στην επαρχία της Ασίας. 7 Και όταν έφτασαν στη Μυσία, προσπάθησαν να πάνε στη Βιθυνία,+ αλλά το πνεύμα του Ιησού δεν τους το επέτρεψε. 8 Προσπέρασαν* λοιπόν τη Μυσία και κατέβηκαν στην Τρωάδα. 9 Και τη νύχτα ο Παύλος είδε ένα όραμα—κάποιος Μακεδόνας στεκόταν εκεί και τον παρακαλούσε: «Πέρασε στη Μακεδονία και βοήθησέ μας». 10 Μόλις εκείνος είδε το όραμα, προσπαθήσαμε να πάμε στη Μακεδονία, συμπεραίνοντας ότι ο Θεός μάς είχε καλέσει να τους διακηρύξουμε τα καλά νέα.
11 Αποπλεύσαμε λοιπόν από την Τρωάδα και πήγαμε κατευθείαν στη Σαμοθράκη, τη δε επόμενη ημέρα στη Νεάπολη· 12 και από εκεί πήγαμε στους Φιλίππους,+ που είναι ρωμαϊκή αποικία και η εξέχουσα πόλη της περιφέρειας της Μακεδονίας. Μείναμε σε αυτή την πόλη μερικές ημέρες. 13 Την ημέρα του Σαββάτου βγήκαμε έξω από την πύλη, κοντά σε έναν ποταμό, όπου πιστεύαμε ότι υπήρχε τόπος προσευχής, και καθίσαμε και αρχίσαμε να μιλάμε στις γυναίκες που ήταν μαζεμένες εκεί. 14 Και κάποια γυναίκα που λεγόταν Λυδία, πωλήτρια πορφύρας από την πόλη των Θυατείρων+ η οποία λάτρευε τον Θεό, άκουγε, και ο Ιεχωβά* άνοιξε διάπλατα την καρδιά της για να προσέχει τα όσα έλεγε ο Παύλος. 15 Αφού λοιπόν βαφτίστηκε αυτή και το σπιτικό της,+ μας παρακάλεσε: «Αν θεωρείτε ότι είμαι πιστή στον Ιεχωβά,* ελάτε να μείνετε στο σπίτι μου». Και μας ανάγκασε να πάμε.
16 Καθώς πηγαίναμε στον τόπο προσευχής, μας συνάντησε κάποια νεαρή υπηρέτρια που είχε ένα πνεύμα, έναν δαίμονα μαντείας.+ Αυτή απέφερε στους κυρίους της πολλά κέρδη προλέγοντας το μέλλον.* 17 Και ακολουθούσε τον Παύλο και εμάς κραυγάζοντας: «Αυτοί οι άνθρωποι είναι δούλοι του Υψίστου Θεού+ και σας διακηρύττουν την οδό της σωτηρίας». 18 Εξακολούθησε να το κάνει αυτό πολλές ημέρες. Τελικά ο Παύλος απηύδησε και γύρισε και είπε στο πνεύμα: «Σε προστάζω στο όνομα του Ιησού Χριστού να βγεις από μέσα της». Και αυτό βγήκε την ίδια στιγμή.+
19 Όταν λοιπόν οι κύριοί της είδαν ότι δεν θα έβγαζαν πια κέρδη από αυτήν,+ έπιασαν τον Παύλο και τον Σίλα και τους έσυραν στην αγορά, στους άρχοντες.+ 20 Αφού τους οδήγησαν στους διοικητές της πόλης, είπαν: «Αυτοί οι άνθρωποι αναστατώνουν την πόλη μας πάρα πολύ.+ Είναι Ιουδαίοι 21 και κηρύττουν έθιμα που δεν είναι νόμιμο να υιοθετούμε ή να ακολουθούμε εμείς, εφόσον είμαστε Ρωμαίοι». 22 Και το πλήθος σηκώθηκε σύσσωμο εναντίον τους, και οι διοικητές της πόλης τούς έσκισαν τα ρούχα και διέταξαν να τους ραβδίσουν.+ 23 Αφού τους χτύπησαν πολύ, τους έριξαν στη φυλακή και πρόσταξαν τον δεσμοφύλακα να τους φρουρεί αυστηρά.+ 24 Αυτός, επειδή πήρε τέτοια διαταγή, τους έριξε στην εσωτερική φυλακή και έκλεισε τα πόδια τους στα ξύλινα δεσμά.
25 Κατά τα μεσάνυχτα, ο Παύλος και ο Σίλας προσεύχονταν και αινούσαν τον Θεό με ύμνους,+ και οι φυλακισμένοι τούς άκουγαν. 26 Ξαφνικά έγινε μεγάλος σεισμός, και τα θεμέλια του δεσμωτηρίου σείστηκαν. Και άνοιξαν αμέσως όλες οι πόρτες, και τα δεσμά όλων λύθηκαν.+ 27 Όταν ο δεσμοφύλακας ξύπνησε και είδε τις πόρτες της φυλακής ανοιχτές, τράβηξε το σπαθί του και ήταν έτοιμος να αυτοκτονήσει, επειδή νόμιζε ότι οι φυλακισμένοι είχαν δραπετεύσει.+ 28 Αλλά ο Παύλος φώναξε δυνατά: «Μην κάνεις κακό στον εαυτό σου! Όλοι εδώ είμαστε!» 29 Τότε εκείνος ζήτησε φως, μπήκε γρήγορα μέσα και έπεσε τρέμοντας μπροστά στον Παύλο και στον Σίλα. 30 Ύστερα τους έβγαλε έξω και είπε: «Κύριοι, τι πρέπει να κάνω για να σωθώ;» 31 Εκείνοι είπαν: «Πίστεψε στον Κύριο Ιησού και θα σωθείς, εσύ και το σπιτικό σου».+ 32 Κατόπιν ανήγγειλαν τον λόγο του Ιεχωβά* σε αυτόν, καθώς και σε όλους όσους ήταν στο σπίτι του. 33 Και τους πήρε εκείνη την ώρα της νύχτας και έπλυνε τις πληγές τους. Έπειτα, αυτός και όλο το σπιτικό του βαφτίστηκαν χωρίς καθυστέρηση.+ 34 Μετά τους έφερε στο σπίτι του και τους έστρωσε τραπέζι και χάρηκε πολύ μαζί με όλο το σπιτικό του τώρα που είχε πιστέψει στον Θεό.
35 Όταν ξημέρωσε, οι διοικητές της πόλης έστειλαν τους ραβδούχους να πουν: «Άφησε ελεύθερους εκείνους τους ανθρώπους». 36 Ο δεσμοφύλακας ανέφερε τα λόγια τους στον Παύλο: «Οι διοικητές της πόλης έστειλαν άντρες για να αφεθείτε ελεύθεροι. Τώρα λοιπόν, βγείτε και πηγαίνετε με ειρήνη». 37 Ο Παύλος όμως τους είπε: «Μας έδειραν δημόσια χωρίς να έχουμε καταδικαστεί,* παρότι είμαστε Ρωμαίοι,+ και μας έριξαν στη φυλακή. Τώρα μας διώχνουν στα κρυφά; Ε, όχι! Να έρθουν οι ίδιοι να μας βγάλουν έξω». 38 Οι ραβδούχοι τα ανέφεραν αυτά στους διοικητές της πόλης. Εκείνοι φοβήθηκαν όταν άκουσαν ότι οι άνθρωποι ήταν Ρωμαίοι.+ 39 Γι’ αυτό, ήρθαν να τους καλοπιάσουν και, αφού τους έβγαλαν έξω, τους ζήτησαν να φύγουν από την πόλη. 40 Αλλά εκείνοι βγήκαν από τη φυλακή και πήγαν στο σπίτι της Λυδίας· και όταν είδαν τους αδελφούς τούς ενθάρρυναν+ και έφυγαν.
17 Ταξίδεψαν λοιπόν μέσω της Αμφίπολης και της Απολλωνίας και έφτασαν στη Θεσσαλονίκη,+ όπου υπήρχε συναγωγή των Ιουδαίων. 2 Και όπως συνήθιζε, ο Παύλος+ πήγε εκεί σε αυτούς, και επί τρία σάββατα συζητούσε μαζί τους λογικά από τις Γραφές,+ 3 εξηγώντας και αποδεικνύοντας με παραθέσεις ότι ήταν απαραίτητο να υποφέρει ο Χριστός+ και να αναστηθεί από τους νεκρούς.+ Και τους έλεγε: «Αυτός είναι ο Χριστός—ο Ιησούς τον οποίο εγώ σας κηρύττω». 4 Ως αποτέλεσμα, ορισμένοι πίστεψαν και συνταυτίστηκαν με τον Παύλο και τον Σίλα,+ και το ίδιο έκαναν πάρα πολλοί από τους Έλληνες που λάτρευαν τον Θεό, καθώς και αρκετές εξέχουσες γυναίκες.
5 Αλλά οι Ιουδαίοι, γεμάτοι ζήλια,+ μάζεψαν κάποιους αχρείους ανθρώπους οι οποίοι τριγύριζαν άσκοπα στην αγορά, σχημάτισαν έναν όχλο και άρχισαν να προκαλούν σάλο στην πόλη. Όρμησαν στο σπίτι του Ιάσονα και ζητούσαν τον Παύλο και τον Σίλα για να τους φέρουν μπροστά στον όχλο. 6 Καθώς δεν τους βρήκαν, έσυραν τον Ιάσονα και ορισμένους αδελφούς στους άρχοντες της πόλης, κραυγάζοντας: «Αυτοί οι άνθρωποι, που έχουν αναστατώσει την κατοικημένη γη,* ήρθαν και εδώ,+ 7 και ο Ιάσων τούς φιλοξενεί. Όλοι αυτοί ενεργούν ενάντια στα διατάγματα του Καίσαρα, λέγοντας ότι υπάρχει άλλος βασιλιάς, ο Ιησούς».+ 8 Όταν το πλήθος και οι άρχοντες της πόλης τα άκουσαν αυτά, θορυβήθηκαν· 9 και αφού πήραν επαρκή χρηματική εγγύηση από τον Ιάσονα και τους άλλους, τους άφησαν να φύγουν.
10 Αμέσως, οι αδελφοί έστειλαν νύχτα τον Παύλο και τον Σίλα στη Βέροια, οι οποίοι όταν έφτασαν μπήκαν στη συναγωγή των Ιουδαίων. 11 Εκείνοι είχαν πιο ευγενές φρόνημα από τους Ιουδαίους της Θεσσαλονίκης, γιατί δέχτηκαν τον λόγο με τη μέγιστη προθυμία, εξετάζοντας με προσοχή τις Γραφές καθημερινά για να δουν αν ήταν έτσι τα πράγματα. 12 Ως αποτέλεσμα, πολλοί από αυτούς πίστεψαν, καθώς και αρκετές ευυπόληπτες Ελληνίδες και αρκετοί άντρες. 13 Αλλά όταν οι Ιουδαίοι της Θεσσαλονίκης έμαθαν ότι ο Παύλος διακήρυττε τον λόγο του Θεού και στη Βέροια, ήρθαν εκεί για να ξεσηκώσουν και να ταράξουν τα πλήθη.+ 14 Τότε οι αδελφοί έστειλαν αμέσως τον Παύλο ως τη θάλασσα,+ αλλά ο Σίλας και ο Τιμόθεος έμειναν εκεί. 15 Εκείνοι δε που συνόδευαν τον Παύλο τον έφεραν ως την Αθήνα και αναχώρησαν με την οδηγία να πουν στον Σίλα και στον Τιμόθεο+ να πάνε σε αυτόν το ταχύτερο δυνατόν.
16 Ενώ ο Παύλος τούς περίμενε στην Αθήνα, αγανακτούσε* βλέποντας την πόλη γεμάτη είδωλα. 17 Άρχισε λοιπόν να συζητάει λογικά στη συναγωγή με τους Ιουδαίους και με τους άλλους που λάτρευαν τον Θεό και κάθε ημέρα στην αγορά με όσους βρίσκονταν εκεί. 18 Κάποιοι όμως από τους Επικούρειους και από τους Στωικούς φιλοσόφους άρχισαν να διαφωνούν μαζί του, και μερικοί έλεγαν: «Τι θέλει τάχα να πει αυτός ο φλύαρος;» Άλλοι: «Φαίνεται ότι κηρύττει ξένες θεότητες». Και αυτό επειδή κήρυττε τα καλά νέα για τον Ιησού και την ανάσταση.+ 19 Τον έπιασαν λοιπόν και τον οδήγησαν στον Άρειο Πάγο, λέγοντας: «Μπορούμε να μάθουμε ποια είναι αυτή η καινούρια διδασκαλία για την οποία μιλάς; 20 Διότι παρουσιάζεις πράγματα που ηχούν παράξενα στα αφτιά μας, και θέλουμε να μάθουμε τι σημαίνουν». 21 Όλοι δε οι Αθηναίοι και οι ξένοι που έμεναν* εκεί περνούσαν όλο τον ελεύθερο χρόνο τους λέγοντας ή ακούγοντας κάτι καινούριο. 22 Ο Παύλος λοιπόν στάθηκε στο μέσο του Αρείου Πάγου+ και είπε:
«Άντρες Αθηναίοι, βλέπω πως σε όλα τα πράγματα φαίνεται ότι έχετε μεγαλύτερο φόβο για τις θεότητες* από ό,τι άλλοι.+ 23 Για παράδειγμα, καθώς περνούσα και παρατηρούσα προσεκτικά τα αντικείμενα της ευλάβειάς σας,* βρήκα και έναν βωμό με την επιγραφή “Στον Άγνωστο Θεό”. Αυτό λοιπόν το οποίο εν αγνοία σας λατρεύετε, αυτό σας διακηρύττω. 24 Ο Θεός που έκανε τον κόσμο και όλα όσα υπάρχουν σε αυτόν, εφόσον είναι Κύριος του ουρανού και της γης,+ δεν κατοικεί σε χειροποίητους ναούς·+ 25 ούτε υπηρετείται από ανθρώπινα χέρια σαν να χρειαζόταν κάτι,+ επειδή αυτός δίνει σε όλους ζωή και πνοή+ και τα πάντα. 26 Και έκανε από έναν άνθρωπο+ κάθε έθνος ανθρώπων για να κατοικούν σε ολόκληρη την επιφάνεια της γης,+ και όρισε τους προσδιορισμένους καιρούς και τα καθορισμένα όρια της κατοικίας τους,+ 27 για να αναζητούν τον Θεό, μήπως ψηλαφήσουν και τον βρουν,+ αν και αυτός δεν είναι μακριά από τον καθέναν μας. 28 Διότι χάρη σε αυτόν ζούμε, κινούμαστε και υπάρχουμε, όπως έχουν πει και μερικοί δικοί σας ποιητές: “Διότι είμαστε και παιδιά* του”.
29 »Αφού λοιπόν είμαστε παιδιά* του Θεού,+ δεν πρέπει να νομίζουμε ότι το Θεϊκό Ον είναι όμοιο με χρυσάφι ή ασήμι ή πέτρα, όμοιο με κάτι χαραγμένο με την τέχνη και την επινόηση του ανθρώπου.+ 30 Βέβαια, ο Θεός έχει παραβλέψει τους καιρούς της άγνοιας,+ αλλά τώρα διακηρύττει σε όλους τους ανθρώπους παντού ότι πρέπει να μετανοήσουν. 31 Επειδή όρισε ημέρα κατά την οποία σκοπεύει να κρίνει+ την κατοικημένη γη* με δικαιοσύνη μέσω ενός άντρα τον οποίο διόρισε, και έδωσε εγγύηση για αυτό σε όλους ανασταίνοντάς τον από τους νεκρούς».+
32 Όταν άκουσαν για ανάσταση νεκρών, μερικοί άρχισαν να τον χλευάζουν,+ ενώ άλλοι είπαν: «Θα σε ξανακούσουμε σχετικά με αυτό». 33 Τότε ο Παύλος έφυγε, 34 αλλά ορισμένοι τον ακολούθησαν και πίστεψαν. Μεταξύ αυτών ήταν ο Διονύσιος, δικαστής του Αρείου Πάγου, και μια γυναίκα που λεγόταν Δάμαρις, καθώς και άλλοι.
18 Έπειτα έφυγε από την Αθήνα και πήγε στην Κόρινθο. 2 Εκεί βρήκε κάποιον Ιουδαίο ονόματι Ακύλα,+ που καταγόταν από τον Πόντο και είχε έρθει πρόσφατα από την Ιταλία με τη γυναίκα του την Πρίσκιλλα, επειδή ο Κλαύδιος είχε προστάξει όλους τους Ιουδαίους να φύγουν από τη Ρώμη. Πήγε λοιπόν σε αυτούς 3 και, επειδή είχε το ίδιο επάγγελμα, έμενε στο σπίτι τους και εργαζόταν μαζί τους,+ γιατί ήταν σκηνοποιοί. 4 Και κάθε σάββατο+ έκανε ομιλία* στη συναγωγή+ και έπειθε Ιουδαίους και Έλληνες.
5 Όταν ο Σίλας+ και ο Τιμόθεος+ κατέβηκαν από τη Μακεδονία, ο Παύλος άρχισε να ασχολείται εντατικά με τον λόγο, δίνοντας μαρτυρία στους Ιουδαίους για να αποδείξει ότι ο Ιησούς είναι ο Χριστός.+ 6 Αλλά αφού αυτοί του εναντιώνονταν και μιλούσαν υβριστικά, εκείνος τίναξε τα ρούχα του+ και τους είπε: «Το αίμα σας ας είναι πάνω στο κεφάλι σας.+ Εγώ είμαι καθαρός.+ Στο εξής θα πηγαίνω σε εθνικούς».+ 7 Έφυγε λοιπόν από εκεί* και πήγε στο σπίτι κάποιου Τίτιου Ιούστου, ενός λάτρη του Θεού, του οποίου το σπίτι ήταν δίπλα στη συναγωγή. 8 Ο Κρίσπος+ δε ο αρχισυνάγωγος πίστεψε στον Κύριο, μαζί με όλο το σπιτικό του. Και πολλοί Κορίνθιοι που άκουγαν άρχισαν να πιστεύουν και να βαφτίζονται. 9 Μια νύχτα ο Κύριος είπε στον Παύλο σε όραμα: «Μη φοβάσαι, αλλά εξακολούθησε να μιλάς και μη σωπάσεις, 10 επειδή εγώ είμαι μαζί σου+ και κανείς δεν θα σου επιτεθεί για να σου κάνει κακό· διότι έχω πολύ λαό σε αυτή την πόλη». 11 Γι’ αυτό, έμεινε εκεί έναν χρόνο και έξι μήνες, διδάσκοντάς τους τον λόγο του Θεού.
12 Όταν ήταν ανθύπατος* της Αχαΐας ο Γαλλίων, οι Ιουδαίοι έκαναν συντονισμένη επίθεση κατά του Παύλου και τον οδήγησαν στη δικαστική έδρα, 13 λέγοντας: «Αυτός πείθει τους ανθρώπους να λατρεύουν τον Θεό με τρόπο αντίθετο προς τον νόμο». 14 Αλλά καθώς ο Παύλος ετοιμαζόταν να μιλήσει, ο Γαλλίων είπε στους Ιουδαίους: «Αν μεν επρόκειτο για κάποιο αδίκημα ή σοβαρό έγκλημα, Ιουδαίοι, θα ήταν λογικό να σας ακούσω υπομονετικά. 15 Αλλά αν πρόκειται για διαφωνίες σχετικά με λόγια και ονόματα και τον δικό σας νόμο,+ τακτοποιήστε τες μόνοι σας. Εγώ δεν θέλω να είμαι κριτής αυτών των πραγμάτων». 16 Και τους έδιωξε από τη δικαστική έδρα. 17 Τότε όλοι άρπαξαν τον Σωσθένη+ τον αρχισυνάγωγο και άρχισαν να τον χτυπούν μπροστά στη δικαστική έδρα. Αλλά ο Γαλλίων δεν είχε καμιά διάθεση να ασχοληθεί με αυτά τα πράγματα.
18 Και αφού ο Παύλος έμεινε εκεί αρκετές ημέρες ακόμη, αποχαιρέτησε τους αδελφούς και απέπλευσε για τη Συρία, συνοδευόμενος από την Πρίσκιλλα και τον Ακύλα. Στις Κεγχρεές+ έκοψε κοντά τα μαλλιά του, γιατί είχε κάνει ευχή. 19 Έφτασαν λοιπόν στην Έφεσο, και τους άφησε εκεί· αλλά αυτός μπήκε στη συναγωγή και συζήτησε λογικά με τους Ιουδαίους.+ 20 Μολονότι του ζητούσαν να μείνει περισσότερο καιρό, αυτός δεν δέχτηκε 21 αλλά τους αποχαιρέτησε και τους είπε: «Θα επιστρέψω πάλι σε εσάς, αν θέλει ο Ιεχωβά».* Και απέπλευσε από την Έφεσο 22 και κατέβηκε στην Καισάρεια. Και αφού ανέβηκε* και χαιρέτησε την εκκλησία, κατέβηκε στην Αντιόχεια.+
23 Αφού έμεινε λίγο καιρό εκεί, έφυγε και πήγαινε από τόπο σε τόπο στη χώρα της Γαλατίας και της Φρυγίας,+ ενισχύοντας όλους τους μαθητές.+
24 Και έφτασε στην Έφεσο κάποιος Ιουδαίος που καταγόταν από την Αλεξάνδρεια και λεγόταν Απολλώς,+ ένας εύγλωττος άντρας, καλά καταρτισμένος στις Γραφές. 25 Αυτός είχε διδαχτεί* την οδό του Ιεχωβά* και, καθώς φλεγόταν με το πνεύμα, μιλούσε και δίδασκε επακριβώς τα σχετικά με τον Ιησού, αλλά γνώριζε μόνο το βάφτισμα του Ιωάννη. 26 Άρχισε λοιπόν να μιλάει με τόλμη στη συναγωγή και, όταν η Πρίσκιλλα και ο Ακύλας+ τον άκουσαν, τον πήραν μαζί τους και του εξήγησαν ακριβέστερα την οδό του Θεού. 27 Και επειδή ήθελε να περάσει στην Αχαΐα, οι αδελφοί έγραψαν στους μαθητές να τον καλοδεχτούν. Όταν πήγε εκεί, βοήθησε πολύ εκείνους που είχαν πιστέψει μέσω της παρ’ αξίαν καλοσύνης του Θεού· 28 διότι καταδείκνυε δημόσια και δυναμικά ότι οι Ιουδαίοι έκαναν λάθος, δείχνοντάς τους από τις Γραφές ότι ο Ιησούς είναι ο Χριστός.+
19 Ενόσω ο Απολλώς+ ήταν στην Κόρινθο, ο Παύλος πέρασε μέσα από την ενδοχώρα και κατέβηκε στην Έφεσο.+ Εκεί βρήκε μερικούς μαθητές 2 και τους ρώτησε: «Λάβατε άγιο πνεύμα όταν πιστέψατε;»+ Εκείνοι του απάντησαν: «Ούτε καν έχουμε ακούσει ότι υπάρχει άγιο πνεύμα». 3 Τότε αυτός τους είπε: «Σε τι λοιπόν βαφτιστήκατε;» Εκείνοι είπαν: «Στο βάφτισμα του Ιωάννη».+ 4 Ο Παύλος είπε: «Ο Ιωάννης βάφτισε με το βάφτισμα που συμβόλιζε μετάνοια,+ λέγοντας στον λαό να πιστέψουν σε εκείνον που ερχόταν πίσω από αυτόν,+ δηλαδή στον Ιησού». 5 Όταν το άκουσαν αυτό, βαφτίστηκαν στο όνομα του Κυρίου Ιησού. 6 Και μόλις ο Παύλος έθεσε τα χέρια του πάνω σε αυτούς, το άγιο πνεύμα ήρθε πάνω τους+ και άρχισαν να μιλούν ξένες γλώσσες και να προφητεύουν.+ 7 Όλοι μαζί ήταν περίπου 12 άντρες.
8 Επί τρεις μήνες πήγαινε στη συναγωγή+ και μιλούσε με τόλμη, κάνοντας ομιλίες και επιχειρηματολογώντας πειστικά σχετικά με τη Βασιλεία του Θεού.+ 9 Αλλά καθώς μερικοί αρνούνταν πεισματικά να πιστέψουν* και κακολογούσαν την Οδό+ μπροστά στο πλήθος, απομακρύνθηκε από αυτούς+ και χώρισε τους μαθητές από αυτούς, κάνοντας καθημερινά ομιλίες στη σχολή του Τυράννου. 10 Αυτό συνεχίστηκε επί δύο χρόνια, και έτσι όλοι όσοι ζούσαν στην επαρχία της Ασίας άκουσαν τον λόγο του Κυρίου, Ιουδαίοι και Έλληνες.
11 Και ο Θεός εκτελούσε μέσω των χεριών του Παύλου δυναμικά έργα τα οποία ήταν ιδιαίτερα ασυνήθιστα,+ 12 ώστε έφερναν στους αρρώστους ακόμη και πανιά και ποδιές που είχαν ακουμπήσει στο σώμα του,+ και οι ασθένειες τους άφηναν, και τα πονηρά πνεύματα έβγαιναν.+ 13 Αλλά ορισμένοι Ιουδαίοι που ταξίδευαν από τόπο σε τόπο και έβγαζαν δαίμονες επιχειρούσαν και αυτοί να επικαλούνται το όνομα του Κυρίου Ιησού για όσους είχαν πονηρά πνεύματα, λέγοντας: «Σας διατάζω επίσημα μέσω του Ιησού, τον οποίο κηρύττει ο Παύλος».+ 14 Υπήρχαν δε εφτά γιοι ενός Ιουδαίου πρωθιερέα ονόματι Σκευά, οι οποίοι το έκαναν αυτό. 15 Αλλά το πονηρό πνεύμα τούς απάντησε: «Ξέρω τον Ιησού+ και γνωρίζω τον Παύλο·+ αλλά εσείς ποιοι είστε;» 16 Τότε ο άνθρωπος με το πονηρό πνεύμα όρμησε πάνω τους, έριξε κάτω τον έναν μετά τον άλλον και υπερίσχυσε εναντίον τους, ώστε αυτοί έφυγαν γυμνοί και τραυματισμένοι από εκείνο το σπίτι. 17 Αυτό το έμαθαν όλοι όσοι ζούσαν στην Έφεσο, Ιουδαίοι και Έλληνες· και φόβος έπεσε πάνω σε όλους, και το όνομα του Κυρίου Ιησού συνέχισε να μεγαλύνεται. 18 Και πολλοί που είχαν πιστέψει έρχονταν και ομολογούσαν και ανέφεραν φανερά τις πράξεις τους. 19 Μάλιστα αρκετοί που ασκούσαν μαγικές τέχνες μάζεψαν τα βιβλία τους και τα έκαψαν ενώπιον όλων.+ Και υπολόγισαν την αξία τους και βρήκαν ότι στοίχιζαν 50.000 ασημένια νομίσματα. 20 Έτσι ο λόγος του Ιεχωβά* αύξανε και υπερίσχυε με κραταιό τρόπο.+
21 Αφού συνέβησαν αυτά, ο Παύλος αποφάσισε* να περάσει από τη Μακεδονία+ και την Αχαΐα και έπειτα να ταξιδέψει για την Ιερουσαλήμ.+ Και είπε: «Αφού πάω εκεί, πρέπει να δω και τη Ρώμη».+ 22 Γι’ αυτό, έστειλε στη Μακεδονία δύο βοηθούς του, τον Τιμόθεο+ και τον Έραστο,+ αλλά ο ίδιος παρέμεινε για κάποιο διάστημα στην επαρχία της Ασίας.
23 Εκείνον τον καιρό συνέβη αρκετή αναστάτωση+ σχετικά με την Οδό.+ 24 Αφορμή στάθηκε κάποιος αργυροχόος που λεγόταν Δημήτριος, ο οποίος έφτιαχνε ασημένια ομοιώματα του ναού της Αρτέμιδος και παρείχε υπολογίσιμο κέρδος στους τεχνίτες.+ 25 Ο Δημήτριος συγκέντρωσε αυτούς και όσους εργάζονταν σε παρόμοια πράγματα και είπε: «Άντρες, γνωρίζετε καλά ότι η ευημερία μας εξαρτάται από αυτή την εργασία. 26 Τώρα βλέπετε και ακούτε ότι, όχι μόνο στην Έφεσο,+ αλλά σε όλη σχεδόν την επαρχία της Ασίας, αυτός ο Παύλος έπεισε αρκετό κόσμο και τους έκανε να αλλάξουν γνώμη, λέγοντας ότι οι θεοί που φτιάχνονται από χέρια δεν είναι πραγματικοί θεοί.+ 27 Υπάρχει λοιπόν κίνδυνος, όχι μόνο να καταφρονηθεί η εργασία μας, αλλά και να θεωρηθεί μηδαμινός ο ναός της μεγάλης θεάς Αρτέμιδος, και να στερηθεί τη μεγαλοπρέπειά της αυτή που λατρεύεται σε ολόκληρη την επαρχία της Ασίας και την κατοικημένη γη».* 28 Όταν τα άκουσαν αυτά, κυριεύτηκαν από θυμό και άρχισαν να κραυγάζουν: «Μεγάλη η Άρτεμις των Εφεσίων!»
29 Έγινε λοιπόν σάλος σε όλη την πόλη, και όρμησαν όλοι μαζί στο θέατρο, σέρνοντας μαζί τους τον Γάιο και τον Αρίσταρχο,+ Μακεδόνες που ταξίδευαν μαζί με τον Παύλο. 30 Ο δε Παύλος ήθελε να παρουσιαστεί ενώπιον του λαού, αλλά οι μαθητές δεν τον άφηναν. 31 Ακόμη και μερικοί επίτροποι των γιορτών και των αγώνων, οι οποίοι ήταν φιλικοί προς αυτόν, του έστειλαν μήνυμα παρακαλώντας τον να μη διακινδυνεύσει να πάει στο θέατρο. 32 Στην πραγματικότητα, μερικοί κραύγαζαν ένα πράγμα και άλλοι κάτι άλλο· διότι στη σύναξη επικρατούσε σύγχυση, και οι περισσότεροι δεν ήξεραν γιατί είχαν συγκεντρωθεί. 33 Έβγαλαν λοιπόν από το πλήθος τον Αλέξανδρο, τον οποίο οι Ιουδαίοι έσπρωξαν μπροστά, και ο Αλέξανδρος έκανε νόημα με το χέρι του θέλοντας να υπερασπιστεί τον εαυτό του στον λαό. 34 Αλλά όταν κατάλαβαν ότι ήταν Ιουδαίος, άρχισαν όλοι με μια φωνή να κραυγάζουν επί δύο περίπου ώρες: «Μεγάλη η Άρτεμις των Εφεσίων!»
35 Όταν ο γραμματέας της πόλης ησύχασε τελικά το πλήθος, είπε: «Άντρες Εφέσιοι, υπάρχει τάχα άνθρωπος που δεν ξέρει ότι η πόλη των Εφεσίων είναι ο φύλακας του ναού της μεγάλης Αρτέμιδος και του αγάλματος που έπεσε από τον ουρανό; 36 Εφόσον αυτά είναι αδιαμφισβήτητα, πρέπει να μένετε ήρεμοι και να μην ενεργείτε απερίσκεπτα. 37 Διότι φέρατε εδώ αυτούς τους ανθρώπους που ούτε ληστές ναών είναι ούτε βλασφημούν τη θεά μας. 38 Αν λοιπόν ο Δημήτριος+ και οι τεχνίτες που είναι μαζί του έχουν πράγματι μια κατηγορία εναντίον κάποιου, υπάρχουν δικάσιμες ημέρες και υπάρχουν ανθύπατοι·* ας καταγγείλουν ο ένας τον άλλον. 39 Αν όμως ζητάτε κάτι παραπάνω, αυτό πρέπει να αποφασιστεί σε τακτή συνέλευση. 40 Διότι κινδυνεύουμε πραγματικά να κατηγορηθούμε για στασιασμό σχετικά με τη σημερινή υπόθεση, επειδή δεν υπάρχει καμιά αιτία για να δικαιολογήσουμε αυτή την οχλαγωγία». 41 Και αφού τα είπε αυτά, διέλυσε τη σύναξη.
20 Όταν κόπασε ο σάλος, ο Παύλος κάλεσε τους μαθητές και, αφού τους ενθάρρυνε και τους αποχαιρέτησε, ξεκίνησε το ταξίδι του για τη Μακεδονία. 2 Αφού πέρασε από εκείνα τα μέρη και είπε πολλά ενθαρρυντικά λόγια σε αυτούς που βρίσκονταν εκεί, έφτασε στην Ελλάδα. 3 Έμεινε εκεί τρεις μήνες, αλλά επειδή οι Ιουδαίοι έστησαν πλεκτάνη εναντίον του+ όταν ετοιμαζόταν να αποπλεύσει για τη Συρία, αποφάσισε να επιστρέψει μέσω Μακεδονίας. 4 Τον συνόδευαν ο Σώπατρος, ο γιος του Πύρρου από τη Βέροια, ο Αρίσταρχος+ και ο Σεκούνδος από τους Θεσσαλονικείς, ο Γάιος από τη Δέρβη, ο Τιμόθεος+ και, από την επαρχία της Ασίας, ο Τυχικός+ και ο Τρόφιμος.+ 5 Αυτοί προπορεύτηκαν και μας περίμεναν στην Τρωάδα, 6 αλλά εμείς αποπλεύσαμε από τους Φιλίππους ύστερα από τις ημέρες των Άζυμων Άρτων,+ και μέσα σε πέντε ημέρες τούς συναντήσαμε στην Τρωάδα, όπου μείναμε εφτά ημέρες.
7 Την πρώτη ημέρα της εβδομάδας, ενώ ήμασταν συγκεντρωμένοι για να φάμε, ο Παύλος άρχισε να τους μιλάει, επειδή επρόκειτο να φύγει την επόμενη ημέρα· και παρέτεινε την ομιλία του μέχρι τα μεσάνυχτα. 8 Υπήρχαν δε αρκετά λυχνάρια στο ανώγειο όπου ήμασταν συγκεντρωμένοι. 9 Και κάποιος νεαρός, ο Εύτυχος, που καθόταν στο παράθυρο, κοιμήθηκε βαθιά ενώ ο Παύλος μιλούσε και, παραδομένος στον ύπνο, έπεσε από τον τρίτο όροφο και τον σήκωσαν νεκρό. 10 Αλλά ο Παύλος κατέβηκε κάτω, έπεσε πάνω του και τον αγκάλιασε+ και είπε: «Μη φωνάζετε, γιατί είναι ζωντανός».*+ 11 Κατόπιν ανέβηκε πάνω και άρχισε το γεύμα* και έφαγε. Συνέχισε τη συζήτηση αρκετή ώρα, μέχρι τα χαράματα, και μετά έφυγε. 12 Πήραν λοιπόν το αγόρι ζωντανό και παρηγορήθηκαν αφάνταστα.
13 Εμείς ανεβήκαμε στο πλοίο και αποπλεύσαμε για την Άσσο, από όπου σκοπεύαμε να πάρουμε τον Παύλο γιατί, αφού έδωσε σχετικές οδηγίες, σκόπευε να πάει εκεί με τα πόδια. 14 Όταν λοιπόν μας πρόφτασε στην Άσσο, τον πήραμε και πήγαμε στη Μυτιλήνη. 15 Και αφού αποπλεύσαμε από εκεί την επόμενη ημέρα, φτάσαμε απέναντι από τη Χίο, την άλλη ημέρα προσεγγίσαμε στη Σάμο και την ακόλουθη ημέρα φτάσαμε στη Μίλητο. 16 Ο Παύλος είχε αποφασίσει να παραπλεύσει την Έφεσο+ για να μη χρονοτριβήσει καθόλου στην επαρχία της Ασίας, διότι βιαζόταν να φτάσει στην Ιερουσαλήμ+ την ημέρα της Γιορτής της Πεντηκοστής αν τα κατάφερνε.
17 Ωστόσο, από τη Μίλητο έστειλε μήνυμα στην Έφεσο και κάλεσε τους πρεσβυτέρους της εκκλησίας. 18 Όταν ήρθαν σε αυτόν, τους είπε: «Εσείς γνωρίζετε καλά πώς συμπεριφέρθηκα ανάμεσά σας από την πρώτη ημέρα που πάτησα στην επαρχία της Ασίας,+ 19 υπηρετώντας ως δούλος τον Κύριο με κάθε ταπεινοφροσύνη+ και με δάκρυα και δοκιμασίες που με βρήκαν από τις πλεκτάνες των Ιουδαίων, 20 ενώ δεν δίστασα να σας πω οτιδήποτε ήταν ωφέλιμο* και να σας διδάξω δημόσια+ και από σπίτι σε σπίτι.+ 21 Αλλά έδωσα πλήρη μαρτυρία σε Ιουδαίους και Έλληνες σχετικά με τη μετάνοια+ προς τον Θεό και την πίστη στον Κύριό μας Ιησού.+ 22 Και τώρα, υποχρεωμένος από το* πνεύμα, ταξιδεύω για την Ιερουσαλήμ, μολονότι δεν ξέρω τι θα μου συμβεί εκεί, 23 παρά μόνο ότι από πόλη σε πόλη το άγιο πνεύμα με βεβαιώνει επανειλημμένα ότι με περιμένουν φυλάκιση και θλίψεις.+ 24 Παρ’ όλα αυτά, δεν θεωρώ τη ζωή* μου καθόλου σημαντική* για εμένα, αρκεί να τελειώσω την πορεία μου+ και τη διακονία που έλαβα από τον Κύριο Ιησού, να δώσω πλήρη μαρτυρία για τα καλά νέα της παρ’ αξίαν καλοσύνης του Θεού.
25 »Και τώρα γνωρίζω ότι κανείς από εσάς, ανάμεσα στους οποίους κήρυξα τη Βασιλεία, δεν θα με ξαναδεί. 26 Γι’ αυτό, σας καλώ να πείτε ως μάρτυρες αυτήν εδώ την ημέρα ότι είμαι καθαρός από το αίμα όλων,+ 27 γιατί δεν δίστασα να σας πω όλη τη βουλή* του Θεού.+ 28 Προσέχετε τον εαυτό σας+ και όλο το ποίμνιο, μέσα στο οποίο το άγιο πνεύμα σάς διόρισε επισκόπους,+ για να ποιμαίνετε την εκκλησία του Θεού+ την οποία αγόρασε με το αίμα του ίδιου του Γιου του.+ 29 Γνωρίζω ότι μετά την αναχώρησή μου θα μπουν ανάμεσά σας καταπιεστικοί λύκοι+ και δεν θα μεταχειρίζονται το ποίμνιο με τρυφερότητα, 30 και από εσάς τους ίδιους θα εμφανιστούν άντρες που θα λένε διεστραμμένα πράγματα για να παρασύρουν τους μαθητές πίσω τους.+
31 »Γι’ αυτό, να μένετε άγρυπνοι και να θυμάστε ότι επί τρία χρόνια,+ νύχτα και ημέρα, δεν έπαψα να νουθετώ τον καθέναν σας με δάκρυα. 32 Και τώρα σας εμπιστεύομαι στον Θεό και στον λόγο της παρ’ αξίαν καλοσύνης του, ο οποίος λόγος μπορεί να σας εποικοδομήσει και να σας δώσει την κληρονομιά μεταξύ όλων των αγιασμένων.+ 33 Δεν επιθύμησα το ασήμι ή το χρυσάφι ή τα ρούχα κανενός.+ 34 Εσείς ξέρετε ότι αυτά τα χέρια κάλυψαν τις ανάγκες τις δικές μου+ και εκείνων που ήταν μαζί μου. 35 Σας έδειξα στο καθετί ότι, εργαζόμενοι σκληρά με αυτόν τον τρόπο,+ πρέπει να βοηθάτε εκείνους που είναι αδύναμοι και ότι πρέπει να θυμάστε τα λόγια του Κυρίου Ιησού, ο οποίος είπε: “Μεγαλύτερη ευτυχία νιώθει κάποιος όταν δίνει+ παρά όταν λαβαίνει”».
36 Και αφού τα είπε αυτά, γονάτισε μαζί με όλους και προσευχήθηκε. 37 Τότε όλοι ξέσπασαν σε γοερά κλάματα και αγκάλιασαν τον Παύλο* και τον φιλούσαν στοργικά,* 38 επειδή πονούσαν πάρα πολύ με αυτό που είχε πει, ότι δεν θα τον ξανάβλεπαν.+ Και τον ξεπροβόδισαν ως το πλοίο.
21 Αφού τους αποχωριστήκαμε με μεγάλη δυσκολία και αποπλεύσαμε, ακολουθήσαμε ευθεία πορεία και φτάσαμε στην Κω, την επόμενη ημέρα στη Ρόδο, και από εκεί στα Πάταρα. 2 Στη συνέχεια, βρήκαμε ένα πλοίο που θα περνούσε απέναντι στη Φοινίκη, επιβιβαστήκαμε και αποπλεύσαμε. 3 Αργότερα αντικρίσαμε την Κύπρο, την αφήσαμε στα αριστερά μας, συνεχίσαμε προς τη Συρία και αποβιβαστήκαμε στην Τύρο, όπου το πλοίο επρόκειτο να ξεφορτώσει. 4 Ψάξαμε και βρήκαμε τους μαθητές και μείναμε εκεί εφτά ημέρες. Αλλά μέσω του πνεύματος εκείνοι έλεγαν επανειλημμένα στον Παύλο να μην πάει στην Ιερουσαλήμ.+ 5 Όταν ήρθε η ώρα να φύγουμε, βγήκαμε και ξεκινήσαμε, και όλοι τους, μαζί με τις γυναίκες και τα παιδιά, μας ξεπροβόδισαν μέχρι έξω από την πόλη. Και γονατίζοντας στην ακρογιαλιά, προσευχηθήκαμε 6 και αποχαιρετιστήκαμε. Έπειτα εμείς ανεβήκαμε στο πλοίο, και εκείνοι επέστρεψαν στα σπίτια τους.
7 Φτάνοντας από την Τύρο στην Πτολεμαΐδα, χαιρετήσαμε τους αδελφούς και μείναμε μαζί τους μία ημέρα. 8 Την επόμενη ημέρα, φύγαμε και πήγαμε στην Καισάρεια και μπήκαμε στο σπίτι του Φιλίππου του ευαγγελιστή, ενός από τους εφτά άντρες,+ και μείναμε μαζί του. 9 Αυτός είχε τέσσερις ανύπαντρες* κόρες που προφήτευαν.+ 10 Αλλά αφού είχαμε μείνει εκεί αρκετές ημέρες, κατέβηκε από την Ιουδαία κάποιος προφήτης που λεγόταν Άγαβος.+ 11 Και ήρθε σε εμάς, πήρε τη ζώνη του Παύλου, δέθηκε με αυτήν χειροπόδαρα και είπε: «Να τι λέει το άγιο πνεύμα: “Έτσι θα δέσουν οι Ιουδαίοι στην Ιερουσαλήμ+ τον άντρα στον οποίο ανήκει αυτή η ζώνη και θα τον παραδώσουν στα χέρια εθνικών”».+ 12 Όταν το ακούσαμε αυτό, τόσο εμείς όσο και οι ντόπιοι αδελφοί αρχίσαμε να τον ικετεύουμε να μην ανεβεί στην Ιερουσαλήμ. 13 Τότε ο Παύλος αποκρίθηκε: «Τι κάνετε τώρα; Γιατί κλαίτε και προσπαθείτε να με πτοήσετε;* Να είστε βέβαιοι ότι είμαι έτοιμος, όχι μόνο να δεθώ, αλλά και να πεθάνω στην Ιερουσαλήμ για το όνομα του Κυρίου Ιησού».+ 14 Καθώς ήταν αμετάπειστος, πάψαμε να φέρνουμε αντιρρήσεις* και είπαμε: «Ας γίνει το θέλημα του Ιεχωβά».*
15 Ύστερα από αυτές τις ημέρες, ετοιμαστήκαμε για το ταξίδι και ξεκινήσαμε για την Ιερουσαλήμ. 16 Μαζί μας ήρθαν και μερικοί μαθητές από την Καισάρεια για να μας πάνε στον Μνάσονα τον Κύπριο, έναν από τους πρώτους μαθητές, στου οποίου το σπίτι επρόκειτο να φιλοξενηθούμε. 17 Όταν φτάσαμε στην Ιερουσαλήμ, οι αδελφοί μάς υποδέχτηκαν με χαρά. 18 Την επόμενη ημέρα, ο Παύλος ήρθε μαζί μας στον Ιάκωβο,+ και ήταν παρόντες όλοι οι πρεσβύτεροι. 19 Και τους χαιρέτησε και άρχισε να αφηγείται λεπτομερώς όσα έκανε ο Θεός ανάμεσα στα έθνη μέσω της διακονίας του.
20 Αφού τα άκουσαν αυτά, άρχισαν να δοξάζουν τον Θεό, αλλά του είπαν: «Όπως βλέπεις, αδελφέ, χιλιάδες Ιουδαίοι έχουν πιστέψει και είναι όλοι ζηλωτές για τον Νόμο.+ 21 Αλλά άκουσαν να φημολογείται ότι εσύ διδάσκεις αποστασία από τον Μωυσή σε όλους τους Ιουδαίους που είναι ανάμεσα στα έθνη, λέγοντάς τους να μην περιτέμνουν τα παιδιά τους ούτε να τηρούν τα έθιμα.+ 22 Τι πρέπει να γίνει λοιπόν; Ασφαλώς θα ακούσουν ότι ήρθες. 23 Γι’ αυτό, κάνε το εξής: Τέσσερις άντρες ανάμεσά μας έχουν κάνει ευχή. 24 Πάρε τους και καθαρίσου τελετουργικά μαζί τους και ανάλαβε τα έξοδά τους για να ξυρίσουν το κεφάλι τους. Τότε όλοι θα καταλάβουν ότι οι φήμες για εσένα δεν έχουν βάση, αλλά ότι περπατάς ορθά και τηρείς και εσύ τον Νόμο.+ 25 Όσο για τους πιστούς από τα έθνη, εμείς τους στείλαμε γραπτώς την απόφασή μας ότι πρέπει να φυλάγονται από ό,τι έχει θυσιαστεί σε είδωλα,+ καθώς και από αίμα,+ από πνιχτά*+ και από σεξουαλική ανηθικότητα».*+
26 Τότε ο Παύλος πήρε τους άντρες την επόμενη ημέρα, καθαρίστηκε τελετουργικά μαζί τους+ και μπήκε στον ναό για να δηλώσει πότε θα συμπληρώνονταν οι ημέρες του τελετουργικού καθαρισμού και θα παρουσιαζόταν η προσφορά για τον καθέναν τους.
27 Όταν λοιπόν κόντευαν να τελειώσουν οι εφτά ημέρες, οι Ιουδαίοι από την Ασία, βλέποντάς τον στον ναό, ξεσήκωσαν όλο το πλήθος και τον άρπαξαν, 28 φωνάζοντας: «Άντρες Ισραηλίτες, βοηθάτε! Αυτός είναι που διδάσκει όλους παντού εναντίον του λαού μας και του Νόμου μας και αυτού του τόπου. Και σαν να μην έφτανε αυτό, έφερε και Έλληνες μέσα στον ναό και μόλυνε αυτόν τον άγιο τόπο».+ 29 Διότι προηγουμένως είχαν δει μαζί του στην πόλη τον Τρόφιμο+ τον Εφέσιο και νόμιζαν ότι ο Παύλος τον είχε φέρει και μέσα στον ναό. 30 Έγινε δε σάλος σε ολόκληρη την πόλη, και ο λαός έτρεξε σύσσωμος, άρπαξαν τον Παύλο, τον έσυραν έξω από τον ναό και οι πόρτες κλείστηκαν αμέσως. 31 Ενώ προσπαθούσαν να τον σκοτώσουν, ο χιλίαρχος* της στρατιωτικής μονάδας πληροφορήθηκε ότι όλη η Ιερουσαλήμ ήταν ανάστατη. 32 Γι’ αυτό, πήρε αμέσως στρατιώτες και εκατόνταρχους* και έτρεξε προς το μέρος τους. Όταν εκείνοι είδαν τον χιλίαρχο και τους στρατιώτες, έπαψαν να χτυπούν τον Παύλο.
33 Τότε ο χιλίαρχος πλησίασε και τον έθεσε υπό κράτηση και διέταξε να τον δέσουν με δύο αλυσίδες·+ μετά άρχισε να ρωτάει ποιος ήταν και τι είχε κάνει. 34 Αλλά μερικοί από το πλήθος φώναζαν ένα πράγμα και άλλοι κάτι άλλο. Επειδή λοιπόν δεν μπορούσε να μάθει κάτι σίγουρο εξαιτίας της οχλοβοής, έδωσε εντολή να τον φέρουν στον στρατώνα. 35 Όταν όμως έφτασε στα σκαλοπάτια, το πλήθος ήταν τόσο βίαιο ώστε οι στρατιώτες χρειάστηκε να τον πάρουν σηκωτό, 36 γιατί πλήθος λαού ακολουθούσε κραυγάζοντας: «Σκοτώστε τον!»
37 Καθώς ετοιμάζονταν να τον οδηγήσουν μέσα στον στρατώνα, ο Παύλος είπε στον χιλίαρχο: «Μου επιτρέπεις να σου πω κάτι;» Αυτός ρώτησε: «Ξέρεις ελληνικά; 38 Μα δεν είσαι εσύ ο Αιγύπτιος που υποκίνησε πριν από λίγο καιρό στασιασμό και οδήγησε τους 4.000 ξιφοφόρους στην έρημο;» 39 Τότε ο Παύλος είπε: «Εγώ είμαι Ιουδαίος+ από την Ταρσό+ της Κιλικίας, πολίτης σημαίνουσας πόλης. Γι’ αυτό, σε παρακαλώ, επίτρεψέ μου να μιλήσω στον λαό». 40 Αφού εκείνος του έδωσε την άδεια, ο Παύλος στάθηκε στα σκαλοπάτια και έκανε νόημα με το χέρι του στον λαό. Όταν έγινε ησυχία, τους μίλησε στην εβραϊκή γλώσσα+ και τους είπε:
22 «Άντρες, αδελφοί και πατέρες, ακούστε τώρα την υπεράσπισή μου προς εσάς».+ 2 Όταν άκουσαν ότι τους μιλούσε στην εβραϊκή γλώσσα, ησύχασαν ακόμη περισσότερο, και εκείνος είπε: 3 «Εγώ είμαι Ιουδαίος,+ γεννημένος στην Ταρσό της Κιλικίας.+ Σπούδασα σε αυτήν εδώ την πόλη στα πόδια του Γαμαλιήλ,+ εκπαιδεύτηκα να τηρώ αυστηρά τον προγονικό Νόμο+ και είμαι ζηλωτής για τον Θεό όπως είστε σήμερα όλοι εσείς.+ 4 Δίωξα αυτή την Οδό μέχρι θανάτου, δένοντας και παραδίδοντας σε φυλακές άντρες και γυναίκες,+ 5 όπως μπορούν να βεβαιώσουν τόσο ο αρχιερέας όσο και όλη η συνέλευση των πρεσβυτέρων. Από αυτούς πήρα και επιστολές προς τους αδελφούς μας στη Δαμασκό, και πήγαινα να φέρω όσους ήταν εκεί δεμένους στην Ιερουσαλήμ για να τιμωρηθούν.
6 »Αλλά καθώς ταξίδευα και πλησίαζα στη Δαμασκό, γύρω στο μεσημέρι, ξαφνικά άστραψε ολόγυρά μου ένα δυνατό φως από τον ουρανό,+ 7 και έπεσα στο έδαφος και άκουσα μια φωνή να μου λέει: “Σαούλ, Σαούλ, γιατί με διώκεις;” 8 Εγώ απάντησα: “Ποιος είσαι, Κύριε;” Και εκείνος μου είπε: “Είμαι ο Ιησούς ο Ναζωραίος, τον οποίο εσύ διώκεις”. 9 Οι άντρες που ήταν μαζί μου είδαν μεν το φως, αλλά δεν άκουσαν τη φωνή εκείνου που μου μιλούσε. 10 Τότε είπα: “Τι να κάνω, Κύριε;” Ο Κύριος μου είπε: “Σήκω, μπες στη Δαμασκό, και εκεί θα σου πουν όλα όσα έχει οριστεί να κάνεις”.+ 11 Αλλά επειδή δεν έβλεπα τίποτα εξαιτίας της λάμψης εκείνου του φωτός, αυτοί που ήταν μαζί μου με οδήγησαν ως τη Δαμασκό από το χέρι.
12 »Έπειτα, κάποιος ονόματι Ανανίας, ευλαβής άντρας σύμφωνα με τον Νόμο, ο οποίος είχε καλή φήμη μεταξύ όλων των Ιουδαίων που ζούσαν εκεί, 13 ήρθε σε εμένα, στάθηκε κοντά μου και μου είπε: “Σαούλ, αδελφέ, ξαναβρές την όρασή σου!” Την ίδια στιγμή σήκωσα τα μάτια μου και τον είδα.+ 14 Αυτός είπε: “Ο Θεός των προπατόρων μας σε επέλεξε για να γνωρίσεις το θέλημά του και να δεις τον Δίκαιο+ και να ακούσεις τη φωνή του στόματός του, 15 επειδή θα είσαι μάρτυρας για εκείνον σε όλους τους ανθρώπους σχετικά με τα όσα είδες και άκουσες.+ 16 Και τώρα γιατί καθυστερείς; Σήκω, βαφτίσου και καθαρίσου από τις αμαρτίες σου+ επικαλούμενος το όνομά του”.+
17 »Όταν επέστρεψα στην Ιερουσαλήμ,+ και ενώ προσευχόμουν στον ναό, ήρθα σε έκσταση 18 και είδα τον Κύριο να μου λέει: “Βιάσου και φύγε γρήγορα από την Ιερουσαλήμ, επειδή δεν θα δεχτούν τη μαρτυρία σου σχετικά με εμένα”.+ 19 Και εγώ είπα: “Κύριε, αυτοί ξέρουν καλά ότι εγώ φυλάκιζα και έδερνα στη μια συναγωγή μετά την άλλη εκείνους που πιστεύουν σε εσένα·+ 20 και όταν χυνόταν το αίμα του Στεφάνου του μάρτυρά σου, εγώ στεκόμουν δίπλα και επιδοκίμαζα και φύλαγα τα εξωτερικά ρούχα εκείνων που τον σκότωναν”.+ 21 Εκείνος όμως μου είπε: “Πήγαινε, επειδή θα σε στείλω σε έθνη που βρίσκονται μακριά”».+
22 Τον άκουγαν λοιπόν ώσπου είπε αυτά τα λόγια. Τότε ύψωσαν τη φωνή τους και είπαν: «Εξαφανίστε τον από τη γη, γιατί ένας τέτοιος άνθρωπος δεν πρέπει να ζει!» 23 Επειδή κραύγαζαν, πετούσαν τα εξωτερικά τους ρούχα και σκόρπιζαν χώμα στον αέρα,+ 24 ο χιλίαρχος* πρόσταξε να φέρουν τον Παύλο στον στρατώνα και είπε να τον ανακρίνουν με μαστίγωμα, ώστε να εξακριβώσει γιατί φώναζαν έτσι εναντίον του. 25 Αλλά αφού τον τέντωσαν για να τον μαστιγώσουν, ο Παύλος είπε στον εκατόνταρχο* ο οποίος στεκόταν εκεί: «Είναι νόμιμο να μαστιγώνετε Ρωμαίο* που δεν έχει καταδικαστεί;»*+ 26 Όταν ο εκατόνταρχος το άκουσε αυτό, πήγε στον χιλίαρχο και το ανέφερε, λέγοντας: «Τι σκοπεύεις να κάνεις; Επειδή ο άνθρωπος αυτός είναι Ρωμαίος». 27 Γι’ αυτό, ο χιλίαρχος πλησίασε και του είπε: «Πες μου, είσαι Ρωμαίος;» Εκείνος είπε: «Ναι». 28 Ο χιλίαρχος αποκρίθηκε: «Εγώ έδωσα πολλά χρήματα για να αγοράσω τα δικαιώματα του πολίτη». Ο Παύλος είπε: «Εγώ όμως τα έχω από τότε που γεννήθηκα».+
29 Αμέσως λοιπόν, οι άντρες που επρόκειτο να τον ανακρίνουν με βασανιστήρια απομακρύνθηκαν από εκείνον· και ο χιλίαρχος φοβήθηκε όταν συνειδητοποίησε ότι είχε αλυσοδέσει έναν Ρωμαίο.+
30 Την επόμενη ημέρα, επειδή ήθελε να μάθει με βεβαιότητα γιατί τον κατηγορούσαν οι Ιουδαίοι, τον έλυσε και διέταξε να συναχθούν οι πρωθιερείς και όλο το Σάνχεδριν. Κατόπιν κατέβασε τον Παύλο και τον έβαλε να σταθεί ανάμεσά τους.+
23 Ο Παύλος προσήλωσε το βλέμμα του στο Σάνχεδριν και είπε: «Άντρες αδελφοί, εγώ έχω συμπεριφερθεί ενώπιον του Θεού με τελείως καθαρή συνείδηση+ μέχρι σήμερα». 2 Τότε ο αρχιερέας Ανανίας πρόσταξε εκείνους που στέκονταν δίπλα του να τον χτυπήσουν στο στόμα. 3 Και ο Παύλος τού είπε: «Εσένα θα σε χτυπήσει ο Θεός, τοίχε ασβεστωμένε. Κάθεσαι να με δικάσεις σύμφωνα με τον Νόμο και ταυτόχρονα τον παραβιάζεις, διατάζοντας να με χτυπήσουν;» 4 Εκείνοι που στέκονταν δίπλα είπαν: «Τον αρχιερέα του Θεού προσβάλλεις;» 5 Και ο Παύλος είπε: «Αδελφοί, δεν ήξερα ότι είναι αρχιερέας. Διότι είναι γραμμένο: “Δεν πρέπει να κακολογήσεις άρχοντα του λαού σου”».+
6 Ο Παύλος, καταλαβαίνοντας ότι το Σάνχεδριν αποτελούνταν εν μέρει από Σαδδουκαίους και εν μέρει από Φαρισαίους, φώναξε: «Άντρες αδελφοί, εγώ είμαι Φαρισαίος,+ γιος Φαρισαίων. Σχετικά με την ελπίδα της ανάστασης των νεκρών δικάζομαι». 7 Επειδή το είπε αυτό, έγινε διένεξη μεταξύ των Φαρισαίων και των Σαδδουκαίων, και η σύναξη διχάστηκε. 8 Διότι οι Σαδδουκαίοι λένε ότι δεν υπάρχει ούτε ανάσταση ούτε άγγελος ούτε πνεύμα, αλλά οι Φαρισαίοι τα δέχονται* όλα αυτά.+ 9 Ξέσπασε λοιπόν μεγάλη ταραχή, και ορισμένοι γραμματείς της παράταξης των Φαρισαίων σηκώθηκαν και άρχισαν να φιλονικούν άγρια, λέγοντας: «Εμείς δεν βρίσκουμε τίποτα κακό σε αυτόν τον άνθρωπο, αλλά αν του μίλησε πνεύμα ή άγγελος+—». 10 Όταν η διένεξη πήρε μεγάλες διαστάσεις, ο χιλίαρχος* φοβήθηκε ότι θα έκαναν τον Παύλο κομμάτια και διέταξε τους στρατιώτες να κατεβούν και να τον αρπάξουν από ανάμεσά τους και να τον φέρουν στον στρατώνα.
11 Την επόμενη νύχτα ο Κύριος στάθηκε δίπλα του και είπε: «Πάρε θάρρος!+ Διότι όπως δίνεις πλήρη μαρτυρία για εμένα στην Ιερουσαλήμ, έτσι πρέπει να δώσεις και στη Ρώμη».+
12 Όταν ξημέρωσε, οι Ιουδαίοι συνωμότησαν και δεσμεύτηκαν με κατάρα* να μη φάνε ούτε να πιουν μέχρι να σκοτώσουν τον Παύλο. 13 Περισσότεροι από 40 άντρες έκαναν με όρκο αυτή τη συνωμοσία. 14 Αυτοί πήγαν στους πρωθιερείς και στους πρεσβυτέρους και είπαν: «Δεσμευτήκαμε επίσημα με κατάρα* να μη φάμε απολύτως τίποτα μέχρι να σκοτώσουμε τον Παύλο. 15 Τώρα λοιπόν, εσείς, μαζί με το Σάνχεδριν, πείτε στον χιλίαρχο να τον κατεβάσει σε εσάς, επειδή δήθεν θέλετε να εξετάσετε πιο διεξοδικά την υπόθεσή του. Και πριν πλησιάσει, εμείς θα είμαστε έτοιμοι να τον σκοτώσουμε».
16 Ωστόσο, ο γιος της αδελφής του Παύλου άκουσε για την ενέδρα που σχεδίαζαν και μπήκε στον στρατώνα και του το ανέφερε. 17 Τότε, ο Παύλος φώναξε έναν εκατόνταρχο* και είπε: «Πήγαινε τον νεαρό στον χιλίαρχο, γιατί έχει κάτι να του αναφέρει». 18 Εκείνος λοιπόν τον πήγε στον χιλίαρχο και είπε: «Ο κρατούμενος Παύλος με φώναξε και μου ζήτησε να σου φέρω αυτόν τον νεαρό, επειδή έχει κάτι να σου πει». 19 Ο χιλίαρχος τον έπιασε από το χέρι, τον πήρε ιδιαιτέρως και τον ρώτησε: «Τι έχεις να μου αναφέρεις;» 20 Εκείνος είπε: «Οι Ιουδαίοι συνεννοήθηκαν να σου ζητήσουν να κατεβάσεις τον Παύλο στο Σάνχεδριν αύριο, επειδή δήθεν σκοπεύουν να μάθουν περισσότερες λεπτομέρειες για την υπόθεσή του.+ 21 Αλλά εσύ μην τους αφήσεις να σε πείσουν, γιατί περισσότεροι από 40 άντρες ανάμεσά τους του έχουν στήσει ενέδρα και έχουν δεσμευτεί με κατάρα* να μη φάνε ούτε να πιουν μέχρι να τον σκοτώσουν·+ και τώρα είναι έτοιμοι και περιμένουν την έγκρισή σου». 22 Ο χιλίαρχος λοιπόν άφησε τον νεαρό να φύγει αφού τον πρόσταξε: «Μην πεις σε κανέναν ότι μου το ανέφερες αυτό».
23 Και κάλεσε δύο εκατόνταρχους και είπε: «Ετοιμάστε 200 στρατιώτες για να πεζοπορήσουν μέχρι την Καισάρεια, καθώς και 70 ιππείς και 200 λογχοφόρους, την τρίτη ώρα της νύχτας.* 24 Επίσης, βρείτε άλογα για να μεταφερθεί ο Παύλος με ασφάλεια στον Φήλικα τον κυβερνήτη». 25 Και έγραψε την εξής επιστολή:
26 «Ο Κλαύδιος Λυσίας προς τον εξοχότατο κυβερνήτη Φήλικα: Χαίρε! 27 Αυτόν τον άντρα τον έπιασαν οι Ιουδαίοι και ετοιμάζονταν να τον σκοτώσουν, αλλά εγώ έτρεξα με τους στρατιώτες μου και τον έσωσα,+ επειδή έμαθα ότι είναι Ρωμαίος.+ 28 Και θέλοντας να εξακριβώσω την αιτία για την οποία τον κατηγορούσαν, τον κατέβασα στο Σάνχεδρίν τους.+ 29 Διαπίστωσα ότι κατηγορείται για ζητήματα του Νόμου τους,+ αλλά όχι για κάτι που να επισύρει θάνατο ή φυλάκιση. 30 Ωστόσο, επειδή μου φανέρωσαν μια πλεκτάνη εναντίον του,+ τον στέλνω αμέσως σε εσένα και διατάζω τους κατηγόρους να μιλήσουν εναντίον του ενώπιόν σου».
31 Έτσι λοιπόν, οι στρατιώτες πήραν τον Παύλο,+ σύμφωνα με τις διαταγές που είχαν, και τον έφεραν τη νύχτα στην Αντιπατρίδα. 32 Την επόμενη ημέρα άφησαν τους ιππείς να προχωρήσουν μαζί του, ενώ οι ίδιοι γύρισαν στον στρατώνα. 33 Οι ιππείς μπήκαν στην Καισάρεια, παρέδωσαν την επιστολή στον κυβερνήτη και του παρουσίασαν και τον Παύλο. 34 Αυτός τη διάβασε, τον ρώτησε από ποια επαρχία ήταν και έμαθε ότι ήταν από την Κιλικία.+ 35 «Θα σου παραχωρήσω πλήρη ακρόαση», είπε, «όταν φτάσουν οι κατήγοροί σου».+ Και διέταξε να φρουρείται στο ανάκτορο* του Ηρώδη.
24 Ύστερα από πέντε ημέρες κατέβηκαν ο αρχιερέας Ανανίας,+ μερικοί πρεσβύτεροι και ένας δημόσιος ομιλητής* ονόματι Τέρτυλλος και παρουσίασαν στον κυβερνήτη την υπόθεσή τους εναντίον του Παύλου.+ 2 Όταν ο Τέρτυλλος κλήθηκε, άρχισε να τον κατηγορεί, λέγοντας:
«Επειδή απολαμβάνουμε μεγάλη ειρήνη χάρη σε εσένα, και χάρη στη δική σου πρόνοια γίνονται μεταρρυθμίσεις σε αυτό το έθνος, 3 το αναγνωρίζουμε αυτό παντού και πάντα, εξοχότατε Φήλικα, με τη μεγαλύτερη ευγνωμοσύνη. 4 Αλλά για να μη σε καθυστερώ άλλο, σε παρακαλώ να μας ακούσεις λίγο αν έχεις την καλοσύνη. 5 Διότι διαπιστώσαμε ότι αυτός ο άντρας είναι πραγματική πληγή,*+ επειδή υποκινεί στασιασμούς+ μεταξύ όλων των Ιουδαίων σε ολόκληρη την κατοικημένη γη,* και είναι πρωτοστάτης της αίρεσης των Ναζωραίων.+ 6 Προσπάθησε μάλιστα να βεβηλώσει τον ναό και τον πιάσαμε.+ 7* —— 8 Όταν τον ανακρίνεις εσύ ο ίδιος, θα εξακριβώσεις όλα αυτά για τα οποία τον κατηγορούμε».
9 Τότε έλαβαν μέρος και οι Ιουδαίοι στην επίθεση, ισχυριζόμενοι ότι έτσι έχουν τα πράγματα. 10 Όταν ο κυβερνήτης έγνεψε στον Παύλο να μιλήσει, εκείνος απάντησε:
«Επειδή ξέρω καλά ότι αυτό το έθνος σε έχει κριτή πολλά χρόνια, θα υπερασπιστώ πρόθυμα τον εαυτό μου.+ 11 Όπως μπορείς να εξακριβώσεις και ο ίδιος, δεν έχουν περάσει περισσότερες από 12 ημέρες αφότου ανέβηκα για να προσφέρω λατρεία στην Ιερουσαλήμ·+ 12 και δεν με βρήκαν ούτε να λογοφέρνω με κανέναν στον ναό ούτε να προξενώ οχλαγωγία, είτε στις συναγωγές είτε σε ολόκληρη την πόλη. 13 Ούτε μπορούν να σου αποδείξουν αυτά για τα οποία με κατηγορούν αυτή τη στιγμή. 14 Αλλά σου ομολογώ ότι, σύμφωνα με την οδό την οποία αυτοί αποκαλούν αίρεση, έτσι ακριβώς αποδίδω ιερή υπηρεσία στον Θεό των προπατόρων μου,+ καθώς πιστεύω όλα όσα εκτίθενται στον Νόμο και είναι γραμμένα στους Προφήτες.+ 15 Και έχω ελπίδα στον Θεό, την οποία έχουν και αυτοί, ότι θα γίνει ανάσταση+ δικαίων και αδίκων.+ 16 Γι’ αυτό, αγωνίζομαι πάντα να διατηρώ καθαρή* συνείδηση ενώπιον Θεού και ανθρώπων.+ 17 Ύστερα λοιπόν από αρκετά χρόνια, ήρθα για να φέρω δώρα ελέους*+ στο έθνος μου και για να κάνω προσφορές. 18 Ενώ φρόντιζα για αυτά τα ζητήματα, με βρήκαν τελετουργικά καθαρισμένο στον ναό,+ χωρίς όμως να έχω γύρω μου πλήθος ή να προξενώ αναστάτωση. Κάποιοι δε Ιουδαίοι από την επαρχία της Ασίας 19 έπρεπε να είναι παρόντες ενώπιόν σου για να με κατηγορήσουν αν έχουν όντως κάτι εναντίον μου.+ 20 Ή, αυτοί που είναι εδώ ας πουν τι αδίκημα βρήκαν σε εμένα όταν στάθηκα ενώπιον του Σάνχεδριν, 21 εκτός από αυτό το ένα πράγμα που φώναξα ανάμεσά τους: “Σχετικά με την ανάσταση των νεκρών δικάζομαι σήμερα ενώπιόν σας!”»+
22 Ωστόσο, ο Φήλιξ, επειδή γνώριζε καλά τα σχετικά με αυτή την Οδό,+ άρχισε να αναβάλλει την υπόθεσή τους και είπε: «Όποτε κατεβεί ο Λυσίας ο χιλίαρχος,* θα αποφασίσω για το ζήτημά σας». 23 Και πρόσταξε τον εκατόνταρχο* να τον έχουν υπό κράτηση αλλά να του παρέχουν κάποια ελευθερία και να επιτρέπουν στους δικούς του να φροντίζουν για τις ανάγκες του.
24 Μερικές ημέρες αργότερα ήρθε ο Φήλιξ με τη Δρουσίλλα τη σύζυγό του, η οποία ήταν Ιουδαία, και κάλεσε τον Παύλο και τον άκουσε να μιλάει για την πίστη στον Χριστό Ιησού.+ 25 Αλλά καθώς ο Παύλος μιλούσε για δικαιοσύνη και για εγκράτεια και για την ερχόμενη κρίση,+ ο Φήλιξ φοβήθηκε και απάντησε: «Πήγαινε προς το παρόν, και όταν βρω ευκαιρία θα σε ξανακαλέσω». 26 Συγχρόνως έλπιζε ότι ο Παύλος θα του έδινε χρήματα. Γι’ αυτό, τον καλούσε ακόμη πιο συχνά και μιλούσε μαζί του. 27 Αλλά αφού πέρασαν δύο χρόνια, διαδέχθηκε τον Φήλικα ο Πόρκιος Φήστος· και επειδή ο Φήλιξ ήθελε να κερδίσει την εύνοια των Ιουδαίων,+ άφησε τον Παύλο υπό κράτηση.
25 Ο Φήστος,+ τρεις ημέρες αφότου έφτασε στην επαρχία και ανέλαβε καθήκοντα, ανέβηκε από την Καισάρεια στην Ιερουσαλήμ. 2 Και οι πρωθιερείς και οι προύχοντες των Ιουδαίων τού μίλησαν εναντίον του Παύλου.+ Τον παρακαλούσαν δε 3 να τους κάνει τη χάρη* να στείλει τον Παύλο στην Ιερουσαλήμ. Αυτοί όμως σχεδίαζαν να του στήσουν ενέδρα και να τον σκοτώσουν στον δρόμο.+ 4 Ωστόσο, ο Φήστος απάντησε ότι ο Παύλος θα κρατούνταν στην Καισάρεια και ότι ο ίδιος επρόκειτο να επιστρέψει σύντομα εκεί. 5 Και είπε: «Γι’ αυτό, εκείνοι που έχουν εξουσία ανάμεσά σας ας κατεβούν μαζί μου και ας τον κατηγορήσουν, αν όντως έχει κάνει κάτι κακό».+
6 Αφού λοιπόν έμεινε μαζί τους μόνο 8 με 10 ημέρες, κατέβηκε στην Καισάρεια. Την επόμενη ημέρα, κάθισε στη δικαστική έδρα και διέταξε να φέρουν τον Παύλο. 7 Όταν αυτός μπήκε μέσα, οι Ιουδαίοι που είχαν κατεβεί από την Ιερουσαλήμ στάθηκαν γύρω του διατυπώνοντας εναντίον του πολλές σοβαρές αλλά αναπόδεικτες κατηγορίες.+
8 Ο δε Παύλος είπε υπερασπιζόμενος τον εαυτό του: «Ούτε εναντίον του Νόμου των Ιουδαίων ούτε εναντίον του ναού ούτε εναντίον του Καίσαρα έχω αμαρτήσει».+ 9 Ο Φήστος, θέλοντας να κερδίσει την εύνοια των Ιουδαίων,+ αποκρίθηκε στον Παύλο: «Θέλεις να ανεβείς στην Ιερουσαλήμ και να δικαστείς εκεί ενώπιόν μου σχετικά με αυτά τα ζητήματα;» 10 Ο Παύλος όμως είπε: «Στέκομαι ενώπιον της δικαστικής έδρας του Καίσαρα, εκεί που πρέπει να δικάζομαι. Δεν έχω κάνει τίποτα κακό στους Ιουδαίους, όπως αντιλαμβάνεσαι και εσύ πολύ καλά. 11 Αν έχω όντως αδικοπραγήσει και έχω διαπράξει οτιδήποτε που να επισύρει θάνατο,+ δεν ζητώ να μην πεθάνω· αν όμως οι κατηγορίες τους εναντίον μου είναι ανυπόστατες, κανείς δεν έχει το δικαίωμα να με παραδώσει σε αυτούς απλώς για να τους κάνει τη χάρη. Τον Καίσαρα επικαλούμαι!»+ 12 Τότε ο Φήστος, αφού μίλησε με το συμβούλιο, απάντησε: «Τον Καίσαρα επικαλέστηκες, στον Καίσαρα θα πας».
13 Έπειτα από μερικές ημέρες, ο Αγρίππας ο βασιλιάς και η Βερνίκη έφτασαν στην Καισάρεια για εθιμοτυπική επίσκεψη στον Φήστο. 14 Εφόσον λοιπόν έμεναν αρκετές ημέρες εκεί, ο Φήστος παρουσίασε στον βασιλιά την υπόθεση του Παύλου, λέγοντας:
«Υπάρχει κάποιος άνθρωπος τον οποίο ο Φήλιξ άφησε φυλακισμένο, 15 και όταν ήμουν στην Ιερουσαλήμ οι πρωθιερείς και οι πρεσβύτεροι των Ιουδαίων μού μίλησαν για αυτόν,+ ζητώντας την καταδίκη του. 16 Αλλά εγώ τους απάντησα ότι ο ρωμαϊκός νόμος δεν επιτρέπει να παραδίδεται ένας άνθρωπος σε κάποιους απλώς για να τους γίνει η χάρη. Πρέπει πρώτα ο κατηγορούμενος να αντιμετωπίσει τους κατηγόρους του πρόσωπο με πρόσωπο και να του δοθεί η ευκαιρία να υπερασπιστεί τον εαυτό του σχετικά με την κατηγορία.+ 17 Γι’ αυτό, όταν ήρθαν εδώ, δεν καθυστέρησα, αλλά την επόμενη ημέρα κάθισα στη δικαστική έδρα και διέταξα να οδηγηθεί ενώπιόν μου. 18 Όταν προσήλθαν οι κατήγοροι, δεν τον κατηγόρησαν για καμιά από τις κακές πράξεις που περίμενα εγώ.+ 19 Απλώς είχαν κάποιες διαφωνίες μαζί του σχετικά με τη δική τους θρησκεία*+ και σχετικά με κάποιον Ιησού, ο οποίος έχει πεθάνει, αλλά ο Παύλος ισχυριζόταν ότι είναι ζωντανός.+ 20 Επειδή λοιπόν δεν ήξερα πώς να χειριστώ αυτή τη διαφωνία, τον ρώτησα αν ήθελε να πάει στην Ιερουσαλήμ και να δικαστεί εκεί σχετικά με αυτά τα ζητήματα.+ 21 Αλλά όταν ο Παύλος ζήτησε να μείνει υπό κράτηση για να ληφθεί η απόφαση από τον Αύγουστο,*+ διέταξα να κρατηθεί μέχρι να τον στείλω στον Καίσαρα».
22 Τότε ο Αγρίππας είπε στον Φήστο: «Θα ήθελα να ακούσω ο ίδιος αυτόν τον άνθρωπο».+ Εκείνος είπε: «Αύριο θα τον ακούσεις». 23 Την επόμενη ημέρα λοιπόν, ο Αγρίππας και η Βερνίκη ήρθαν με πολύ φανταχτερή πομπή και μπήκαν στην αίθουσα ακροάσεων μαζί με χιλίαρχους* καθώς και τους επιφανείς άντρες της πόλης· και όταν ο Φήστος έδωσε την εντολή, έφεραν μέσα τον Παύλο. 24 Ο Φήστος είπε: «Βασιλιά Αγρίππα και όλοι εσείς που είστε εδώ μαζί μας, αυτός είναι ο άνθρωπος σχετικά με τον οποίο όλος ο ιουδαϊκός λαός προσέφυγε σε εμένα, τόσο στην Ιερουσαλήμ όσο και εδώ, φωνάζοντας ότι δεν πρέπει να ζει πια.+ 25 Εγώ όμως αντιλήφθηκα ότι δεν είχε διαπράξει τίποτα που να επισύρει θάνατο.+ Όταν λοιπόν ο ίδιος επικαλέστηκε τον Αύγουστο, αποφάσισα να τον στείλω σε εκείνον. 26 Αλλά δεν έχω τίποτα συγκεκριμένο να γράψω σχετικά με αυτόν στον Κύριό μου. Γι’ αυτό τον έφερα μπροστά σε όλους σας, και ειδικά μπροστά σε εσένα, βασιλιά Αγρίππα, ώστε, αφού γίνει η ανάκριση, να έχω κάτι να γράψω. 27 Διότι μου φαίνεται παράλογο να στείλω έναν φυλακισμένο χωρίς να δηλώσω και τις κατηγορίες εναντίον του».
26 Ο Αγρίππας+ είπε στον Παύλο: «Σου επιτρέπεται να μιλήσεις υπέρ του εαυτού σου». Τότε ο Παύλος άπλωσε το χέρι του και άρχισε να λέει υπερασπιζόμενος τον εαυτό του:
2 «Όσον αφορά όλα αυτά για τα οποία με κατηγορούν οι Ιουδαίοι,+ βασιλιά Αγρίππα, είμαι ευτυχής για το ότι σήμερα υπερασπίζομαι τον εαυτό μου μπροστά σου, 3 ιδιαίτερα επειδή εσύ είσαι ειδικός σε όλα τα έθιμα των Ιουδαίων και στις διαφωνίες τους. Γι’ αυτό, σε παρακαλώ να με ακούσεις υπομονετικά.
4 »Ο τρόπος ζωής μου από τα νεανικά μου χρόνια ανάμεσα στον λαό* μου καθώς και στην Ιερουσαλήμ είναι πολύ γνωστός σε όλους τους Ιουδαίους+ 5 που με ήξεραν από πριν—και αν θέλουν, μπορούν να το επιβεβαιώσουν—ότι έζησα ως Φαρισαίος,+ σύμφωνα με την αυστηρότερη αίρεση της θρησκείας μας.+ 6 Τώρα όμως, για την ελπίδα της υπόσχεσης που έδωσε ο Θεός στους προπάτορές μας+ δικάζομαι· 7 αυτήν ακριβώς την υπόσχεση ελπίζουν οι 12 φυλές μας να δουν να εκπληρώνεται, και γι’ αυτό του αποδίδουν εντατικά ιερή υπηρεσία νύχτα και ημέρα. Για αυτή την ελπίδα με κατηγορούν οι Ιουδαίοι,+ βασιλιά.
8 »Γιατί σας φαίνεται* απίστευτο ότι ο Θεός ανασταίνει νεκρούς; 9 Εγώ ο ίδιος ήμουν πεπεισμένος ότι έπρεπε να κάνω πολλά εναντίον του ονόματος του Ιησού του Ναζωραίου. 10 Αυτό ακριβώς έκανα στην Ιερουσαλήμ, και κλείδωσα πολλούς αγίους σε φυλακές,+ διότι είχα λάβει εξουσία από τους πρωθιερείς·+ και όταν επρόκειτο να εκτελεστούν, έριχνα την ψήφο μου εναντίον τους. 11 Τους τιμωρούσα συχνά σε όλες τις συναγωγές, προσπαθώντας να τους εξαναγκάσω να αποκηρύξουν την πίστη τους· και επειδή είχα ασυγκράτητη μανία εναντίον τους, τους δίωκα ακόμη και σε άλλες πόλεις.
12 »Καθώς ταξίδευα προς τη Δαμασκό γι’ αυτόν τον σκοπό, έχοντας εξουσία και αποστολή από τους πρωθιερείς, 13 είδα το μεσημέρι στον δρόμο, βασιλιά, ένα φως λαμπρότερο από τον ήλιο να αστράφτει από τον ουρανό γύρω από εμένα και γύρω από τους συνταξιδιώτες μου.+ 14 Πέσαμε όλοι στο έδαφος, και τότε άκουσα μια φωνή να μου λέει στην εβραϊκή γλώσσα: “Σαούλ, Σαούλ, γιατί με διώκεις; Στον εαυτό σου κάνεις κακό κλοτσώντας βούκεντρα”.* 15 Τότε εγώ είπα: “Ποιος είσαι, Κύριε;” Και ο Κύριος είπε: “Είμαι ο Ιησούς, τον οποίο εσύ διώκεις. 16 Σήκω, όμως, και στάσου στα πόδια σου. Να γιατί εμφανίστηκα σε εσένα, για να σε εκλέξω ως υπηρέτη και μάρτυρα τόσο για αυτά που είδες όσο και για αυτά που θα σε κάνω να δεις σχετικά με εμένα.+ 17 Και θα σε σώσω από αυτόν τον λαό και από τα έθνη στα οποία σε στέλνω+ 18 για να ανοίξεις τα μάτια τους,+ να τους στρέψεις από το σκοτάδι+ στο φως+ και από την εξουσία του Σατανά+ στον Θεό, ώστε να λάβουν συγχώρηση αμαρτιών+ και κληρονομιά μεταξύ όσων είναι αγιασμένοι μέσω της πίστης τους σε εμένα”.
19 »Έτσι λοιπόν, βασιλιά Αγρίππα, δεν αρνήθηκα να υπακούσω στο ουράνιο όραμα 20 αλλά, πρώτα στη Δαμασκό+ και έπειτα στην Ιερουσαλήμ+ και σε όλη τη χώρα της Ιουδαίας, καθώς και στα έθνη, έφερνα το άγγελμα ότι πρέπει να μετανοήσουν και να στραφούν στον Θεό κάνοντας έργα που αρμόζουν στη μετάνοια.+ 21 Να γιατί με έπιασαν οι Ιουδαίοι στον ναό και προσπάθησαν να με σκοτώσουν.+ 22 Ωστόσο, επειδή έχω λάβει τη βοήθεια του Θεού, συνεχίζω μέχρι σήμερα να δίνω μαρτυρία και σε μικρούς και σε μεγάλους, χωρίς να λέω τίποτα άλλο παρά μόνο όσα οι Προφήτες και ο Μωυσής δήλωσαν ότι επρόκειτο να γίνουν+ 23 —ότι ο Χριστός θα υπέφερε+ και ότι, ως ο πρώτος που θα ανασταινόταν από τους νεκρούς,+ επρόκειτο να αναγγείλει φως τόσο σε αυτόν τον λαό όσο και στα έθνη».+
24 Και καθώς ο Παύλος τα έλεγε αυτά υπερασπιζόμενος τον εαυτό του, ο Φήστος είπε με δυνατή φωνή: «Είσαι τρελός, Παύλε! Τα πολλά γράμματα σε οδηγούν στην τρέλα!» 25 Ο Παύλος όμως είπε: «Δεν είμαι τρελός, εξοχότατε Φήστε, αλλά λέω λόγια αληθινά και λογικά. 26 Μάλιστα ο βασιλιάς στον οποίο μιλώ τόσο ελεύθερα τα γνωρίζει καλά όλα αυτά· είμαι πεπεισμένος ότι δεν του διαφεύγει ούτε ένα από αυτά τα πράγματα, γιατί τίποτα δεν έγινε στα κρυφά.+ 27 Πιστεύεις στους Προφήτες, βασιλιά Αγρίππα; Ξέρω ότι πιστεύεις». 28 Ο δε Αγρίππας είπε στον Παύλο: «Λίγο ακόμη και θα με πείσεις να γίνω Χριστιανός». 29 Τότε ο Παύλος είπε: «Εύχομαι στον Θεό, είτε χρειάζεται λίγο ακόμη είτε πολύ, όχι μόνο εσύ, αλλά και όλοι όσοι με ακούν σήμερα να γίνουν όπως εγώ, με εξαίρεση αυτά τα δεσμά».
30 Τότε ο βασιλιάς σηκώθηκε, καθώς και ο κυβερνήτης και η Βερνίκη και αυτοί που κάθονταν μαζί τους. 31 Και καθώς έφευγαν, άρχισαν να λένε μεταξύ τους: «Αυτός ο άνθρωπος δεν κάνει τίποτα που να επισύρει θάνατο ή φυλάκιση».+ 32 Έπειτα ο Αγρίππας είπε στον Φήστο: «Αυτός ο άνθρωπος θα μπορούσε να έχει αφεθεί ελεύθερος αν δεν είχε επικαλεστεί τον Καίσαρα».+
27 Όταν αποφασίστηκε να αποπλεύσουμε για την Ιταλία,+ παρέδωσαν τον Παύλο και κάποιους άλλους φυλακισμένους σε έναν εκατόνταρχο* που λεγόταν Ιούλιος, από τη μονάδα του Αυγούστου. 2 Έτσι λοιπόν, επιβιβαστήκαμε σε κάποιο πλοίο από το Αδραμύττιο, το οποίο θα κατευθυνόταν σε διάφορα λιμάνια της επαρχίας της Ασίας, και αποπλεύσαμε· μαζί μας ήταν ο Αρίσταρχος,+ ένας Μακεδόνας από τη Θεσσαλονίκη. 3 Την επόμενη ημέρα αποβιβαστήκαμε στη Σιδώνα, και ο Ιούλιος συμπεριφέρθηκε στον Παύλο με καλοσύνη* και του επέτρεψε να πάει στους φίλους του για να τον περιποιηθούν.
4 Αφού φύγαμε από εκεί, πλεύσαμε έχοντας την κάλυψη της Κύπρου, επειδή οι άνεμοι ήταν αντίθετοι. 5 Μετά διασχίσαμε το πέλαγος κατά μήκος της Κιλικίας και της Παμφυλίας και μπήκαμε στο λιμάνι των Μύρων στη Λυκία. 6 Εκεί ο εκατόνταρχος βρήκε ένα πλοίο από την Αλεξάνδρεια το οποίο είχε προορισμό την Ιταλία, και μας έβαλε να επιβιβαστούμε. 7 Κατόπιν, αφού πλέαμε αργά αρκετές ημέρες, φτάσαμε στην Κνίδο με δυσκολία. Επειδή ο άνεμος δεν μας άφηνε να συνεχίσουμε, παραπλεύσαμε τη Σαλμώνη έχοντας την κάλυψη της Κρήτης. 8 Και πλέοντας με δυσκολία κατά μήκος της ακτής, φτάσαμε σε κάποιον τόπο που ονομαζόταν Καλοί Λιμένες, κοντά στην πόλη Λασαία.
9 Είχε περάσει αρκετός καιρός και τώρα πια η πλεύση ήταν επικίνδυνη, επειδή είχε ήδη τελειώσει και η νηστεία της Ημέρας της Εξιλέωσης.+ Γι’ αυτό ο Παύλος τούς πρότεινε: 10 «Άντρες, από ό,τι βλέπω, το ταξίδι θα καταλήξει σε ζημιά και μεγάλη απώλεια, όχι μόνο του φορτίου και του πλοίου, αλλά και της ζωής* μας». 11 Ωστόσο, ο εκατόνταρχος άκουγε τον κυβερνήτη και τον ιδιοκτήτη του πλοίου και όχι αυτά που έλεγε ο Παύλος. 12 Εφόσον το λιμάνι δεν προσφερόταν για να ξεχειμωνιάσουν εκεί, οι περισσότεροι συνέστησαν να αποπλεύσουν και να δουν μήπως μπορούσαν να ξεχειμωνιάσουν στον Φοίνικα, ένα λιμάνι της Κρήτης που βλέπει προς τα βορειοανατολικά και προς τα νοτιοανατολικά.
13 Όταν φύσηξε απαλά νότιος άνεμος, νόμιζαν ότι θα τα καταφέρουν, και σήκωσαν άγκυρα και άρχισαν να πλέουν κατά μήκος της Κρήτης, κοντά στην ακτή. 14 Σε λίγο όμως φύσηξε με δύναμη ένας θυελλώδης άνεμος που ονομαζόταν Ευρακύλων.* 15 Καθώς το πλοίο αρπάχθηκε βίαια και δεν μπορούσε να κρατήσει πορεία αντίθετα στον άνεμο, εγκαταλείψαμε την προσπάθεια και παρασυρόμασταν εδώ και εκεί. 16 Κατόπιν, πλεύσαμε έχοντας την κάλυψη κάποιου μικρού νησιού που ονομαζόταν Καύδα, αλλά μετά βίας συγκρατήσαμε τη βάρκα* στην πρύμνη του πλοίου. 17 Αφού όμως την ανέβασαν πάνω, έζωσαν από κάτω το πλοίο με βοηθητικά μέσα, και επειδή φοβούνταν μήπως προσαράξουν στη Σύρτη,* κατέβασαν τα άρμενα και παρασύρονταν εδώ και εκεί. 18 Επειδή κλυδωνιζόμασταν βίαια από τη θύελλα, την επόμενη ημέρα άρχισαν να ελαφρώνουν το πλοίο. 19 Και την τρίτη ημέρα, πέταξαν τα ξάρτια του πλοίου με τα ίδια τους τα χέρια.
20 Καθώς δεν φάνηκαν ούτε ήλιος ούτε άστρα επί πολλές ημέρες και μας χτυπούσε αλύπητα δυνατή* θύελλα, άρχισε να σβήνει κάθε ελπίδα σωτηρίας. 21 Αφού είχαν μείνει νηστικοί για μεγάλο διάστημα, ο Παύλος στάθηκε ανάμεσά τους και είπε: «Άντρες, έπρεπε οπωσδήποτε να είχατε ακούσει τη συμβουλή μου και να μην είχατε αποπλεύσει από την Κρήτη. Τότε δεν θα είχατε υποστεί αυτή τη ζημιά και την απώλεια.+ 22 Τώρα όμως πάρτε θάρρος, γιατί ούτε ένας* από εσάς δεν θα χαθεί παρά μόνο το πλοίο. 23 Αυτή τη νύχτα ένας άγγελος+ του Θεού στον οποίο ανήκω και στον οποίο αποδίδω ιερή υπηρεσία στάθηκε κοντά μου 24 και είπε: “Μη φοβάσαι, Παύλε. Πρέπει να σταθείς ενώπιον του Καίσαρα·+ και ο Θεός για χάρη σου θα σώσει όλους τους συνταξιδιώτες σου”. 25 Γι’ αυτό, πάρτε θάρρος, διότι πιστεύω ότι ο Θεός θα κάνει ό,τι ακριβώς μου ειπώθηκε. 26 Ωστόσο, θα εξοκείλουμε σε κάποιο νησί».+
27 Όταν λοιπόν έφτασε η δέκατη τέταρτη νύχτα και κλυδωνιζόμασταν στη Θάλασσα του Αδρία, τα μεσάνυχτα οι ναύτες άρχισαν να υποπτεύονται ότι πλησίαζαν σε στεριά. 28 Έκαναν βυθομέτρηση και βρήκαν 20 οργιές* και, αφού προχώρησαν λίγο, έκαναν ξανά βυθομέτρηση και βρήκαν 15 οργιές.* 29 Και επειδή φοβούνταν μήπως πέσουμε στα βράχια, έριξαν τέσσερις άγκυρες από την πρύμνη και παρακαλούσαν να ξημερώσει. 30 Αλλά όταν οι ναύτες προσπάθησαν να φύγουν από το πλοίο και κατέβαζαν τη βάρκα στη θάλασσα με την πρόφαση ότι σκόπευαν να ρίξουν άγκυρες από την πλώρη, 31 ο Παύλος είπε στον εκατόνταρχο και στους στρατιώτες: «Αν αυτοί δεν παραμείνουν στο πλοίο, δεν μπορείτε να σωθείτε».+ 32 Τότε οι στρατιώτες έκοψαν τα σχοινιά της βάρκας και την άφησαν να πέσει.
33 Λίγο πριν από το χάραμα, ο Παύλος τούς πρότρεψε όλους να φάνε, λέγοντας: «Σήμερα κλείνουν 14 ημέρες που περιμένετε με αγωνία και μένετε εντελώς νηστικοί. 34 Γι’ αυτό, σας προτρέπω για το καλό σας να φάτε κάτι, διότι δεν θα χαθεί ούτε μία τρίχα από το κεφάλι κανενός σας». 35 Αφού τα είπε αυτά, πήρε ένα ψωμί, έκανε μια ευχαριστήρια προσευχή στον Θεό μπροστά σε όλους, το έσπασε και άρχισε να τρώει. 36 Όλοι λοιπόν πήραν θάρρος και άρχισαν και αυτοί να τρώνε. 37 Συνολικά ήμασταν 276 άτομα* στο πλοίο. 38 Αφού πια είχαν χορτάσει, ελάφρωσαν το πλοίο ρίχνοντας το σιτάρι στη θάλασσα.+
39 Όταν ξημέρωσε, δεν μπορούσαν να αναγνωρίσουν το μέρος,+ αλλά έβλεπαν κάποιον κόλπο με ακρογιαλιά και αποφάσισαν να βγάλουν το πλοίο εκεί, αν ήταν δυνατόν. 40 Έκοψαν λοιπόν τις άγκυρες και τις άφησαν να πέσουν στη θάλασσα, λύνοντας συγχρόνως τα σχοινιά που συγκρατούσαν τα πηδάλια· και αφού σήκωσαν το πανί της πλώρης στον άνεμο, κατευθύνθηκαν προς την ακρογιαλιά. 41 Όταν όμως έπεσαν σε έναν αμμώδη ύφαλο, το πλοίο προσάραξε και η πλώρη κόλλησε και έμεινε ακίνητη, ενώ η πρύμνη άρχισε να κομματιάζεται βίαια από τα κύματα.+ 42 Τότε οι στρατιώτες αποφάσισαν να σκοτώσουν τους φυλακισμένους για να μη δραπετεύσει κανείς κολυμπώντας. 43 Αλλά ο εκατόνταρχος ήταν αποφασισμένος να διατηρήσει σώο τον Παύλο και τους εμπόδισε να πραγματοποιήσουν το σχέδιό τους. Διέταξε όσους ήξεραν να κολυμπούν να πέσουν στη θάλασσα και να βγουν στη στεριά πρώτοι, 44 και τους υπόλοιπους να ακολουθήσουν, μερικοί πάνω σε σανίδες και μερικοί πάνω σε συντρίμμια του πλοίου. Και έτσι έφτασαν όλοι σώοι στη στεριά.+
28 Αφού καταφέραμε να σωθούμε, μάθαμε ότι το νησί ονομαζόταν Μάλτα.+ 2 Και οι ξενόγλωσσοι* μας έδειξαν ασυνήθιστη καλοσύνη.* Άναψαν φωτιά και μας καλοδέχτηκαν όλους επειδή έβρεχε και έκανε κρύο. 3 Αλλά όταν ο Παύλος μάζεψε ένα δεμάτι κλαδιά και το έβαλε πάνω στη φωτιά, μια οχιά βγήκε λόγω της θερμότητας και πιάστηκε στο χέρι του. 4 Μόλις οι ξενόγλωσσοι είδαν το δηλητηριώδες πλάσμα να κρέμεται από το χέρι του, άρχισαν να λένε ο ένας στον άλλον: «Ασφαλώς αυτός είναι φονιάς και, μολονότι γλίτωσε από τη θάλασσα, η Δικαιοσύνη* δεν τον άφησε να ζήσει». 5 Ωστόσο, εκείνος τίναξε από πάνω του το φίδι και το έριξε στη φωτιά χωρίς να πάθει κακό. 6 Αλλά αυτοί περίμεναν ότι θα πρηστεί ή ότι θα πέσει ξαφνικά νεκρός. Αφού περίμεναν πολύ και είδαν ότι δεν έπαθε τίποτα, άλλαξαν γνώμη και έλεγαν ότι είναι θεός.
7 Στα περίχωρα λοιπόν εκείνου του τόπου είχε τα κτήματά του ο πρώτος του νησιού, ο οποίος λεγόταν Πόπλιος· και αυτός μας καλοδέχτηκε και μας φιλοξένησε εγκάρδια τρεις ημέρες. 8 Ο πατέρας του Πόπλιου ήταν άρρωστος στο κρεβάτι με πυρετό και δυσεντερία, και ο Παύλος πήγε σε εκείνον και προσευχήθηκε, έθεσε τα χέρια του πάνω του και τον γιάτρεψε.+ 9 Κατόπιν, άρχισαν να έρχονται σε αυτόν και οι υπόλοιποι άρρωστοι του νησιού και να θεραπεύονται.+ 10 Μας τίμησαν επίσης με πολλά δώρα και, όταν αποπλέαμε, μας φόρτωσαν με όλα τα απαραίτητα.
11 Ύστερα από τρεις μήνες αποπλεύσαμε με ένα πλοίο που είχε για ακρόπρωρο τους «Διόσκουρους».* Το πλοίο είχε ξεκινήσει από την Αλεξάνδρεια και είχε ξεχειμωνιάσει στο νησί. 12 Αφού μπήκαμε στο λιμάνι των Συρακουσών, μείναμε εκεί τρεις ημέρες· 13 από εκεί περιπλεύσαμε την ακτή και φτάσαμε στο Ρήγιο. Ύστερα από μία ημέρα σηκώθηκε νότιος άνεμος, και τη δεύτερη ημέρα φτάσαμε στους Ποτιόλους. 14 Εδώ βρήκαμε αδελφούς που μας παρακάλεσαν να μείνουμε μαζί τους εφτά ημέρες, και μετά φύγαμε για τη Ρώμη. 15 Από εκεί οι αδελφοί, όταν άκουσαν τα νέα για εμάς, ήρθαν να μας προϋπαντήσουν ως την Αγορά του Αππίου και τις Τρεις Ταβέρνες. Μόλις ο Παύλος τούς είδε, ευχαρίστησε τον Θεό και πήρε θάρρος.+ 16 Όταν τελικά μπήκαμε στη Ρώμη, επέτρεψαν στον Παύλο να μένει μόνος του με τον φρουρό του.
17 Ωστόσο, τρεις ημέρες αργότερα αυτός κάλεσε τους προύχοντες των Ιουδαίων. Αφού συνάχθηκαν, τους είπε: «Άντρες αδελφοί, μολονότι δεν είχα κάνει τίποτα το αντίθετο προς τον λαό ή προς τα έθιμα των προπατόρων μας,+ με παρέδωσαν ως φυλακισμένο από την Ιερουσαλήμ στα χέρια των Ρωμαίων.+ 18 Και αυτοί, αφού με ανέκριναν,+ ήθελαν να με αφήσουν ελεύθερο, επειδή δεν είχαν καμιά βάση για να με θανατώσουν.+ 19 Αλλά όταν οι Ιουδαίοι έφεραν αντιρρήσεις, αναγκάστηκα να επικαλεστώ τον Καίσαρα,+ όχι όμως επειδή ήθελα να κατηγορήσω για κάτι το έθνος μου. 20 Να γιατί ζήτησα να σας δω και να σας μιλήσω, επειδή λόγω της ελπίδας του Ισραήλ έχω γύρω μου αυτή την αλυσίδα».+ 21 Εκείνοι του είπαν: «Εμείς δεν έχουμε λάβει επιστολές σχετικά με εσένα από την Ιουδαία, ούτε κάποιος από τους αδελφούς που ήρθε από εκεί ανέφερε ή είπε κάτι κακό για εσένα. 22 Αλλά θεωρούμε σωστό να ακούσουμε από εσένα τις σκέψεις σου γιατί, σε ό,τι αφορά αυτή την αίρεση,+ ξέρουμε ότι παντού μιλούν εναντίον της».+
23 Κανόνισαν λοιπόν να συναντηθούν κάποια ημέρα μαζί του, και ήρθαν ακόμη περισσότεροι σε αυτόν, εκεί όπου έμενε. Και από το πρωί ως το βράδυ, τους εξηγούσε το ζήτημα δίνοντας πλήρη μαρτυρία για τη Βασιλεία του Θεού, ώστε να τους πείσει σχετικά με τον Ιησού+ τόσο από τον Νόμο του Μωυσή+ όσο και από τους Προφήτες.+ 24 Μερικοί άρχισαν να πιστεύουν τα όσα έλεγε, ενώ άλλοι όχι. 25 Γι’ αυτό, επειδή διαφωνούσαν μεταξύ τους, άρχισαν να φεύγουν, και ο Παύλος είπε μόνο:
«Σωστά είπε το άγιο πνεύμα μέσω του Ησαΐα του προφήτη στους προπάτορές σας: 26 “Πήγαινε σε αυτόν τον λαό και πες: «Θα ακούσετε αλλά δεν πρόκειται να κατανοήσετε, και θα κοιτάξετε αλλά δεν θα δείτε.+ 27 Διότι η καρδιά αυτού του λαού έχει γίνει μη δεκτική, και με τα αφτιά τους έχουν ακούσει χωρίς ανταπόκριση, και τα μάτια τους τα έχουν κλείσει, ώστε να μη δουν με τα μάτια τους και ακούσουν με τα αφτιά τους και κατανοήσουν με την καρδιά τους και επιστρέψουν και τους γιατρέψω»”.+ 28 Μάθετε λοιπόν ότι αυτή η σωτηρία του Θεού στάλθηκε στα έθνη·+ εκείνοι θα ακούσουν οπωσδήποτε».+ 29* ——
30 Και έμεινε εκεί δύο ολόκληρα χρόνια σε δικό του νοικιασμένο σπίτι+ και δεχόταν με καλοσύνη όλους όσους τον επισκέπτονταν, 31 κηρύττοντάς τους τη Βασιλεία του Θεού και διδάσκοντας σχετικά με τον Κύριο Ιησού Χριστό με τη μεγαλύτερη παρρησία,*+ ανεμπόδιστα.
Ή αλλιώς «εξουσία».
Ή αλλιώς «ως τα πέρατα».
Ή αλλιώς «το πλήθος».
Κυριολεκτικά «με τον μισθό της αδικίας».
Ή αλλιώς «αυτός σκίστηκε στη μέση».
Κυριολεκτικά «έμπαινε και έβγαινε».
Βλέπε Παράρτημα Α5.
Ή αλλιώς «συγκαταλέχθηκε», δηλαδή θεωρήθηκε το ίδιο με τους άλλους 11.
Ή αλλιώς «τη γλώσσα στην οποία γεννήθηκε;»
Ή αλλιώς «καινούριο κρασί».
Δηλαδή περίπου 9:00 π.μ.
Ή αλλιώς «θαυμαστά προμηνύματα».
Βλέπε Παράρτημα Α5.
Βλέπε Παράρτημα Α5.
Ή αλλιώς «θαυμαστά προμηνύματα».
Κυριολεκτικά «βουλή».
Ή πιθανώς «τα δεσμά».
Βλέπε Παράρτημα Α5.
Ή αλλιώς «μπροστά στα μάτια μου».
Κυριολεκτικά «η σάρκα μου θα κατοικήσει».
Ή αλλιώς «δεν θα αφήσεις την ψυχή μου».
Ή αλλιώς «Άδη». Πρόκειται για τον κοινό τάφο του ανθρωπίνου γένους. Βλέπε Γλωσσάριο.
Ή αλλιώς «ενώπιον του προσώπου σου».
Κυριολεκτικά «έναν καρπό της οσφύος του».
Ή αλλιώς «Άδη». Πρόκειται για τον κοινό τάφο του ανθρωπίνου γένους. Βλέπε Γλωσσάριο.
Ή αλλιώς «σήψη».
Βλέπε Παράρτημα Α5.
Βλέπε Παράρτημα Α5.
Ή αλλιώς «ψυχές».
Ή αλλιώς «να δίνουν ο ένας στον άλλον».
Ή αλλιώς «σε κάθε ψυχή».
Ή αλλιώς «θαυμαστά προμηνύματα».
Βλέπε Παράρτημα Α5.
Δηλαδή περίπου στις 3:00 μ.μ.
Στο πρωτότυπο κείμενο χρησιμοποιείται η λέξη εὐσέβεια.
Κυριολεκτικά «από το πρόσωπο του Ιεχωβά». Βλέπε Παράρτημα Α5.
Ή αλλιώς «τον οποίο ο ουρανός πρέπει να κρατήσει μέσα του».
Βλέπε Παράρτημα Α5.
Ή αλλιώς «όποια ψυχή».
Κυριολεκτικά «σπέρματός σου».
Ή αλλιώς «την ανάσταση από τους νεκρούς στην περίπτωση του Ιησού».
Ή αλλιώς «συνέλαβαν».
εἰς κεφαλὴν γωνίας, Κείμενο.
Ή αλλιώς «τόλμη».
Ή αλλιώς «αγράμματοι», με την έννοια ότι δεν είχαν σπουδάσει στις ραβινικές σχολές. Δεν σημαίνει ότι ήταν αναλφάβητοι.
Ή αλλιώς «σημείο».
Βλέπε Παράρτημα Α5.
Ή αλλιώς «Χριστού».
Κυριολεκτικά «βουλή σου».
Βλέπε Παράρτημα Α5.
Ή αλλιώς «θαυμαστά προμηνύματα».
Ή αλλιώς «προσευχήθηκαν ένθερμα».
Βλέπε Γλωσσάριο.
Βλέπε Παράρτημα Α5.
Ή αλλιώς «θαυμαστά προμηνύματα».
Ή αλλιώς «συνέλαβαν».
Βλέπε Παράρτημα Α5.
Βλέπε Γλωσσάριο, «Ξύλο βασανισμού».
Ή αλλιώς «ένιωσαν να κατακόβονται μέσα τους».
Κυριολεκτικά «αρεστό».
Ή αλλιώς «εφτά άντρες με καλή μαρτυρία από τους άλλους».
Ή αλλιώς «θαυμαστά προμηνύματα».
Κυριολεκτικά «στο σπέρμα».
Κυριολεκτικά «το σπέρμα του».
Ή αλλιώς «κακομεταχειρίζονταν».
Ή πιθανώς «έκανε το ίδιο στον Ιακώβ».
Ή αλλιώς «σιτηρά».
Ή αλλιώς «ψυχές».
Ή αλλιώς «όμορφος ενώπιον του Θεού».
Ή αλλιώς «ανατράφηκε».
Ή αλλιώς «τον άφησαν έκθετο».
Ή αλλιώς «αποφάσισε».
Ή αλλιώς «να επιθεωρήσει».
Βλέπε Παράρτημα Α5.
Βλέπε Παράρτημα Α5.
Ή αλλιώς «θαυμαστά προμηνύματα».
Βλέπε Παράρτημα Α5.
Σκληροτράχηλοι, Κείμενο.
Ή αλλιώς «ένιωσαν να κατακόβεται η καρδιά τους».
Βλέπε Παράρτημα Α5.
Ή πιθανώς «σε μια πόλη».
Βλέπε Παράρτημα Α5.
χολὴν πικρίας, Κείμενο.
Βλέπε Παράρτημα Α5.
Βλέπε Παράρτημα Α5.
Βλέπε Παράρτημα Α5.
Ή αλλιώς «αυλικό».
Βλέπε Παράρτημα Α3.
Βλέπε Παράρτημα Α5.
Κυριολεκτικά «να δέσει· να βάλει σε δεσμά».
Κυριολεκτικά «να τους οδηγήσει δεμένους».
Κυριολεκτικά «μπαίνοντας και βγαίνοντας».
Βλέπε Παράρτημα Α5.
Το ελληνικό όνομα Δορκάς και το αραμαϊκό όνομα Ταβιθά σημαίνουν και τα δύο «γαζέλα».
Βλέπε Γλωσσάριο.
Βλέπε Γλωσσάριο.
Ή αλλιώς «κοόρτι», μονάδα του ρωμαϊκού στρατού αποτελούμενη από 600 άντρες.
Βλέπε Γλωσσάριο.
Δηλαδή περίπου στις 3:00 μ.μ.
Δηλαδή περίπου στις 12:00 το μεσημέρι.
Κυριολεκτικά «κάποιο είδος σκεύους».
Κυριολεκτικά «το σκεύος».
Δηλαδή περίπου στις 3:00 μ.μ.
Βλέπε Παράρτημα Α5.
Βλέπε Γλωσσάριο, «Ξύλο βασανισμού».
Ή αλλιώς «να γίνει ορατός».
Ή αλλιώς «να φιλονικούν μαζί του».
Κυριολεκτικά «κάποιο είδος σκεύους».
Ή αλλιώς «να κόψω τον δρόμο στον Θεό;»
Κυριολεκτικά «σώπασαν».
Βλέπε Παράρτημα Α5.
Στο πρωτότυπο κείμενο χρησιμοποιείται η λέξη οἰκουμένη.
Ή αλλιώς «βοήθεια ως διακονία».
Ή αλλιώς «να τον παρουσιάσει για να δικαστεί».
Βλέπε Παράρτημα Α5.
Ή αλλιώς «Περιζώσου».
Βλέπε Παράρτημα Α5.
Βλέπε Παράρτημα Α5.
Ή αλλιώς «Είχε δε επιθετική διάθεση».
Κυριολεκτικά «τον κοιτώνα του βασιλιά».
Βλέπε Παράρτημα Α5.
Βλέπε Παράρτημα Α5.
Ή αλλιώς «πρόσφεραν υπηρεσία δημόσια».
Βλέπε Παράρτημα Α5.
ὑπηρέτην, Κείμενο.
Ο Ρωμαίος κυβερνήτης μιας επαρχίας. Βλέπε Γλωσσάριο.
Βλέπε Παράρτημα Α5.
Βλέπε Παράρτημα Α5.
Βλέπε Παράρτημα Α5.
Ή αλλιώς «μεγάλη δύναμη».
Κυριολεκτικά «το σπέρμα».
Βλέπε Γλωσσάριο, «Ξύλο βασανισμού».
Ή αλλιώς «αξιόπιστες».
Ή αλλιώς «υπηρέτησε το θέλημα του Θεού».
Ή αλλιώς «απαλλαγμένος από ενοχή».
Ή αλλιώς «απαλλαγμένοι από ενοχή».
Βλέπε Παράρτημα Α5.
Βλέπε Παράρτημα Α5.
Βλέπε Παράρτημα Α5.
Βλέπε Παράρτημα Α5.
Ή αλλιώς «τις ψυχές των εθνικών».
Βλέπε Παράρτημα Α5.
Ή αλλιώς «θαυμαστά προμηνύματα».
Ή αλλιώς «γιρλάντες».
Κυριολεκτικά «δεν άφηνε τον εαυτό του χωρίς μαρτυρία».
Ή αλλιώς «τις ψυχές των μαθητών».
Βλέπε Παράρτημα Α5.
Ή αλλιώς «αυτή την αντιλογία».
Ή αλλιώς «μεγάλη αντιλογία».
Ή αλλιώς «θαυμαστά προμηνύματα».
Ή αλλιώς «τον οίκο».
Βλέπε Παράρτημα Α5.
Βλέπε Παράρτημα Α5.
Ή αλλιώς «γνώμη μου».
Στο πρωτότυπο κείμενο χρησιμοποιείται η λέξη πορνεία. Βλέπε Γλωσσάριο.
Δηλαδή από ό,τι θανατώνεται χωρίς να στραγγιστεί το αίμα του.
Ή αλλιώς «να κλονίσουν την ψυχή σας».
Ή αλλιώς «την ψυχή».
Δηλαδή από ό,τι θανατώνεται χωρίς να στραγγιστεί το αίμα του.
Στο πρωτότυπο κείμενο χρησιμοποιείται η λέξη πορνεία. Βλέπε Γλωσσάριο.
Ή αλλιώς «Γεια σας!»
Βλέπε Παράρτημα Α3.
Βλέπε Παράρτημα Α5.
Ή πιθανώς «οπωσδήποτε».
Βλέπε Παράρτημα Α5.
Βλέπε Παράρτημα Α5.
Ή αλλιώς «Πέρασαν μέσα από».
Βλέπε Παράρτημα Α5.
Βλέπε Παράρτημα Α5.
Ή αλλιώς «ασκώντας τη μαντική τέχνη».
Βλέπε Παράρτημα Α5.
Ή αλλιώς «χωρίς δίκη».
Στο πρωτότυπο κείμενο χρησιμοποιείται η λέξη οἰκουμένη.
Κυριολεκτικά «το πνεύμα του μέσα του παροξυνόταν».
Ή αλλιώς «επισκέπτες».
Ή αλλιώς «είστε πιο θρησκευόμενοι».
Ή αλλιώς «λατρείας σας».
Ή αλλιώς «γενιά».
Ή αλλιώς «γενιά».
Στο πρωτότυπο κείμενο χρησιμοποιείται η λέξη οἰκουμένη.
Ή αλλιώς «συζητούσε λογικά μαζί τους».
Δηλαδή από τη συναγωγή.
Ο Ρωμαίος κυβερνήτης μιας επαρχίας. Βλέπε Γλωσσάριο.
Βλέπε Παράρτημα Α5.
Προφανώς στην Ιερουσαλήμ.
Ή αλλιώς «είχε διδαχτεί προφορικά».
Βλέπε Παράρτημα Α5.
Ή αλλιώς «συνέχισαν να σκληρύνονται και να μην πιστεύουν».
Βλέπε Παράρτημα Α5.
Κυριολεκτικά «το έβαλε σκοπό στο πνεύμα του».
Στο πρωτότυπο κείμενο χρησιμοποιείται η λέξη οἰκουμένη.
Ανθύπατος ήταν ο Ρωμαίος κυβερνήτης μιας επαρχίας. Βλέπε Γλωσσάριο.
Ή αλλιώς «γιατί η ψυχή του είναι μέσα του».
Κυριολεκτικά «έσπασε το ψωμί».
Ή αλλιώς «για το καλό σας».
Ή αλλιώς «δεμένος στο».
Ή αλλιώς «την ψυχή».
Ή αλλιώς «θεωρώ ότι η ζωή μου δεν έχει καμιά απολύτως αξία».
Ή αλλιώς «όλο τον σκοπό».
Κυριολεκτικά «έπεσαν στον λαιμό του Παύλου».
Ή αλλιώς «τρυφερά».
Κυριολεκτικά «παρθένες».
Ή αλλιώς «εξασθενίζετε την καρδιά μου;»
Κυριολεκτικά «σωπάσαμε».
Βλέπε Παράρτημα Α5.
Δηλαδή από ό,τι θανατώνεται χωρίς να στραγγιστεί το αίμα του.
Στο πρωτότυπο κείμενο χρησιμοποιείται η λέξη πορνεία. Βλέπε Γλωσσάριο.
Βλέπε Γλωσσάριο.
Βλέπε Γλωσσάριο.
Βλέπε Γλωσσάριο.
Βλέπε Γλωσσάριο.
Ή αλλιώς «Ρωμαίο πολίτη».
Ή αλλιώς «δεν έχει περάσει από δίκη;»
Ή αλλιώς «διακηρύττουν δημόσια».
Βλέπε Γλωσσάριο.
Ή αλλιώς «όρκο».
Ή αλλιώς «όρκο».
Βλέπε Γλωσσάριο.
Ή αλλιώς «όρκο».
Δηλαδή περίπου στις 9:00 μ.μ.
Ή αλλιώς «πραιτώριο».
Ή αλλιώς «ένας δικηγόρος».
Ή αλλιώς «ταραχοποιός»· στο πρωτότυπο κείμενο χρησιμοποιείται η λέξη λοιμός.
Στο πρωτότυπο κείμενο χρησιμοποιείται η λέξη οἰκουμένη.
Βλέπε Παράρτημα Α3.
Ή αλλιώς «άψογη».
Βλέπε Γλωσσάριο.
Βλέπε Γλωσσάριο.
Βλέπε Γλωσσάριο.
Κυριολεκτικά «ζητώντας το ως χάρη εναντίον εκείνου».
Ή αλλιώς «τη λατρεία τους προς το θείο».
Τίτλος του Ρωμαίου αυτοκράτορα.
Βλέπε Γλωσσάριο.
Ή αλλιώς «στο έθνος».
Κυριολεκτικά «Γιατί το κρίνετε».
Το βούκεντρο είναι αιχμηρό ραβδί με το οποίο κεντρίζουν τα ζώα.
Βλέπε Γλωσσάριο.
Ή αλλιώς «ανθρώπινη καλοσύνη».
Ή αλλιώς «ψυχής».
Δηλαδή βορειοανατολικός άνεμος.
Μικρή βοηθητική βάρκα που μπορούσε να χρησιμεύσει ως σωσίβια λέμβος.
Βλέπε Γλωσσάριο.
Κυριολεκτικά «όχι λίγη».
Ή αλλιώς «μία ψυχή».
Περίπου 36 μ. Βλέπε Παράρτημα Β14.
Περίπου 27 μ. Βλέπε Παράρτημα Β14.
Ή αλλιώς «ψυχές».
Ή αλλιώς «οι ντόπιοι».
Ή αλλιώς «ανθρώπινη καλοσύνη».
Πιθανώς αναφέρεται στη θεά Δίκη, τη θεά της ανταποδοτικής δικαιοσύνης, ή στη δικαιοσύνη ως αφηρημένη έννοια.
Το όνομα αυτό σημαίνει «γιοι του Δία».
Βλέπε Παράρτημα Α3.
Ή αλλιώς «με κάθε τόλμη».